Ανάμεσα στο 1 και στο 99 :  Occupy Wall Street δέκα χρόνια μετά  (Χρήστος Τσιάμης, Ν. Υόρκη)

0
204

του Χρήστου  Τσιάμη (Ν.Υόρκη- ανταπόκριση)

 Πάνε δέκα χρόνια, το φθινόπωρο που μας πέρασε (Σεπτέμβρης- Νοέμβρης), από τότε που λίγες δεκάδες διαδηλωτές τράβηξαν προς το νότο του Μανχάτταν, κι έφτασαν στο Ζουκότι Παρκ, μια πλακόστρωτη πλατεία βασικά, μεγέθους ενός οικοδομικού τετραγώνου, με δέντρα φυτεμένα στρατηγικά για να προσφέρουν σκιά σε όσους έρχονταν καθημερινώς από τα γύρω γραφεία, και από το παραπλήσιο χρηματιστήριο της Γουόλ Στρήτ, για να απολαύσουν το φαγητό τους στο πόδι στο μεσημεριανό τους διάλειμμα.  Έφτασαν εδώ λοιπόν οι λίγοι διαδηλωτές μια μέρα του φθινοπώρου κι έμειναν.  Έμειναν κοντά δυο μήνες!  Έστησαν καταυλισμό και με πρόχειρα πλακάτ ανακοίνωσαν στον κόσμο ότι ήσαν ένα κίνημα.  Και με τον χρόνο πολλαπλασιάστηκαν.  Εκατοντάδες μαζεύτηκαν μόνιμα στον καταυλισμό.  Και το κίνημα αυτό το ονόμασαν Occupy Wall Street (Να κάνουμε κατάληψη της Γουόλ Στρήτ).  Πέρα από το σύνθημα του ονόματος, δεν είχαν ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα.  Η μάλλον είχαν αιτήματα πολλά και παράταιρα.  Και ίσως για αυτό οι προσπάθειες τους δεν καρποφόρησαν.  Ένα τους όμως σύνθημα παρέμεινε και είχε επίδραση στα πολιτικά της Αμερικής καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία.  Και το σύνθημα αυτό ήταν «είμαστε το 99%».  Και, κατ’ επέκταση, οι άλλοι (οι ευνοούμενοι της Γουόλ Στρητ) είναι το «1%» που πρέπει, οικονομικά, να χαλιναγωγηθεί.  Η επέτειος μ’ έκανε να αναλογιστώ όλα τα παραπάνω και να θυμηθώ πώς τα πράγματα το έφεραν έτσι  και έτυχε να έχω μια φυσική, ας το πούμε, επαφή και με τις δυο πλευρές που βρέθηκαν αντιμέτωπες σ’ εκείνο το σχετικά  σύντομο κοινωνικό/πολιτικό συμβάν.

