Άλκη Ζέη: Και η ζωή μυθιστόρημα (της Ελένης Αντωνιάδου)

0
213

της Ελένης Αντωνιάδου (*) 

 

Διαβάζοντας ξανά το βιβλίο της Άλκης Ζέη, Με μολύβι Faber no 2, για τις ανάγκες αυτής  της ομιλίας, σκεφτόμουνα συνεχώς τι κάνει αυτό το  βιβλίο τόσο συναρπαστικό, ακόμα κι όταν το ξαναδιαβάζεις.

Η Μαρία Στασινοπούλου στο επίμετρο που εντάχθηκε στην επανέκδοση του μυθιστορήματος  Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα από το Μεταίχμιο, αναρωτήθηκε για το ίδιο θέμα ξαναδιαβάζοντας εκείνο το βιβλίο και κατέληξε σε τρία, ασφαλή νομίζω, συμπεράσματα για λογαριασμό όλων ημών, μικρών και μεγάλων που διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε τα βιβλία της Άλκης. Πρώτον, η βιωματικότητα, δεύτερον η αφηγηματική άνεση και η κινηματογραφική περιγραφή και τρίτον το χιούμορ και η κριτική της διάθεση. Εγώ εδώ αναφέρω επιγραμματικά τα χαρακτηριστικά της αφηγηματικής τεχνικής της Άλκης όπως τα επεσήμανε η Μαρία, εκείνη βέβαια τα αναλύει εξαιρετικά στο κείμενό της, στο οποίο και παραπέμπω..[1]

Ιδιαίτερα στο βιβλίο της Άλκης Ζέη Με μολύβι φάμπερ  νούμερο δύο που είναι και ένα καθαρά αυτοβιογραφικό βιβλίο, αναρωτιέσαι πώς μπορεί να καταγραφούν τέτοια δραματικά γεγονότα, τόσο του δημόσιου βίου μιας ολόκληρης εποχής, όσο και του ιδιωτικού βίου ενός ανθρώπου, με έναν τόσο αποδραματοποιημένο τρόπο. Πραγματικά σαν να γέρνει πάντα η πλάστιγγα προς την κατάφαση και τη χαρά της ζωής. Ενώ ταυτόχρονα τα ίδια τα γεγονότα, πόλεμος, κατοχή, Δεκεμβριανά, εμφύλιος, δικτατορίες, ταλαιπωρίες, επεισοδιακοί γάμοι, αναγκαστικοί χωρισμοί, περιπετειώδεις επανασυνδέσεις, εξορίες, δεν χάνουν ούτε την τραγικότητα, ούτε το μέγεθός τους.

 Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η Άλκη Ζέη, μπορεί να κάνει το βίωμα τέχνη. Δεν καταθέτει μαρτυρίες. Κάνει λογοτεχνία κι αυτή είναι η σφραγίδα για όποιο κείμενό της πιάσουμε στα χέρια μας. Ξέρει ακόμα να αφηγείται τις ιστορίες της. Και τελευταίο, αλλά όχι έσχατο Έχει χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Μια πηγαία αίσθηση του αστείου που είναι ένα από τα ισχυρότερα όπλα του ανθρώπου για να αντιμετωπίσει τα σκοτάδια της ζωής και για να συμβιώνει με τους άλλους χωρίς μιζέρια και μεμψιμοιρίες.

Ζωή και φαντασία, μύθος και ιστορία, αξεδιάλυτα  συνυφασμένα, να μας δίνουν την ιστορία μιας ζωής σαν μυθιστόρημα, που τροφοδότησε τις ιστορίες με τις οποίες μεγάλωσαν και μεγαλώνουν και σίγουρα θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν γενιές μικρών και μεγάλων  φανατικών αναγνωστών της Άλκης Ζέη.

