«Ανάμεσα στην άγνοια της Ανατολής και στην ξιπασιά της Δύσης»: Ο κατά Αλεξανδρόπουλο Μάξιμος ο Γραικός δυο γενιές μετά (του Νίκου Χρυσίδη)

0
317

του Νίκου Χρυσίδη (*)

 

Οι στενές ελληνορωσικές σχέσεις κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο αρχίζουν εν πολλοίς με τον Μάξιμο, ο οποίος φτάνει στη Μόσχα το 1518, όπως φαίνεται κατά τύχη, εφόσον οι Ρώσοι είχαν κατά νου κάποιον άλλον αγιορείτη μοναχό. Οι επιθυμίες των βατοπεδινών μοναχών – αποστολέων από το Άγιον Όρος μάλλον είχαν να κάνουν με την πιθανή πατρωνία του μοναστηριού από τον ρώσο μέγα πρίγκιπα. Ο μοναχός Μάξιμος (κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης) έλαχε να είναι αυτός που βρέθηκε στη Ρωσία για το σημαντικό και συνάμα ευαίσθητο ζήτημα της διόρθωσης των μεταφράσεων και της εκ νέου μετάφρασης λειτουργικών και θεολογικών κειμένων. Το μυθιστόρημα αναπλάθει την πολύπλευρη φιλολογική δραστηριότητα του Μάξιμου και την τοποθετεί στο ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της Μοσχοβίας του 16ου αιώνα, όπως και στο γενικότερο πλέγμα των ελληνορωσικών σχέσεων της εποχής εκείνης. Για τον τελευταίο αυτό λόγο, το παρόν κείμενο θα εστιάσει στη θεματική των σχέσεων αυτών, όπως αυτή ξεδιπλώνεται στο μυθιστόρημα.

Καταρχήν, λοιπόν, δυο λόγια περί ιστοριογραφίας. Η ιστορία των ελληνορωσικών σχέσεων κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο μέχρι και σήμερα ερμηνεύεται συνήθως μέσα από την οπτική γωνία και την αναλυτική θεώρηση του Νικολάι Κάπτερεβ. Το έργο του ρώσου ιστορικού, αν και γραμμένο στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, παραμένει θεμελιακό για την ιστοριογραφική προσέγγιση των σχέσεων αυτών. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να διαφεύγει από την προσοχή μας πως, μολονότι ήταν από τους πιο έντιμους και επαγγελματίες ιστορικούς της εποχής του, ο Κάπτερεβ τελικά δεν απέφυγε κακοτοπιές που οφείλονταν στις πολιτικές συνθήκες της περιόδου. Συγκεκριμένα, ο Κάπτερεβ εργάστηκε με τους φακέλους του αρχείου της Γραμματείας Εξωτερικών Υποθέσεων και συνέγραψε μια ιστορία των ελληνορωσικών σχέσεων η οποία ήταν πρωτίστως ιστορία των κληρικών της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των σχέσεών τους με τη ρωσική κυβέρνηση κυρίως, και δευτερευόντως με τους κληρικούς της ρωσικής Εκκλησίας. Το αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης είναι ότι κυριαρχεί στην ανάλυσή του η παράθεση πλήθους αιτήσεων εκ μέρους των μοναστηριών και των Πατριαρχείων της Ανατολής, που ζητούσαν χρηματική βοήθεια. Ως εκ τούτου, ο Κάπτερεβ αντιμετωπίζει τους Έλληνες του 16ου και του 17ου αιώνα κυρίως ως φτωχούς συγγενείς, κυριολεκτικά ως επαίτες και ζήτουλες, που έρχονταν στην πλούσια ομόδοξη χώρα του Βορρά με ιδιοτέλεια, για να γεμίσουν τις τσέπες τους με πρόσχημα την πενία των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων με τα οποία συνδέονταν. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στη Ρωσία, οι κληρικοί αυτοί συμμετείχαν σε μια σειρά μικρών ή μεγάλων κινήσεων, που κατέληγαν στις περισσότερες των περιπτώσεων να είναι απάτες. Το αποτέλεσμα είναι να περιγράφονται ως πονηροί (χίτρυε) Έλληνες, που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το γόητρο, το χρήμα, την ευπιστία και την καλή καρδιά των Ρώσων. Και παρότι η ρωσική κυβέρνηση, κατά κανόνα, τείνει ευήκοον ους στις αιτήσεις αυτών των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η συμπεριφορά και οι απόψεις των άλλων στρωμάτων της ρωσικής κοινωνίας προς τους Έλληνες, πέραν της ελίτ, κάθε άλλο παρά θετική ήταν.

