Αλλάζουν εκδοτικές τακτικές, αναγνώστες, βιβλιοσυνήθειες; (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
1919

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

 

Τι βλέπουν οι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα σήμερα; Μήπως εκδίδονται περισσότερα βιβλία από όσα έχει ανάγκη το εκδοτικό κοινό; Τι μάθαμε από την περίοδο της κρίσης; Πόσο βιώσιμες είναι οι νέες τάσεις στο βιβλίο; Αλλάζουν οι αναγνωστικές συνήθειες του κοινού; Τρία ενδιαφέροντα βιβλία κυκλοφόρησαν πριν λίγο καιρό που ανοίγουν την βεντάλια αυτών των ερωτημάτων παραθέτοντας σταστικά στοιχεία, απόψεις εκδοτών, αναγνωστών και βιβλιοθηκονόμων δίνοντας τη σύγχρονη εικόνα του βιβλιοφιλικού πεδίου.

 

 

Η  Χριστίνα Μπάνου στη μελέτη της με τίτλο Μέσα από τον καθρέφτη (Παπαζήσης) επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στις υπό διαμόρφωση νέες εκδοτικές τάσεις. Η συγγραφέας έχει ασχοληθεί και παλιότερα με την μελέτη του εκδοτικού τοπίου στη χώρα (Το επόμενο βήμα του Γουτεμβέργιου: Οι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα στις αρχές του 21ου αιώνα, Αθήνα, Παπαζήσης). Σε αυτή τη μελέτη  συγκεντρώνει στατιστικές και άρθρα που φτάνουν μέχρι το 2021, συνεκτιμά παλιότερες στατιστικές και αναζητεί το στίγμα του εκδοτικού χώρου στην πρώτη 20ετία του αιώνα μας. Κατά τη γνώμη της, μετά και την τριετή πανδημία, οι εκδοτικοί οίκοι βρίσκονται μπροστά σε αποφάσεις καμπής για την παραπέρα πορεία τους. Από τη μια έχουν να αντιμετωπίσουν την ενεργειακή κρίση και από την άλλη την απουσία μιας συγκροτημένης, μακροπρόθεσμης πολιτικής για το βιβλίου από την μεριά της πολιτείας. Η βασική σύσταση του ελληνικού εκδοτικού οίκου παραμένει η ίδια, είναι εκδοτικο-κεντρική με πυρήνα την οικογενειακή οργάνωση. Οι διαπιστώσεις καταληκτικά είναι : Παραμένει η παντοδυναμία του έντυπου βιβλίου, παρά την εμφάνιση των e-books, audio books κλπ. Παραμένει (και ίσως ισχυροποιείται) η παντοδυναμία του εκδότη σε έναν συγκεντρωτικό ρόλο που επιλέγει και αποφασίζει την εκδοτική πολιτική. Ο περιφερειακός ρόλος του επιμελητή, η απουσία των λογοτεχνικών πρακτόρων/ατζέντηδων υπογραμμίζουν την παντοδυναμία του. Λίγοι εκδοτικοί οίκοι έχουν μόνιμους επιμελητές, οι περισσότεροι επιλέγουν να τους απασχολούν επιλεκτικά. Η συγγραφέας σημειώνει και τις ευθύνες των συγγραφέων που σπάνια δέχονται υποδείξεις για το έργο τους.  Οι εκδοτικές επιχειρήσεις παραμένουν οικογενειακές και παραδίδονται από πατέρα σε γιους και κόρες. Ίσως είμαστε από τις λίγες χώρες στον δυτικό κόσμο που δεν υπάρχουν μεγάλες εκδοτικές βιομηχανίες που να απορροφούν τους μικρούς ανταγωνιστές τους. Η συγγραφέας επισημαίνει ότι όπως και πριν δεκα χρόνια ο μεγάλος αριθμός των εξωτερικών συνεργατών (επιμέλεια, διόρθωση, σχεδιασμός έκδοσης, εκτύπωση, βιβλιοδεσία, προβολή, διακίνηση κ.α) δεν ενθαρρύνει την περαιτέρω οργάνωση των εκδοτικών επιχειρήσεων, με εξαίρεση, ίσως, των τμημάτων για τις νέες τεχνολογίες και την προώθηση (όπου έχουν μπει δυναμικά στα κοινωνικά δίκτυα).Το καινούργιο φαινόμενο είναι η ίδρυση πολλών νέων εκδοτικών οίκων από το 2000 και μετά. Αυτοί είναι συνήθως μικροί εκδοτικοί οίκοι με λίγο προσωπικό και πολύ πάθος, οι οποίοι προσπαθούν συνήθως να καλύψουν κάποια ιδιαίτερη πτυχή του λογοτεχνικού πεδίου,(niche market). Η συγγραφέας σημειώνει ότι η πανδημία έδωσε την ευκαιρία στους νέους εκδοτικούς οίκους να οργανώσουν τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία τους. Από την άλλη μεριά οι νέες μορφές βιβλίου όπως τα e-books, audio books, βιβλία χρωματισμού για ενήλικες (ψυχοθεραπευτικού τύπου), βιβλία με πολυμέσα παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα πωλήσεων στα όρια του 1%.