Αυτήν μάλιστα τη διαρκή ανακύκλωση των γεγονότων της ζωής της μέσα στα έργα της, την επιβεβαιώνει και η ίδια πολλές φορές. Γράφει για παράδειγμα κάπου στο βιβλίο Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο:

«Τόση ελευθερία, όση έχω νιώσει στη Σάμο, δεν την έχω ξανανιώσει ποτέ μου ούτε μικρή ούτε μεγάλη. Όλη αυτή τη ζωή μας με μικρές παραλλαγές την περιγράφω στο βιβλίο μου Το καπλάνι της βιτρίνας».[2]

Και στο τέλος του ίδιου βιβλίου, που χωρίς να είναι, τελειώνει όμως όπως όλα τα  αληθινά «feel good»  μυθιστορήματα με τον γάμο των δύο κύριων ηρώων του, γράφει η Άλκη:

«Τελειώνω όμως την αφήγησή μου εκείνη τη βραδιά στο “παλατάκι” της θείας Ξάνθης, στις 3 του Νοέμβρη του ’45, τη μέρα του γάμου μου. Παρόλο που τόσα σημαντικά συνέβησαν στη ζωή μας τα επόμενα χρόνια. Τα έχω όμως ήδη γράψει σε μυθιστόρημα, στην Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα».[3]

Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα, στην οδό Κέας, στην πλατεία Κολιάτσου, στις 15 του Δεκέμβρη του 1923. Γονείς της, ο Ζήνων Ζέης,  υπάλληλος στην Τράπεζα Αθηνών με καταγωγή από την Άνδρο που μεγάλωσε όμως στο Ηράκλειο της Κρήτης που την θεωρούσε πατρίδα του και η Έλλη Σωτηρίου από τη Σάμο. Η καλλονή μητέρα της Άλκης είχε στη Σάμο μια πολυμελή οικογένεια με πολλά αδέλφια, που θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη ζωή της, κυρίως ο δίδυμος αδελφός της μητέρας της Πλάτων, ο περίφημος θείος Πλάτωνας της ζωής και των βιβλίων της που ήταν και νοννός της και σύζυγος αργότερα της αγαπημένης «θείτσας» της που έπαιξε επίσης, καθοριστικό ρόλο στη ζωή της, της Διδώς Σωτηρίου.

Ο πατέρας της Έλλης ήταν καθηγητής, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Μόναχο. Τη μητέρα της την έχασε, όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών και έτσι η Άλκη και η λίγο μεγαλύτερη αδελφή της, Λενούλα,  δεν γνώρισαν  τη γιαγιά από την πλευρά της μητέρας τους.

Ο Ζήνων Ζέης γνώρισε τη δεκαεννιάχρονη Έλλη στη Σάμο, όπου είχε μετατεθεί ως διευθυντής του παραρτήματος της Τράπεζας στο Βαθύ  και την ερωτεύτηκε αμέσως. Παντρεύτηκαν και εκεί γεννήθηκε η Λενούλα. Η μητέρα της ήταν έγκυος στην Άλκη, όταν ο πατέρας της πήρε ξανά μετάθεση για την Αθήνα και έτσι η ίδια γεννήθηκε στην οδό Κέας της πλατείας Κολιάτσου.

Στην Αθήνα τα δυο κοριτσάκια του Ζήνωνα και της Έλλης Ζέη έζησαν μόλις δυόμιση χρόνια, όταν ο παππούς Γιώργος Σωτηρίου ήρθε να τα πάρει πάλι στη Σάμο. Η μητέρα τους έπαθε φυματίωση ως επιπλοκή της ιλαράς και τα παιδιά έπρεπε να απομακρυνθούν και για τη δική τους ασφάλεια και για να μπορεί ή Έλλη να αναρρώσει.

Στη Σάμο η Λενούλα και η ΄Αλκη  έζησαν αρκετό καιρό, αφού γύρισαν σε ηλικία πια που έπρεπε να πάνε σχολείο. Μια ζωή χαρισάμενη με πολλή ελευθερία και άπειρη αγάπη από τον παππού και τις αμέτρητες θείες τους. Τον χειμώνα στο Βαθύ, το καλοκαίρι στο εξοχικό σπίτι στο Μαλαγάρι, δεν ένιωσαν την έλλειψη των γονιών. Η επιστροφή μάλιστα στην Αθήνα κάθε άλλο παρά ευπρόσδεκτη τους ήταν. Έκαναν  καιρό να συνηθίσουν τη νέα κατάσταση, τον αυστηρό πατέρα μάλιστα δεν τον συνήθισαν ούτε …μεγάλες σχολιάζει η Άλκη.