Εν πολλοίς, και οι σοβιετικοί και οι μετασοβιετικοί ερευνητές έχουν ακολουθήσει αυτό το περίγραμμα των ελληνορωσικών σχέσεων. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις, ερευνητών και ερευνητριών που δεν εκκινούν από το δίπολο φτωχοί και αδύναμοι Έλληνες / πλούσιοι και δυνατοί Ρώσοι. Αντίθετα, προσπαθούν να καταλάβουν πώς και γιατί τόσοι πολλοί Έλληνες της εποχής βρίσκουν στη Ρωσία καταφύγιο προσωρινό (πολλοί λίγοι ήταν αυτοί που έμειναν μόνιμα), ποιες οι υποθέσεις στις οποίες αναμειγνύονται και ποια τα κίνητρα και τα αίτια των συγκεκριμένων αποστολών και ταξιδιών. Στο βαθμό που αυτές οι νέες προσεγγίσεις είναι ενδεικτικές μιας ή περισσοτέρων νέων οπτικών, τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι εν πολλοίς διαφοροποιημένα από αυτά του Κάπτερεβ.

Για παράδειγμα, το πλούσιο έργο της Βέρας Τσεντσόβα έχει αποδείξει, ή σε άλλες περιπτώσεις έχει συμπεράνει με πολύ ισχυρή επιχειρηματολογία, ότι πολλές από τις αιτήσεις για βοήθεια ήταν, στην ουσία, αντίγραφα εργαστηρίων παραγωγής τέτοιων αιτήσεων στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Η ίδια έχει επίσης ανασυστήσει τις παραμέτρους δημιουργίας δικτύων επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κληρικών και λαϊκών στη διάρκεια του 17ου αιώνα. Τέλος, η ίδια έχει επισημάνει τον ρόλο που έπαιξαν το εμπόριο και η διακίνηση θρησκευτικών συμβόλων (εικόνων, λειψάνων κλπ.), τόσο σε ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί, μεταφορικά και κυριολεκτικά, «οικονομία της σωτηρίας» όσο και για την εικόνα και προπαγάνδα του τσάρου και της κυβέρνησής του προς το εξωτερικό. Ο Νικόλας Πίσσης, από την άλλη μεριά, τόσο στη μονογραφία του όσο και σε μια σειρά δημοσιεύσεων, μας υπενθυμίζει ότι οι ελληνορωσικές σχέσεις δεν συνέθεταν απλώς το δίπολο του Κάπτερεβ αλλά χαρακτηρίζονταν από προσωπικές επιλογές και ιδιαίτερες πολιτικές τάσεις, ουτοπικά και λιγότερο ουτοπικά σχέδια για την πολιτική χειραφέτηση των Ελλήνων, και από μια σειρά σχεδίων, που είχαν σκαρώσει μεγάλοι και μικροί της εποχής ενόψει (ή ως απόρροια των ελπίδων περί) στρατηγικής και πολιτικής ανόδου της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή σκηνή. Οπότε οι Έλληνες δεν ήταν απλώς επαίτες που έφταναν στη Ρωσία για να διαπράξουν απατεωνιές και να περάσουν καλά με έξοδα των Ρώσων. Αρκετοί από αυτούς είχαν λίγο ώς πολύ σοβαρές προτάσεις για πολιτικές, θρησκευτικές και εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες και δραστηριότητες, τις οποίες πρότειναν στους Ρώσους όχι μόνο λόγω του προσωπικού τους συμφέροντος αλλά επειδή, επίσης, εκπροσωπούσαν ευρύτερες ομάδες ενδιαφερόντων και συμφερόντων. Κοντολογίς, η θεώρηση του Κάπτερεβ, αν δεν ανατρέπεται πλήρως, αντικαθίσταται εν μέρει με μια πιο συνθετική και λεπτομερειακή προσέγγιση που αποφεύγει παλιά δίπολα.