Αυτό που είναι πραγματικά νέο φαινόμενο σε έκταση είναι οι αυτοεκδόσεις. Η συγγραφέας σημειώνει ότι εκτός από τυπογραφεία που μετατράπηκαν σε εκδοτικούς οίκους πολλοί εκδοτικοί οίκοι (μερικοί και από τους μεγάλους) προχωρούν σε συνεκδόσεις με τους συγγραφείς (και ο εκδότης δεν χάνει και ο ναρκισσισμός του συγγραφέα παραμένει αλώβητος).   Ένα επίσης καινούργιο στοιχείο είναι η εμφάνιση κοινοτήτων αναγνωστών κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα, στις λέσχες ανάγνωσης αλλά και γύρω από τα νέα μικρά βιβλιοπωλεία που άνοιξαν μέσα στην κρίση και δημιούργησαν ομάδες φίλων με έμφαση στην εντοπιότητα.

Την συγγραφέα προβληματίζει ιδιαίτερα ότι η βιβλιοπαραγωγή μετά από μία κάμψη στην ετήσια παραγωγή τίτλων ξανάπιασε το όριο των 10.000 τίτλων ενώ από την άλλη μεριά, όπως σημειώνει η Χ.Μ., το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένο – κάτι που σε γενικές γραμμές επισημαίνει και πρόσφατη έρευνα του ΟΣΔΕΛ. Μπορεί να προστέθηκε μια ενδιάμεση κατηγορία, αυτή που διαβάζει 2-5 βιβλία τον χρόνο και ένα άλλο 14% που διαβάζουν 5-9 βιβλία τον χρόνο (μη εντατικοί αναγνώστες), οι εντατικοί αναγνώστες που διαβάζουν πάνω από 10 βιβλία τον χρόνο είναι 17% . Τέλος 35% είναι η σούπερ κατηγορία αυτών που δεν διαβάζουν κανένα βιβλίο τον χρόνο!

Τέλος η Χ.Μ. σημειώνει ότι το δώρο όπως και οι εξατομικευμένες εκδοτικές υπηρεσίες υπηρετούν πάντα την κατηγορία των περιστασιακών αναγνωστών.

Η συγγραφέας σημειώνει ότι όλες αυτές οι παρατηρήσεις συντείνουν στην ανάγκη να αναδιοργανωθούν οι εκδοτικές επιχειρήσεις (να «κοιταχτούν στον καθρέφτη τους», όπως λέει), να επισπεύσουν μια αλλαγή στρατηγικής στηριγμένοι σε νέα τεχνολογικά προϊόντα και αποβλέποντας να δημιουργήσουν νέες αναγνωστικές συνήθειες, κυρίως μεταξύ του νεαρότερου αναγνωστικού κοινού. Παραμένει φυσικά σε εκκρεμότητα η στρατηγική της ελληνικής πολιτείας. Ας θυμηθούμε το φετινό κάζο με την διοργάνωση της τελευταίας στιγμής της παρουσίασης μας στο Διεθνές Φεστιβάλ της Φρανκφούρτης, την εκκρεμότητα με το Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (ακόμα δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο διευθυντής της), την αδιαφάνεια λήψης ορισμένων αποφάσεων του υπουργείου Πολιτισμού (όπως π.χ. της υποψηφιότητας για τον Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας).  Αλλά εκεί που θα κριθεί η πολιτική της πολιτείας θα είναι οι Βιβλιοθήκες (παραμένουν λίγες στο σύνολο της επικράτειας), η εισαγωγή νεότερων στρατηγικών στην εκπαίδευση για την προώθηση της φιλαναγνωσίας.