Τα σχολικά χρόνια της Άλκης στην Αθήνα τα σημάδεψε μια γνωριμία και μια φιλία ζωής. Ήταν η γνωριμία με την κατοπινή ηθοποιό και γνωστή συγγραφέα, επίσης, Ζωρζ Σαρή, την κολλητή της για όλα τα χρόνια που έζησαν μαζί στην Αθήνα ή χωριστά, εκεί όπου τις οδήγησε η ζωή, κι αυτό δεν άλλαξε ποτέ.

Η Άλκη, με την αδελφή τώρα τη Λενούλα υπήρξαν πολύ συνδεδεμένες και αφοσιωμένες αδελφές στην ενήλικη ζωή τους, αλλά όχι από την αρχή, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, όταν το πρώτο παιδί σταματά να είναι το μοναχοπαίδι της οικογένειας. Πολλά αστεία περιστατικά έχει να διηγηθεί η Άλκη για την κοινή της ζωή με τη Λενούλα, αλλά όπως λέει:

«Όσες κλωτσοπατινάδες ανταλλάξαμε μικρές, τόσες αγκαλιές ανοίξαμε η μια στην άλλη σαν μεγαλώσαμε. Η Λενούλα – Ελένη Κόκκου τώρα-  έπαιξε τέλεια τον ρόλο της μεγάλης αδελφής κι άνοιξε την προστατευτική ομπρέλα της σ΄ όλες τις καταιγίδες που με βρήκαν».[4]

Τα χρόνια της Κατοχής, όπως τα περιγράφουν πολλοί που τα έζησαν και όπως πολλές φορές μας μίλησε γι’ αυτά ο αγαπημένος φίλος της Άλκης και δικός μας ο Τίτος Πατρίκιος, ήταν χρόνια άφατης δυστυχίας και πείνας και φόβου και αγωνίας, αλλά ήταν και χρόνια δύναμης και κουράγιου και δημιουργικότητας και φιλίας και έρωτα και αυτό ακριβώς συνάγεται και από όσα έζησε και περιέγραψε στα βιβλία της η Άλκη Ζέη.

Ας μην ξεχνάμε ότι στα χρόνια αυτά γνώρισε και η ή ίδια τον έρωτα και σύντροφο της ζωής της, τον σκηνοθέτη και θεατρικό συγγραφέα  Γιώργο Σεβαστίκογλου. Στα χρόνια της Κατοχής γνώρισε και η Λενούλα τον Νίκο Γκάτσο, με τον οποίο έζησε έναν θυελλώδη έρωτα που τόσο γλαφυρά τον περιγράφει η Άλκη. Επίκεντρο αυτής της σχέσης το θρυλικό καφενείο του Λουμίδη, στην οδό Σταδίου.

Και οι δύο αυτές γνωριμίες ήταν απόρροια των παραστάσεων κουκλοθεάτρου που οργανώθηκαν από το σχολείο της Άλκης με την καθοδήγηση της καθηγήτριας του σχολείου Ελένης Περάκη, στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου. Τα έργα τα έγραφε με μεγάλη επιτυχία η Άλκη και ήταν οι περιπέτειες του Οδυσσέα με τη ματιά του Κλούβιου που ήταν ένα άτακτο ναυτάκι που ακολουθούσε τον Οδυσσέα στις περιπέτειές του, φέρνοντας τα πάνω κάτω. Εξ ου και οι Ραψωδίες δεν λέγονταν Ραψωδίες αλλά Κλαψωδίες.

Στην πρώτη παράσταση η Ελένη Περάκη είχε υποσχεθεί στα κορίτσια της παράστασης μια έκπληξη. Είχε καλέσει για να την παρακολουθήσουν τους γνωστούς και τότε πνευματικούς ανθρώπους, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Νίκο Γκάτσο και τον Μάριο Πλωρίτη, ο οποίος έφερε μαζί και έναν φίλο του, θεατρικό συγγραφέα, τον Γιώργο Σεβαστίκογλου.

Η παράσταση στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία και στο τέλος, στα χειροκροτήματα, η Ελένη Περάκη σήκωσε και την Άλκη λέγοντας: «Η συγγραφέας μας». Όλοι έσπευσαν να την συγχαρούν και «εκείνος που τον λέγανε  Γιώργο Σεβαστίκογλου», είπε:

«-Μάριε, εγώ πρέπει να φύγω […], με περιμένει ο Κάρολος, κι ύστερα», διηγείται η Άλκη, «γύρισε σε μένα:

-Μπράβο! Γράφεις και κάτι άλλο;

-Τι άλλο, ψέλλισα εγώ.