****

Ας ξεκινήσουμε απ’ το «99%».  Εκείνη τη μέρα τη φθινοπωρινή έτυχε να έχω απανωτές συνεδριάσεις για το έργο που επέβλεπα και, στην αίθουσα των συνεδριάσεων χωρίς παράθυρα στο εσωτερικό του κτιρίου, ακουγόταν ένας συνεχής θόρυβος οχλοβοής που ανέβαινε από τον δρόμο, είκοσι ορόφους χαμηλότερα.  Όταν μετά την τελευταία συνεδρίαση επέστρεψα στον χώρο του γραφείου μου, που είχε θέα το δημαρχείο με το πάρκο του και δίπλα τη λεωφόρο Μπρόντγουεϊ που κατηφόριζε προς το τέλος του Μανχάτταν, αντίκρισα μια λαοθάλασσα να πορεύεται προς το Ζουκότι Παρκ, λίγα τετράγωνα πιο κάτω.  Είπα από μέσα μου, «αν συνεχίζεται η πορεία την ώρα που σχολάω, θα την ακολουθήσω».  Και όντως, μετά από μιάμιση ώρα περίπου, βρέθηκα ανάμεσα στο πλήθος και κατέληξα απέναντι απ’ τον καταυλισμό των ακτιβιστών, στάθηκα σε μια γωνία απορροφώντας  την εξέλιξη της πορείας που συνεχιζόταν για αρκετή ώρα αφότου είχε νυχτώσει, και τα συνθήματα στα πλακάτ τριγύρω.  Δεν είχα μέχρι τότε επισκεφθεί τον καταυλισμό και μου έκανε εντύπωση η οργανωμένη ασφυκτικά ατμόσφαιρα όσων είχαν «κατασκηνώσει» εκεί, μα ακόμα πιο πολύ ο τρόπος της παρουσίας της αστυνομίας.  Συγκεκριμένα, δυο υψηλότατοι πύργοι στα δυτικά του πάρκου, απ’ τη μεριά των πρώην δίδυμων πύργων, επανδρωμένοι με αστυνομικούς και εξοπλισμένοι με προβολείς, ταίριαζαν περισσότερο με το σκηνικό ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης παρά με τον διάκοσμο μεγαλούπολης μιας σύγχρονης δημοκρατίας.  Παρακολουθώντας το πλήθος αναρωτιόμουνα αν θα τύχαινε να συναντήσω κάποιον γνωστό μου.  Ίσως έναν συνάδελφο που είχε την ίδια έμπνευση.  Κι επάνω που άρχισα να αμφιβάλλω ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, νάτη η Φων!  ‘Πώς κι από εδώ’ της λέω.  Και μου απαντάει, ‘αυτό ακριβώς ήθελα να σε ρωτήσω κι εγώ!’  Η Φων ήταν η ψηλή, όμορφη νοσοκόμα του γιατρού μου και, όπως μου εξήγησε, μετά τη δουλειά, είχε ενωθεί με την αντιπροσωπεία του συνδικαλιστικού σωματείου των νοσοκόμων που είχαν κατέβει στην πορεία μαζί με τόσα άλλα συνδικαλιστικά σωματεία.  ‘Είμαστε το 99 τοις εκατό,’ μου φώναξε συνεχίζοντας με τους συναδέλφους της.

****

Ανέφερα τις συνεδριάσεις στη δουλειά μου τη μέρα της μεγάλης πορείας προς υποστήριξη των ακτιβιστών του κινήματος  Οκιουπάϊ Γουόλ Στρήτ.  Αυτές οι συνεδριάσεις σχετίζονταν με ένα μεγάλο δημόσιο περιβαλλοντικό έργο στο Μπρούκλυν για το οποίο η (κρατική) υπηρεσία  είχε έρθει σε σύγκρουση με τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, τον πολυδισεκατομμυριούχο Μάϊκ Μπλούμπεργκ.  Και ο λόγος αυτής της αντιπαράθεσης ήταν ότι η περιοχή γύρω από το μεγάλο κανάλι με τη χημική ρύπανση που έχρηζε καθαρισμού είχε μπει στο μάτι των επιχειρηματιών οικοδομικής ανάπτυξης.  Είναι αυτοί που «κυβερνούν» την πόλη, μιας και είναι το χρήμα πίσω από την εκλογή του κάθε δημάρχου.  Ο Μπλούμπεργκ, προφανώς, δεν χρειαζόταν τα λεφτά τους αλλά συμμεριζόταν την «κοσμοθεωρία» τους.  Κι έπρεπε να έχει αυτός τον έλεγχο του καθαρισμού του καναλιού και, ως εκ τούτου, ενός τρόπου καθαρισμού που θα ευνοούσε το σύντομο χρονοδιάγραμμα του ενδιαφερόμενου για την οικοδομική ανάπτυξη κεφαλαίου.  Κι έτσι ο δήμαρχος έκανε το πάν για να του αναθέσει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση το έργο.  Και φυσικά, όπως με όλες του τις μάχες, ο πανούργος εκείνος δήμαρχος σπανίως έβγαινε ο ίδιος μετωπικά.  Πάντα διάλεγε κάποιον «ικανό» να δώσει τις δημόσιες μάχες και, φυσικά, στο τέλος να του φέρει πίσω…τα τρόπαια.