 

Επιτέλους αναγνωστική έρευνα

Ο ΟΣΔΕΛ είχε την πρωτοβουλία (και τα χρήματα) για να μας παραδώσει την έρευνα Αναγνώσεις, Αναγνώστες και Αναγνώστριες, το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα, (Αθήνα, Gutenberg). Μια σοβαρή προσπάθεια που είχε επικεφαλής τον κοινωνιολόγο Νίκο Παναγιωτόπουλο και φορέα υλοποίησης την εταιρεία ερευνών Metron analysis, η οποία είχε πραγματοποιήσει και τις προηγούμενες έρευνες επί εξουσίας ΕΚΕΒΙ. Ο Ν.Παναγιωτόπουλος έδωσε βάρος στην κοινωνιολογική προσέγγιση της ανάγνωσης με την έννοια της κατοχής ενός πολιτισμικού κεφαλαίου από μέρους του αναγνώστη. Αυτό σημαίνει ότι έδωσε βάρος στην κοινωνική προέλευση του αναγνώστη, στις αναγνωστικές συνήθειες, στους τρόπους καλλιέργειας της αγάπης για το βιβλίο. Γι αυτό εξάλλου και στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται συνεντεύξεις με επιλεγμένους αναγνώστες με μια μεγάλη γκάμα απόψεων σχετικά με το βιβλίο.

Πολύ ενδιαφέρουσες είναι οι επισημάνσεις και τα συμπεράσματα στη σύγκριση των ερευνών, αυτής του Νοεμβρίου 2010 από το ΕΚΕΒΙ και της τωρινής από τον ΟΣΔΕΛ (2021).

Σε επίπεδο αναγνωστικής συμπεριφοράς υπάρχουν ενθαρρυντικά στοιχεία: το 2010 το 43% είχε διαβάσει κατά τη διάρκεια του έτους μόνο ένα βιβλίο έναντι 34% σε αντίστοιχη έρευνα του ΕΚΕΒΙ το 2004 και 65%το 2021.  Ακόμα και το μέσο πλήθος βιβλίων που διάβασαν οι αναγνώστες από 5,8% μ.ο. το 2010 πήγαμε στο 8,1% το έτος 2021.

Επίσης το διάμεσο πλήθος βιβλίων που υπήρχαν στα ελληνικά νοικοκυριά το 2010 ήταν κατά δήλωση 40  ενώ το 2021 έφτασαν κατά δήλωση τα 90. Ομοίως τα βιβλία στα παιδικά δωμάτια από 6 έφτασαν σήμερα στα 30.

Η άνοδος αυτή στα νούμερα σε μεγάλο βαθμό οφείλεται, σύμφωνα με την έρευνα, σε τρεις σημαντικές αλλαγές που έγιναν σε αυτή τη δεκαετία: α. το μορφωτικό επίπεδο του γενικού πληθυσμού, για παράδειγμα η γνώση μιας ξένης γλώσσας πήγε από 53%(2010) στο 80% (2021). β. η πολλαπλή ενημέρωση μέσω των κοινωνικών δικτύων, των sites των εκδοτών, των ηλεκτρονικών περιοδικών κλπ. γ. η αύξηση των δραστηριοτήτων στον ελεύθερο χρόνο, καλύτερο μορφωτικό επίπεδο των γονέων, διάβασμα βιβλίων από γονείς σε παιδιά.

Τα βιβλιοπωλεία παραμένουν το βασικό κανάλι αγοράς βιβλίων και ακολουθεί το ίντερνετ.  Η λογοτεχνία αποτελεί προτεραιότητα για τους έλληνες αναγνώστες ενώ έχει αυξηθεί σημαντικά η αστυνομική λογοτεχνία, η οποία μπαίνει για πρώτη φορά ως κατηγορία και καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στις προτιμήσεις.