Πώς μπορούμε να τοποθετήσουμε τον Μάξιμο στη Ρωσία του 16ου αιώνα; Τί κάνει ένας αναγεννησιακός μοναχός (πρώην ρωμαιοκαθολικός, μάλιστα) εκεί; Ο διάλογος με τον μέγα πρίγκιπα της Ρωσίας Βασίλειο στις σ. 124-126 του μυθιστορήματος του Αλεξανδρόπουλου μας βοηθά. Στη συνομιλία αυτή ο μέγας πρίγκιπας Βασίλειος φέρεται να κάνει πραγματική ανάκριση στον Μάξιμο σχετικά με το παρελθόν του. Ο Μάξιμος απαντά ανοιχτά, ότι αρχικά έφυγε στην Ιταλία αναζητώντας τη μόρφωση της Δύσης και ότι ασχολήθηκε με τα μη ιερά βιβλία, όπως του επισήμανε και ο ίδιος ο Βασίλειος. Στη συνέχεια μεταπήδησε στην πραγματική σοφία των θρησκευτικών βιβλίων, όταν ανακάλυψε ότι η αρχαία γνώση οδηγούσε στην καταστροφή, αν δεν ελεγχόταν από τη θρησκευτική πίστη. Όπως το διατύπωσε ο Μάξιμος, τα αρχαία βιβλία των Ελλήνων ήταν «χρήσιμα», αλλά μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν στην απώλεια της σωτηρίας. Αυτό που κόμιζε, δηλαδή, ο Μάξιμος στη Ρωσία του 16ου αιώνα ήταν ένα είδος κοσμικής γνώσης φιλτραρισμένης μέσω της θρησκευτικής πίστης και εμπειρίας. Η Ρωσία τότε, το Μεγάλο Δουκάτο της Μοσχοβίας, αν μη τι άλλο, ήταν μια περιφερειακή χώρα, μεγάλη μεν και πιθανόν στρατιωτικά δυνατή, η οποία όμως δεν είχε γνωρίσει τη δική της Αναγέννηση, ούτε είχε εκτεταμένο δίκτυο σχολείων και σίγουρα δεν καταγινόταν με την εύρεση, καταγραφή, αντιγραφή, αντιπαραβολή, και δημοσίευση κλασικών κειμένων. Συμπερασματικά, ο Μάξιμος προσέφερε υπηρεσίες που οι Ρώσοι δεν μπορούσαν να έχουν μέσω εγχώριων δυνάμεων, ούτε και τους ενδιέφερε να καλλιεργήσουν.