****

Την πρώτη φορά που συνάντησα τον διαλεκτό του δημάρχου για την υπόθεση του έργου μου, αυτός έφτασε καθυστερημένος σε μια συνεδρίαση δεκαπέντε περίπου ατόμων που τον περίμεναν.  Κάποιος άλλος από τους αντιπροσώπους της πόλης τον σύστησε, «Κάσιος Χ. ο Τέταρτος». (Ναι, είναι όπως το ακούσατε.  Στο τέλος του ονόματος του είχε ένα λατινικό IV, όπως δηλαδή λέμε «Λουδοβίκος ο ΧIV».).  Ήταν, λέει, ο διευθυντής του προσωπικού του αντιδημάρχου της Νέας Υόρκης.  Κάθισε στο τέλος του μεγάλου τραπεζιού, απέναντι από τον διευθυντή της υπηρεσίας μου, στην άλλη άκρη, και ακριβώς δίπλα μου, εκ δεξιών.  Μετρίου αναστήματος, γαλανομάτης, ξανθός (με όση κάλυψη της κεφαλής είχε, περιφερειακή).  Είχε ύφος αλαζονικό και υπήρξε σφόδρα επιθετικός κατά την διάρκεια των συνομιλιών.  Δυο-τρείς μέρες αργότερα έλαβα ένα τηλεφώνημα από το γραφείο της υπηρεσίας μας στη Φιλαδέλφεια.  Ήθελαν να μάθουν τι ακριβώς συμβαίνει με το έργο και τις συνομιλίες μας με τον δήμο της Νέας Υόρκης.  Επειδή ήταν ένα ασύνηθες τηλεφώνημα (η μία υπηρεσιακή περιφέρεια δεν ανακατεύεται με τα έργα της άλλης), ρώτησα τον συνάδελφο ποιος ακριβώς από την πολιτεία της Πενσυλβάνιας νοιαζόταν για αυτό το έργο στη δική μας πολιτεία.  Κι εκείνος μου απάντησε ότι ο γερουσιαστής της πολιτείας αυτής, Άρλεν Σπέκτερ, ήταν ο ενδιαφερόμενος.  Το ανέφερα στον διευθυντή μου και, μετά λίγες μέρες, εκείνος επανήλθε με πληροφορίες μιας μικρής του έρευνας.  Ανακάλυψε, λοιπόν, ότι ο Κάσιος  Χ. ο Τρίτος (ΙΙΙ), πατέρας του Τέταρτου, ήταν ένας μεγαλοεπιχειρηματίας οικοδομικών επιχειρήσεων στην πολιτεία της Πενσυλβάνιας, και μεγάλος χρηματοδότης του γερουσιαστή Σπέκτερ.  «Μάλλον κοίταγε να μας ασκήσει κάποια πολιτική πίεση για να βοηθήσει τον γιό του», μου είπε.  Καθώς η αντιμαχία με τον δήμο είχε γίνει πιά δημόσιο θέμα, επακολούθησε μια πρόσκληση στον διευθυντή μου από έναν τοπικό σταθμό τηλεόρασης στο Μπρούκλυν για ένα ντιμπέϊτ πάνω στο θέμα.  Τον δήμο, είπαν, θα τον αντιπροσώπευε ο Κάσιος Χ,. ο Τέταρτος.  Κι επειδή έλειπε ο διευθυντής, με άδεια, η υπηρεσία ανέθεσε σε μένα να συμμετάσχω στο ντιμπέΙτ αυτό.  Έφτασα, με τη νεαρή Ιρλανδέζα απ’ το γραφείο τύπου, λίγο νωρίτερα, για να γνωριστώ με τον παρουσιαστή και να οικειοποιηθώ με τις τεχνικές λεπτομέρειες στο στούντιο.  Ο Κάσιος Χ. έφτασε λίγο πριν την έναρξη.  Ανταλλάξαμε φιλοφρονητικούς χαιρετισμούς και αφεθήκαμε στους τεχνικούς…Μετά το τέλος του ντιμπέϊτ, του προσέφερα το χέρι, «καλό ντιμπέϊτ», του λέω.  «Πώς τα πήγες, κατά τη γνώμη σου;»  Φαίνεται να αιφνιδιάστηκε με την ερώτηση και μου απάντησε μισοχαμογελώντας «Να δούμε τι θα πει το αφεντικό μου.  Αυτή είναι η γνώμη που μετράει περισσότερο» (δηλαδή ο δήμαρχος, που προφανώς τα παρακολουθούσε, αόρατος, όλα).  Απέξω από τον σταθμό της τηλεόρασης, η νεαρή Ιρλανδέζα με αγκάλιασε γεμάτη ενθουσιασμό κι ανέκραξε «Νικήσαμε!».  Με το πρόσωπο μου πάνω απ’ τον ώμο της, έβλεπα τον συνομιλητή μου να μπαίνει σε μια μαύρη λιμουζίνα που θα τον πήγαινε στο γραφείο του.  «Να!» της λέω «οι νικητές».  Κι ανοίξαμε βήμα ταχύ προς τον υπόγειο πριν μας παγώσει ο δυνατός κρύος αέρας.  Στο τέλος, ο δήμος απέτυχε να πείσει την κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον και η υπηρεσία μου ανάλαβε τον καθαρισμό του καναλιού.  Λίγους μήνες αργότερα, ο δήμαρχος ανέθεσε στον Κάσιο Χ. την ηγεσία της μεγαλύτερης υπηρεσίας του δήμου, της Υπηρεσίας για το Περιβάλλον.  Οι επικοινωνίες μου μαζί του, που συνεχίστηκαν εκείνο το σύντομο διάστημα, ήταν μάλλον φιλικού επιπέδου, παρόλες τις διαφορές μας πάνω σε ζητήματα του έργου για τα οποία η υπηρεσία μου θεωρούσε τον δήμο υπεύθυνο.  Δεν διήρκεσαν όμως πολύ.  Γιατί εκείνος έμεινε μόνο τρείς τέσσερες μήνες ως διευθυντής της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος.  Κατόπιν, ο δήμαρχος Μπλούμπεργκ αποφάσισε να χρήσει τον Κασιο Χ. αντιδήμαρχο της Νέας Υόρκης!