-Εκτός από το κουκλοθέατρο.

-Όχι.

-Να γράψεις, είπε και πέρασε με τα μακριά του πόδια με δυο δρασκελιές την τάξη. Τον άκουσα που κατέβαινε τρεχάλα τις σκάλες».

Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία της Άλκης Ζέη με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου. Ο Κάρολος που τον περίμενε ήταν, βέβαια, ο Κάρολος Κουν, του οποίου ήταν στενός συνεργάτης. Η γνωριμία της Άλκης με τον Κουν στο Με μολύβι φάμπερ νούμερο δυο, είναι από τις πιο απολαυστικές του βιβλίου.

Στην παράσταση της επόμενης Κυριακής, ο Γκάτσος ήρθε και πάλι μαζί με τον Σεβαστίκογλου. Ο Γκάτσος για να δει τη Λενούλα που όμως δεν εμφανίστηκε κι ο Σεβαστίκογλου για παρέα του.

Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου και ή Άλκη Ζέη έφυγαν μαζί από την παράσταση του κουκλοθεάτρου την ημέρα εκείνη. Αυτά ήταν τα πρώτα κοινά τους βήματα σε μια πολυετή πορεία  ζωής, κατά την οποία δεν χωρίστηκαν ποτέ, ακόμα κι όταν οι συνθήκες τους κράτησαν για χρόνια μακριά, ακόμα κι όταν για κάποια χρονικά διαστήματα η Άλκη είχε χάσει και τα ίχνη του ακόμα.

Το 1943, μέσα στην Κατοχή, δημιουργείται η ΕΠΟΝ και η Άλκη εντάσσεται, όπως είναι αναμενόμενο.  Η Έλλη Ζέη, εν τω μεταξύ, η μητέρα της Άλκης, κάθε φορά που τους επισκέπτεται η Διδώ, την επομένη βάζει τα καλά της και έτσι υπέρκομψη, πηγαίνει προς «άγνωστον κατεύθυνσιν». Η Λίζα στην Αρραβωνιαστκιά του Αχιλλέα  είναι η Έλλη της πραγματικής ζωής. Ο Αχιλλέας όμως  του μυθιστορήματος, βεβαιώνει η Άλκη, δεν είναι ο Γιώργος Σεβαστίκογλου.

Ο γάμος της Άλκης με τον Γιώργο ήταν απρόοπτος και επεισοδιακός και έγινε στις 3 Νοεμβρίου του 1945. Είχε προηγηθεί η Απελευθέρωση, τον Οκτώβριο του 1944 που την ακολούθησε η εφιαλτική περίοδος των Δεκεμβριανών. Όπως είπε η ίδια η Άλκη «αν τη ρωτούσαν τι θα ήθελε να έχει εξαφανιστεί από τη ζωή της από τα τόσα που πέρασε και δεν ήτανε και λίγα, θα απαντούσε αμέσως, χωρίς καν να το σκεφτεί: Ο Δεκέμβρης του ‘44». Ανάμεσα στις  τραγικές στιγμές και ο σοβαρός τραυματισμός της Ζωρζ Σαρή που κινδύνευσε να χάσει το πόδι και το χέρι της. Ωστόσο μια αχτίδα φωτός φαίνεται στον ορίζοντα, όταν ο Γιώργος Σεβαστίκογλου και η Άλκη μαθαίνουν από τη Τατιάνα Μιλλιέξ ότι ο Γιώργος είναι ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους επιστήμονες που θα φύγουν με υποτροφία του Γαλλικού κράτους για τη Γαλλία, με το θρυλικό πλοίο Ματαρόα. Μόνο που πρέπει να προηγηθεί ο γάμος, όχι για να φύγουν μαζί, αλλά για να μπορέσει η Άλκη να τον ακολουθήσει μετά.

Ο γάμος οργανώνεται στο άψε-σβήσε από τη μητέρα της Άλκης και τη θεία Ξάνθη, με παρόντα μόνο τα πιο στενά μέλη των δύο οικογενειών. Η Άλκη φορά για νυφικό το φόρεμα στο χρώμα του κρασιού που της έφτιαξε η μητέρα της, ο Γιώργος, το μοναδικό του σακάκι και μια γραβάτα δανεισμένη από τον πατέρα της Άλκης.