Εξ ου και η ρήση «εμείς αντιγράφουμε, εσύ να γράφεις» που νωρίς στο μυθιστόρημα ο Αλεξανδρόπουλος τη βάζει στα χείλη ενός καλογέρου του Αγίου Όρους, σε αναφορά προς τον Μαξιμο. Η ίδια φράση αντικατοπτρίζει τη στάση των Ρώσων. Εμείς αντιγράφουμε, εσύ να γράφεις, αλλά δεν είναι απαραίτητο ότι θα δεχτούμε ό,τι γράφεις, γιατί… το πρόβλημα είναι στο γιατί. Για την προβληματική μας, ιδιαίτερα σημαντικό είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί το εκκρεμές των συμπεριφορών των Ρώσων απέναντι στους Έλληνες, περιλαμβανομένων και πολλών συμπεριφορών που καταλήγουν να είναι άκρως ανθελληνικές. Οι Ρώσοι μπορεί να ήταν ομόδοξοι αλλά δεν δέχονταν απαραιτήτως τους Έλληνες ως αντίστοιχα ομόδοξους, και σίγουρα δεν ήταν πάντα και απαραίτητα ομοφρονούντες των Ελλήνων. Πιο συγκεκριμένα, η σχέση αγάπης-μίσους που διακρίνουμε στις πηγές περιλάμβανε μια σειρά ρωσικών απόψεων, που χαρακτηρίζονταν από αναγνώριση του ρόλου του Βυζαντίου στον εκχριστιανισμό της Ρωσίας, συχνή διαβούλευση με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ανατολής για θέματα θεολογικά αλλά και πολιτικά, συνεχείς αποστολές χρημάτων και συνεισφορών σε είδος στις εκκλησίες και ιδιαίτερα τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Ανατολής, αλλά και σοβαρές υποψίες όσον αφορά την αλώβητη επιβίωση της Ορθοδοξίας υπό ισλαμικό έλεγχο, κοινωνικοπολιτικό σνομπισμό (οι ελεύθεροι Ρώσοι αντιδιαστέλλονται με τους υποταγμένους Έλληνες), ακόμη και απαγορεύσεις εισόδου Ελλήνων εμπόρων σε ρωσικές εκκλησίες λόγω αμφιβολιών για τη θρησκευτική τους καθαρότητα. Εάν η ρωσική ελίτ (τόσο πολιτική όσο και, πολλές φορές, εκκλησιαστική) έβλεπε τους έλληνες κληρικούς ως ικανούς εμπειρογνώμονες και απαραίτητους γνώστες/κριτές σε θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα, οι απόψεις των υπόλοιπων Ρώσων ήταν πολύ λιγότερο ευμενείς.

Ως εμπειρογνώμονες λοιπόν απευθύνονταν στους ορθόδοξους (έλληνες και εν μέρει άραβες) ιεράρχες οι Ρώσοι στην πρώιμη νεότερη περίοδο. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, αλλά το μυθιστόρημά του δείχνει πολύ καθαρά ότι στον 16ο αιώνα (και θα πρόσθετα: και στον 17ο) οι Ρώσοι είχαν πολύ περισσότερο ανάγκη τους Έλληνες, απ’ ό,τι το αντίθετο. Το παράδειγμα του Μάξιμου αναδεικνύει τους λόγους πολύ καθαρά: οι Έλληνες είχαν την παιδεία, τη μόρφωση, τα παιδευτικά εργαλεία, τη θεολογική γνώση και τη γλωσσική κατάρτιση προκειμένου να προσφέρουν φιλολογικές και θεολογικές υπηρεσίες στους Ρώσους. Οι Ρώσοι δεν είχαν σχολεία, ούτε έστελναν φοιτητές στο εξωτερικό. Το αντίθετο, όπως αποδεικνύει η περίπτωση του Πατριάρχη Νίκωνος με τις μεταρρυθμίσεις του στα μέσα του 17ου αιώνα, αλλά και άλλες περιπτώσεις πριν και μετά από αυτόν, οι Ρώσοι ήταν θεμελιακά συντηρητικοί, διά τον φόβον της αιρέσεως. Επομένως, οι εμπειρογνώμονες και οι ειδικοί προσέφεραν τις υπηρεσίες τους όταν οι Ρώσοι αποφάσιζαν ότι τις είχαν ανάγκη.