Στα γενικά συμπεράσματα διαπιστώνεται α. μια διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού, κυρίως αυτού που διαβάζει λίγο και περιστασιακά, ενώ εντατικοποιείται η ανάγνωση από τον σκληρό πυρήνα των αναγνωστών (που παραμένουν με μικρό ποσοστό σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες). β. Οι κοινωνικο-ταξικές διαφορές είναι διακριτές σε όλες τις κατηγορίες. Τα πολυπληθή μικροαστικά στρώματα διαβάζουν καθόλου, λίγο ή συγκυριακά. Ιδού πεδίο λαμπρό για μια πολιτική βιβλίου. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται να τονωθεί η ανάγκη, η διάθεση για να διαβάσει κάποιος, κάτι που επιτυγχάνεται μεσώ της πολιτιστικής καλλιέργειας. Και εδώ έρχεται το σχολείο. Όπως σημειώνει ο ερευνητής «οι νόμοι που διέπουν την υποδοχή των βιβλίων εκ μέρους των αναγνωστών προϋποθέτουν έναν κώδικα που είναι απαραίτητο να αποκτηθεί μέσω μιας μακράς θεσμικά οργανωμένης εκμάθησης».   Κι έτσι εδώ γυρνάμε στην αρχή, τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος και η σχέση του παιδιού με το βιβλίο. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος τονίζει ότι το μάρκετινγκ του βιβλίου αποτελεί απλώς μια διάσταση, η οποία παραμένει στην επιφάνεια. Μόνον οι θεσμικοί και κοινωνικό όροι μπορούν να προσφέρουν μόνιμα αποτελέσματα στην εμπέδωση της ανάγνωσης ως απαραίτητης πολιτιστικής συνιστώσας στη διαμόρφωση του μακροχρόνιου, σταθερού, ποιοτικού αναγνώστη.  Και σύμφωνα με την έρευνα σε αυτούς πρέπει να προστεθεί και ο ρόλος της οικογένειας. Όμως μόνον ένα μετασχηματισμένο εκπαιδευτικό σύστημα που θα αμβλύνει την επίδραση των στερεότυπων, θα αποτρέπει την αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων. Το τελικό συμπέρασμα του Νίκου Παναγιωτόπουλου συνοψίζεται στο ισχυρό μότο : « Να δημιουργήσουμε στους ανθρώπους την ανάγκη της ανάγνωσης».

 

Αχ…οι βιβλιοθήκες

Συμπληρωματικά για την κατάσταση των βιβλίων στη χώρα προτείνω να διαβαστεί και το βιβλίο του Γεωργίου Κ. Ζάχου, Σύγχρονη ιστορία και οικοσύστημα των ελληνικών βιβλιοθηκών,(εκδ. Gutenberg), που είναι τα απομνημονεύματα ενός δραστήριου διευθυντή Βιβλιοθηκών , στην αρχή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και για το διάστημα 2002-2005 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Ειδικότερα οι σελίδες για την θητεία στην ΕΒΕ είναι αποκαλυπτικές, κυρίως γιατί καταλαβαίνει κανείς γιατί άργησε τόσο πολύ η Εθνική Βιβλιοθήκη να βρει έναν σύγχρονο βηματισμό. Για το πως η απόφαση να μεταστεγαστεί στο Στρατόπεδο Πλέσσα, στην Κατεχάκη, σκόνταψε σε ένα υπόγειο πάρκινγκ που ζητούσε ανταποδοτικά το Ταμείο Εθνικής Άμυνας, για το πώς χάθηκε η έκθεση Κ.Στάϊκου που  προέβλεπε εκθέσεις των πολύτιμων τεκμηρίων της ΕΒΕ, για το απαρχαιωμένο σύστημα καταλογογράφησης (πρωσικό από το 1899) που ίσχυε από την ίδρυση της ΕΒΕ για να καταλήξει στο σύστημα Dewey στο τέλος του 20ου αι. Και η πίκρα για το τέλος: Ο συγγραφέας αποπέμφθηκε από την θέση του στην ΕΒΕ με τις εκλογές του 2004 και την αλλαγή στην κυβέρνηση. Πέρα από αυτό η κατάθεση των εμπειριών του συγγραφέα προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τις δημόσιες Βιβλιοθήκες, την τεχνολογική αναβάθμισή τους, τα εργαλεία διαχείρισης, τεκμηρίωσης και προσβασιμότητας με τα οποία ασχολήθηκε ενδελεχώς και πρωτοποριακά ο Γ.Ζ. Το βιβλίο κλείνει με προτάσεις για τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, την Εθνική Βιβλιοθήκη, τις βιβλιοθήκες κοινού, τις σχολικές, για την χάραξη μιας εθνικής πολιτικής βιβλίου, για την πολιτιστική διπλωματία, για την διεύθυνση των βιβλιοθηκών και γενικότερα για μια εθνική πολιτική βιβλιοθηκών.

 

Προηγούμενο άρθροO δυστοπικός κονστρουκτιβισμός του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν (του Άρη Μαραγκόπουλου)
Επόμενο άρθροΤο Βουκουρέστι, ο Σιμωνίδης και η βροχή (του Δημήτρη Λεοντζάκου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