Μόνο που το ταξίδι στη Γαλλία δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, γιατί το Κόμμα έχει δώσει άλλες εντολές και ο Γιώργος το ξέρει ήδη από την ημέρα του γάμου. Πρέπει να παραμείνει και να ασχοληθεί με την τέχνη του. Το θέατρο. Εκείνος δεν διανοείται να αμφισβητήσει την απόφαση, έχει αρχίσει κιόλας να κάνει σχέδια. Όταν το μαθαίνει η Άλκη το ίδιο βράδυ του γάμου, την κατάσταση  σώζει η παρέμβαση της Διδώς που ξαναφέρνει την ισορροπία στο νιόπαντρο ζευγάρι. Το όνειρο για το Παρίσι απομακρύνεται.

Ο Γιώργος δεν θα μπορέσει τελικά να μείνει για πολύ στην Αθήνα. Ο Εμφύλιος είναι πια γεγονός και το κάλεσμα στον στρατό το 1947 που σημαίνει εξορία στη Μακρόνησο, τον αναγκάζει να φύγει κρυφά στην Ευρώπη και όπως λέει και πάλι η Άλκη «αφού διέσχισε όλη την Ευρώπη, γύρισε πίσω στον …Γράμμο».[5]

Τελικά ο Γιώργος Σεβαστίκογλου θα διαφύγει στο εξωτερικό, το 1948, καταλήγοντας ως πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη  και η Άλκη θα χάσει τα ίχνη του. Θα μεσολαβήσει και η δική της εξορία στη Χίο, το 1948. Μαζί της, η ηθοποιός Αλέκα Παΐζη, η Νανά Καλιανέση του Κέδρου και πολλές άλλες. Όταν με την επιστροφή της στην Αθήνα θα καταφέρει να εντοπίσει, μέσω της Τατιάνας Μιλλιέξ, τον άντρα της, θα προσπαθήσει να εξασφαλίσει διαβατήριο, για να μπορέσει να τον συναντήσει. Το επιτυγχάνει το 1952 με ένα τέχνασμα. Δημοσιεύει στην εφημερίδα ότι έχει χωρίσει με τον Σεβαστίκογλου και αυτό την καθιστά ακίνδυνη στα μάτια της Ασφάλειας. Εξασφαλίζει έτσι διαβατήριο που της επιτρέπει όμως να ταξιδέψει μόνο στην Ιταλία, όπου θα χρειαστεί να παραμείνει δύο ολόκληρα χρόνια, περιμένοντας την πολυπόθητη βίζα από το προξενείο της Σοβιετικής Ένωσης για το ταξίδι στη μακρινή και άγνωστη Τασκένδη.

«Δεν πήρα είδηση πως άνοιξε μια πόρτα. Ένας ψηλός άντρας μου λέει στα γαλλικά να περάσω στο γραφείο του. Είναι ο πρόξενος. […] Πάνω από το γραφείο του κρέμεται ένας μεγάλος χάρτης. Ακουμπάει σ’ ένα σημείο του χάρτη το δάκτυλό του. Το νύχι του είναι όλο άσπρες κηλίδες. Η Τασκένδη, η πόλη του Αχιλλέα, είναι μια πράσινη κηλίδα μέσα στη στέπα. Κοντά σε μια άλλη πόλη που την ξέρω από την ιστορία: Τη Σαμαρκάνδη. Θα κάνω λοιπόν όλο τον δρόμο του Μεγάλου Αλεξάνδρου; Καλύτερα που δεν ήξερα όλα αυτά τα χρόνια πόσο απελπιστικά μακριά μου ήταν ο Αχιλλέας».[6]