Από την πλευρά τους (και αυτό αναδεικνύεται καθαρά και στο μυθιστόρημα) οι Έλληνες δεν έβλεπαν τη Ρωσία μόνο ως πηγή χρημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μοναχοί του Βατοπεδίου προσπάθησαν επανειλημμένα να απελευθερώσουν τον Μάξιμο και να τον επαναφέρουν κοντά τους, παρότι τέτοιες αιτήσεις συνήθως δημιουργούσαν προβλήματα στις σχέσεις του με την πριγκιπική αυλή. Για το 18ο αιώνα (που βέβαια είναι μακριά από την εποχή του Μάξιμου) έχει διατυπωθεί η άποψη ότι τα μοναστήρια του Αγίου Όρους δεν χρειάζονταν τους Ρώσους. Και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το διέσωσαν οικονομικά επανειλημμένα οι ηγεμόνες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών τον 17ο αιώνα. Αν οι Σιναΐτες, για παράδειγμα, μετά την πτώση της Κρήτης στους Τούρκους μπορούσαν να εξασφαλίσουν για αρκετά χρόνια το απυρόβλητο και να εμποδίσουν τον επίσκοπο που έστειλε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να αναλάβει τα καθήκοντά του, τότε το ερώτημα τίθεται γιατί να προσπαθούν να προσεταιριστούν τους Ρώσους; Κοντολογίς, η εικόνα του Μάξιμου που μας δίνει ο Αλεξανδρόπουλος ίσως να είναι τελικά πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα των μορφωμένων μοναχών της εποχής, που έπαιρναν πρωτοβουλίες και υποστήριζαν απόψεις όχι για τα χρήματα αλλά γιατί πραγματικά τις πίστευαν.

Επιπλέον, το μυθιστόρημα του Αλεξανδρόπουλου δείχνει καθαρά τον βαθμό της έντασης ανάμεσα στους Έλληνες και τους Ρώσους στις μεταξύ τους σχέσεις στην πρώιμη νεότερη περίοδο. Και το δείχνει αυτό στο μεταίχμιο του συνδυασμού της κλασικής με τη θρησκευτική παιδεία. Αν στη Δύση της Αναγέννησης η ένταση μεταξύ των δύο ειδών γνώσης διαδραματιζόταν και αποτυπωνόταν σε διαφορετικά επίπεδα και λίγο-πολύ ανοιχτά, στην περίπτωση της Ρωσίας η όποια ένταση παρέμεινε πίσω από τους τοίχους μοναστηριών, μεταξύ καλογέρων. Σε αυτό το ρωσικό περιβάλλον, οι αντιγραφείς παρέμειναν αντιγραφείς, παρά φιλόλογοι και δημιουργοί πρωτογενών έργων. Γι’ αυτό και όταν ήρθε η ώρα της αναμέτρησης, μεταξύ του πεπαιδευμένου επισκέπτη καλόγερου και της τοπικής ελίτ κληρικών (οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν καλόγεροι), η κοσμική παιδεία του Μάξιμου ήταν που λειτούργησε ως έναυσμα για τη δικαστική και εκκλησιαστική δίωξή του. Στην πραγματικότητα, βέβαια, το καίριο ζήτημα, όπως πολύ σωστά προφήτεψε εξαρχής το μυθιστόρημα, φαίνεται να υπήρξε όχι τόσο η μεγάλη ακίνητη περιουσία των μοναστηριών όσο το τι έκαναν με αυτήν. Η κριτική που ασκήθηκε τόσο από μερικούς μοναχούς όσο και από κάποιους λαϊκούς στη μεγάλη αυτή εκκλησιαστική ιδιοκτησία βρήκε σύμφωνο τον Μάξιμο, ο οποίος φαίνεται ότι και την προικοδότησε με αρκετή επιστημοσύνη: ανέβασε τον πήχη της επιχειρηματολογίας τόσο θεολογικά όσο και ιστορικά, και σίγουρα της έδωσε την αύρα της ελληνικής αυθεντίας, που στα μάτια τουλάχιστον μερικών Ρώσων της εποχής είχε πέραση. Εξ ου και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στον Μάξιμο λόγω της συμπαράταξής του με τους λεγόμενους ακτήμονες, δηλαδή αυτούς που υποστήριζαν ότι η εκκλησιαστική περιουσία των μοναστηριών έπρεπε να είναι υπό τον έλεγχο των κατά τόπους επισκοπών, όπως και τα ίδια τα μοναστήρια.