****

Την επόμενη χρονιά απ’ όλα αυτά, το 2011, είχαμε τα γεγονότα του Οκιουπάϊ Γουόλ Στρήτ.  Ήταν ένα πολιτικό φαινόμενο που είχε αιφνιδιάσει τους πάντες, ειδικά αυτούς που ήταν, ονομαστικά, το αντικείμενο οργής αυτού του κινήματος.  Και τώρα είχαν γίνει φυσική απειλή έξω από το «σπίτι» τους.  Και φυσικά ένας δήμαρχος που ήταν παιδί και θρέμμα της Γουόλ Στρήτ δεν μπορούσε να ανεχθεί κάτι τέτοιο.  Και, σύμφωνα με το στυλ του, ανέθεσε σε κάποιον «ικανό» να το χειριστεί.  Έτσι ξαναείδα τον Κάσιο Χ.  Όχι εκ του σύνεγγυς αλλά στις εμφανίσεις του στην τηλεόραση και στις εφημερίδες, όπου έκανε δηλώσεις σ’ ένα παιχνίδι νεύρων διαρκείας με τους ακτιβιστές στο πάρκο Ζουκότι.  Προφανώς ο δήμαρχος είχε αναθέσει σε αυτόν να χειριστεί το ζήτημα.  Και μετά από δυο μήνες περίπου κατάληψης του πάρκου, η αστυνομία έπιασε τους ακτιβιστές κυριολεκτικά στον ύπνο, αφού έκανε μια μεγάλη έφοδο νύχτα, ώρα μία, στα μέσα του Νοέμβρη, και άδειασε το πάρκο από τους καταληψίες και τα υπάρχοντα τους.  Και τότε ξαναθυμήθηκα εκείνες τις  επαφές μου, ένα χρόνο πριν, με τον Κάσιο Χ. και το ιστορικό του που φώτιζε τη θέση του, και τους χειρισμούς του, καταμεσής σε αυτή την ιστορική σκηνή.