Αυτή είναι η μυθιστορηματική εκδοχή εκείνου του πρώτου καιρού στην Ιταλία. Πώς έζησε εκείνα τα δύο χρόνια περιμένοντας τη βίζα; Με την οικονομική ενίσχυση ενός θείου της από την Κρήτη που ήταν δεξιός, αλλά την αγαπούσε και έλεγε στη μητέρα της: «Στείλ’ τα αυτά στη συνισταμένη των ανοησιών της Υφηλίου». Επιπλέον είχε και τη στήριξη του Εντουάρντο ντε Φιλίππο, παρακαλώ. Να σημειώσουμε εδώ ότι η Άλκη μέσα στη δίνη όσων συνέβαιναν μετά τον γάμο της είχε σπουδάσει ηθοποιός στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Ο γνωστός  θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός Εντουάρτο ντε Φιλίππο, που τον είχε γνωρίσει, είχε θέατρο στη Νάπολη. Της έδωσε λοιπόν πρώτα ένα χαρτί ότι φοιτά στη Σχολή που δεν (!) είχε, για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής στην Ιταλία και μετά την προσέλαβε ως ηθοποιό στο έργο Μιζέρια και Μομπιλιτά του Σκαρπέτα που  ανέβαζε στη Νάπολη. Την έντυσε, λέει, αρχαία Ελληνίδα και έλεγε στα αρχαία ελληνικά τον θρήνο της Αντιγόνης. [7]

Ή Άλκη κατάφερε να συναντηθεί με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου το 1954. Έζησαν μαζί σ’ αυτή την πόλη της Στέπας, κοντά στη Σαμαρκάνδη, δυο χρόνια και εκεί γεννήθηκε η κόρη τους η Ειρήνη.

«Να τη η Βάγια, κουβαλάει ένα μικρό κάτασπρο πακέτο. Το ακουμπάει πλάι στο μαξιλάρι μου. Η πρώτη μας γνωριμία. Το  ‘χουν φασκιωμένο, φαίνεται μονάχα ένα μουτράκι. Έχει ανοιχτά τα μάτια του και με κοιτάζει!

-Δεν είναι κούκλα; Λέει η Βάγια. Κοίτα φρύδι, ίδιο του Αχιλλέα».[8]

Το 1956 η οικογένεια μετακομίζει στη Μόσχα, και εκεί γεννιέται ο γιος τους Πέτρος που του έκανε μπέιμπι σίτιγκ για να μπορούν οι γονείς να πάνε στο θέατρο, ο Αντρέι Ταρκόφσκυ, φοιτητής τότε που πήγαινε με μια φίλη του  για να βγάλει ένα χαρτζιλίκι.[9]

Στη Μόσχα η Ελλάδα έρχεται κάπως πιο κοντά με τους γνωστούς και τους φίλους που ταξιδεύουν εκεί και τους συναντούν. Έτσι μαθαίνουν και τα νέα της Αθήνας. Ο Γιάννης Ρίτσος, η Άννα Συνοδινού, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Οδυσσέας Ελύτης ο Κώστας Βάρναλης είναι ανάμεσα σ’ αυτούς.

Για τον Βάρναλη ή Άλκη διηγείται κι αυτή την ωραία ιστορία. Όταν πήγε στη Μόσχα με τη γυναίκα του, τους είχαν βάλει σε ένα ωραίο μέρος στο δάσος, όπου υπήρχαν μικρά σπίτια για να φιλοξενούνται καλλιτέχνες και λογοτέχνες. Από εκεί τους πήρε ο Βάρναλης έξαλλος τηλέφωνο λέγοντας: «Είμαι σε ένα μέρος που είναι τόσο βαρετά, σαν τον Παράδεισο».[10]

Στη Μόσχα η Άλκη και τα παιδιά θα μείνουν ως το 1964 και ο Σεβαστίκογλου ως το 1965. Από τη Μόσχα η Άλκη στέλνει στον φίλο της Μίμη Δεσποτίδη διηγήματα που δημοσιεύονται στην Επιθεώρηση Τέχνης  και στη Μόσχα γράφει και το Καπλάνι της Βιτρίνας που το στέλνει, επίσης, στον Δεσποτίδη, το 1962, ο οποίος έχει ιδρύσει τον εκδοτικό οίκο Θεμέλιο. Μέχρι το 1964 που γυρίζει στην Αθήνα δεν γνωρίζει την τύχη του, ως τη στιγμή που θα το δει τυπωμένο σε βιβλίο στη βιτρίνα. Το Καπλάνι της Βιτρίνας είναι  ένα βιβλίο που χρειάζεται ένα άλλο βιβλίο για να διηγηθείς τις περιπέτειές του. Ένα βιβλίο τολμηρό που μιλούσε σε μια τόσο πρώιμη εποχή  στον κόσμο των παιδιών για τον κόσμο των παιδιών, αλλά και των μεγάλων, ονοματίζοντας τα πράγματα χωρίς μεταφορές και περιστροφές και που σήμερα δεν υπάρχει σχολική βιβλιοθήκη που να μην το περιέχει. Είναι μεταφρασμένο σε τριάντα τόσες γλώσσες, έχει γίνει θεατρικό έργο και graphic novel μαζί με το άλλο κλασικό πλέον έργο της τον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου που είναι διαχρονικά και τα δύο, από τα πιο διαβασμένα και πιο αγαπημένα βιβλία της Άλκης.