Η φιλολογική κατάρτιση του Μάξιμου ήταν απαραίτητη, επαινετή και χρήσιμη για τους Ρώσους. Αλλά όταν συγκρουόταν, τουλάχιστον στο μυαλό μερικών σημαντικών μελών της ρωσικής ελίτ, ιδιαίτερα της εκκλησιαστικής, με την αυτοεικόνα του ρωσικού μεγαλείου, τότε η σύγκρουση απέβαινε εις βάρος της γνώσης. Σε μια από τις πιο εύγλωττες αναπαραστάσεις αντιπαράθεσης των δύο κόσμων, ο Μάξιμος απαντά στον μητροπολίτη Δανιήλ για τις αλλαγές που επιφέρει στα λειτουργικά κείμενα. Ο Δανιήλ του υπενθυμίζει ότι η Ρωσία είναι νέα και άπειρη, και οποιαδήποτε περίπτωση πιθανής αμφιβολίας για τα ιερά κείμενα στον απλό λαό μπορούσε να αποβεί μοιραία (σ. 59). Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και μια αποστροφή του πρώην βογιάρου και νυν μοναχού Βασσιανού (Πατρικέεβ), ο οποίος συνέστησε την προσοχή του Μάξιμου στο πολύ σημαντικό βάρος που του έλαχε να αναλάβει ως φιλόλογος και αναλυτής κειμένων:

«Άγιε πάτερ, εσύ είσαι σταλμένος εδώ από τον Θεό κι όχι από τους ανθρώπους, έχεις χρέος πολύ μεγάλο. Είσαι η θεία φώτιση κι εμείς είμαστε κόσμος άγουρος, βυθισμένος στην άγνοια. Μα είμαστε γερή φυλή. Κρατάμε από ρίζες νέες και γερές, θα ζήσουμε πολύ εδώ στη γη, τέτοιο φαίνεται είναι το θέλημα του Θεού» (σ. 49).

Για κάποιους Ρώσους, λοιπόν, ο Μάξιμος έπρεπε να δώσει, αντί να παίρνει.

Εμείς αντιγράφουμε, εσύ να γράφεις. Η φράση θα μπορούσε να καλύπτει και τον 16ο και τον 17ο αιώνα της ρωσικής παραγωγής, η οποία μόνο πρωτότυπη δεν είναι. Οι Ρώσοι αντιγράφουν, μερικές φορές κατά λέξη, και δεν παράγουν πρωτότυπο έργο. Προτιμούν την παράδοση και όχι τη νεωτερικότητα. Είναι ένας κόσμος άγουρος, παρά την αυτοκεφαλία της Ρωσίας και τη δημιουργία του Πατριαρχείου Μόσχας στα τέλη του 16ου αιώνα.

Το μυθιστόρημα επίσης θίγει μια σειρά άλλων πλευρών της Ρωσίας της πρώιμης νεότερης εποχής, όπως, για παράδειγμα, οι μοναχοί στη Ρωσία και ο ρόλος τους ως συμβούλων για την κυβέρνηση και την ελίτ. Αλλά και ο ρόλος των μοναστηριών ως κέντρων πνευματικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης εμφανίζεται καθαρά στο μυθιστόρημα. Αντανακλάται έτσι πολύ καλά το ότι οι επίσκοποι δεν έπαιζαν εθνικό ρόλο παρά μόνο τοπικό, σε αντίθεση με τους μοναχούς, που πολλές φορές πρωτοστατούσαν τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Πραγματικά, ένα από τα προτερήματα του μυθιστορήματος είναι ότι περιλαμβάνει όλων των ειδών τους μοναχούς: μορφωμένους, απαίδευτους, ραδιούργους, αριβιστές, ακτήμονες και φιλοκτήμονες, πολιτικά ενεργούς και απολιτικούς, φοβισμένους και προσεκτικούς, απρόσεκτους και ατρόμητους.