****

Όμως κάτι απέμεινε από το κίνημα αυτό στα επόμενα δέκα χρόνια.  Πολλά από τα κοινωνικά συνθήματα, σ’ εκείνο το συνονθύλευμα διαμαρτυρίας χαμηλά στο Μανχάτταν, βρήκαν στέγη στα πολιτικά προγράμματα των προοδευτικών πολιτικών, υποψηφίων για την προεδρία της Αμερικής το 2016 και 2020, Μπέρνι Σάντερς και Ελίζαμπεθ Γουόρεν.  Και μερικά ακόμα, με τη μια μορφή ή την άλλη, φαίνεται να έχουν ελπίδες για την υλοποίηση τους από την παρούσα προεδρία του Τζό Μπάϊντεν.  Από την άλλη, όμως, οι επιδιώξεις του αναπτυξιακού οικοδομικού κεφαλαίου στη Νέα Υόρκη, παρόλο που έχασαν την πρώτη μάχη επί δημάρχου Μπλούμπεργκ, βρήκαν έναν καινούργιο υποστηρικτή στο πρόσωπο του αριστερού, κατά τα άλλα, δημάρχου Μπίλ ντε Μπλάζιο.  Και μετά από μια δεκαετία αναμονής φαίνεται ότι θα πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους για οργιαστική οικοδομική ανάπτυξη γύρω από το κανάλι του Μπρούκλυν (που έχει αρχίσει να καθαρίζεται) προς μεγάλη απογοήτευση της τοπικής κοινότητας.  Κι έτσι, αν μάθαμε και πάλι ένα μάθημα είναι ότι «οι πολλοί» (κατά τον αρχαίο ορισμό), ή αυτό που σήμερα το λέμε «το 99%», πρέπει να επαγρυπνούν και να ενεργούν συνεχώς για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους.  «…Θέλει δουλειά πολλή…», όπως λέει και ο ποιητής.  Και παραφράζοντας περαιτέρω, «θέλει και οι ζωντανοί να δίνουν…» τα πάντα.  Να μην το βάζουν κάτω δηλαδή.  Γιατί αν διαπιστώσαμε κάτι εκείνη την εποχή σε αυτήν εδώ την πόλη που, όπως αυτοδιαφημίζεται, «δεν κοιμάται ποτέ» (The City Never Sleeps), είναι ότι το ισχυρό «1%», συσπειρωμένο όταν χρειαστεί, επαγρυπνεί και αυτό.  Και είναι  έτοιμο να εφορμήσει και να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του όταν απειλούνται.  Και αν το «αεικίνητο» είναι ακόμη μια πανάκεια στον κόσμο των μηχανών, είναι σίγουρα κάτι που το οργανωμένο κεφάλαιο το έχει ανακαλύψει από καιρό, και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί.  Δέκα χρόνια μετά, οι κανόνες του παιχνιδιού φαίνεται να μην έχουν αλλάξει.

Προηγούμενο άρθροQueer λογοτεχνία-προτάσεις ανάγνωσης και απορίες «είδους» (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθροΣχολείο, ποιο σχολείο; (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