Στο μυθιστόρημα αποτυπώνεται επίσης ο σημαντικός ρόλος, τόσο πολιτικός όσο και πολιτισμικός, τον οποίον έπαιζαν οι γραμματείς την εποχή εκείνη, και επρόκειτο να συνεχίσουν να έχουν και τον 17ο αιώνα. Προσφέροντας γραμματειακή υποστήριξη στη βογιαρική ελίτ, μέλη της οποίας κατείχαν τις ηγετικές θέσεις στην πολιτική γραφειοκρατία και στη στρατιωτική διοίκηση της εποχής, οι γραμματείς αυτοί ήταν κατά κάποιο τρόπο οι μορφωμένοι της εποχής, μαζί με τους μοναχούς, σε αντίθεση με την καθαυτό ρωσική ελίτ, που δε φαίνεται να άρχισε να έχει μορφωτικές και παιδευτικές ανησυχίες πριν το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα.

Βέβαια, το μυθιστόρημα μπορεί να είναι και έναυσμα για να ερμηνευθεί ο Μάξιμος και από άλλες οπτικές γωνίες, ευρύτερες της ρωσικής. Ένας άλλος τρόπος να ιδωθεί ο Μάξιμος είναι ως αντιπρόσωπος μιας μερίδας Ελλήνων μορφωμένων κυρίως στην Ιταλία, λίγοι από τους οποίους αντιστάθηκαν στη γοητεία της Δύσης. Το πώς και πότε αντιστάθηκαν (αν το έκαναν) και το πώς κατέληξαν να ισορροπήσουν είναι μια ιστορία η οποία, εν πολλοίς, δεν έχει ακόμη ειπωθεί. Τον 17ο αιώνα θα αποκαλέσουν μερικούς από αυτούς «αμφίβιους», δηλαδή ανθρώπους που ήταν με το ένα πόδι στην ορθοδοξία και το άλλο στον ρωμαιοκαθολικισμό ή προτεσταντισμό. Μερικοί, αλλά όχι πολλοί, έκαναν καριέρα στη Ρωσία (ο Παΐσιος Λιγαρίδης είναι η πιο τρανταχτή περίπτωση).

Οι ιστορικοί συνήθως δεν εμπιστευόμαστε ιστορικά μυθιστορήματα, εν μέρει (ας είμαστε ειλικρινείς) και επειδή δεν τα γράφουμε εμείς (και είναι και ανταγωνιστικά προϊόντα, βέβαια). Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνα τα μυθιστορήματα του είδους που μπορούν να λειτουργήσουν σαν καθρέφτες μιας εποχής και ανασυστάσεις ιστορικών διεργασιών που προσφέρουν στον ιστορικό κάποια εναύσματα για αναστοχασμό των αρχειακών ιστορικών πηγών. Αρκετές δεκαετίες μετά την συγγραφή και έκδοσή τους, οι Σκηνές από το βίο του Μάξιμου διατηρούν αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά αυτά.

 

(*) Ο Νίκος Χρυσίδης είναι ιστορικός στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Νοτίου Κοννέκτικατ (ΗΠΑ).

Σημ.  Το πρώτο μέρος του τίτλου του παρόντος κειμένου είναι από το ίδιο το ιστορικό μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, και συγκεκριμένα προέρχεται από διάλογο του Μάξιμου με τον φίλο του Νικόλαο. Η έκδοση που χρησιμοποίησα είναι από τη σειρά «Βιβλιοθήκη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου», Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, γ’ έκδοση, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα 2002. Ευχαριστώ τους/τις συναδέλφους και φίλους/ες Άντα Διάλλα, Εύα Καλπουρτζή και Ανδρέα Σιδέρη για τις κριτικές παρατηρήσεις τους στα επιχειρήματα και τη διατύπωση του κειμένου.

 

Προηγούμενο άρθροΤο ταξίδι και η κυκλοθυμία των ναυτών (της Ηλέκτρας Λαζάρ)
Επόμενο άρθροΜη αυθεντικά φαντάσματα (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here