Όταν επιτέλους μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στην Αθήνα το 1965, όπως λέει η Άλκη, πέρασαν δυο αξέχαστα καλοκαίρια με τη θείτσα Διδώ και  τον θείο Πλάτωνα στον Πόρο σε μια αυλή με σπιτάκια γύρω-γύρω γεμάτα με συγγενείς και απέναντι σε ένα μεγάλο σπίτι τη Ζωρζ Σαρή με τον άντρα και τα παιδιά της και μια φιλική οικογένεια από τη Γαλλία.  Ωστόσο, ανάμεσα στις βουτιές και τα μαγειρέματα η Διδώ δεν σταματούσε να λέει πως «μυρίζει δικτατορία», ενώ η Άλκη της απαντούσε πως είναι η σκορδαλιά που μυρίζει, που έφαγαν όλοι το βράδυ.

«Και τώρα, μες στη χαρά του γυρισμού μας, ύστερα από χρόνια απουσίας, να ΄χεις τη θείτσα να σου λέει νυχτιάτικα με τη φεγγαράδα πως της μυρίζει δικτατορία! […]

-Ζωρζ, μήπως βιαστήκαμε να γυρίσουμε; Μήπως η θείτσα έχει δίκιο που της μυρίζει δικτατορία;

Η Ζωρζ με σφίγγει να με σκάσει.

-Αυτό να μην το ξαναπείς. Τώρα που σε ξαναβρήκα δεν έχεις να πας πουθενά.

Πού να ξέραμε….

Όπως το είπε η θείτσα, όχι μόνο μύρισε αλλά άνθισε η δικτατορία»[11]

Να λοιπόν που ήρθε η ώρα να πραγματοποιηθεί το όνειρο της Άλκης να πάει με τον Γιώργο στο Παρίσι, αλλά  με πόσο διαφορετικές και πόσο όμοιες ίσως συνθήκες, όπως τότε το 1945.

Αυτοεξόριστοι θα εγκατασταθούν στο Παρίσι, όπου θα περάσουν όλα τα χρόνια της Δικτατορίας. Τα παιδιά θα πάνε σε γαλλικό σχολείο, ο Σεβαστίκογλου θα συναντηθεί και θα συνεργαστεί με σπουδαίους ανθρώπους του θεάτρου και η Άλκη θα γράψει εκεί τα πιο πολλά βιβλία της. Τον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου, τη Μωβ ομπρέλλα, τον Θείο Πλάτωνα, τη μισή Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.

Με τη μεταπολίτευση θα επιστρέψουν, επιτέλους, οριστικά στην Αθήνα, αλλά για καιρό οι θεατρικές υποχρεώσεις του Σεβαστίκογλου στο Παρίσι, θα τους υποχρεώνουν να μοιράζουν τον χρόνο τους ανάμεσα στις δύο πόλεις. Είναι όμως μια ζωή που είναι πια μια καθημερινότητα γι’ αυτούς. Όταν εμείς γινόμαστε φίλοι με την Άλκη, μέσω του Τίτου Πατρίκιου,  ο Γιώργος Σεβαστίκογλου δεν είναι τότε πια στη ζωή, αλλά η Άλκη  μοιράζει πάλι τη ζωή της ανάμεσα σε δυο πόλεις. Κοντά στα Χριστούγεννα φεύγει για να μείνει με την κόρη και τα εγγόνια της στις Βρυξέλλες και εμείς την περιμένουμε να γυρίσει κοντά στο Πάσχα στην Αθήνα για να μαζευτούμε οι φίλοι  το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής στο σπίτι μας, να φάμε νηστίσιμα μετά τον Επιτάφιο. Εκείνη το Πάσχα δεν μπορεί να είναι μαζί μας, το περνά συνήθως με τη φίλη της Ξένια Καλογεροπούλου.

Ακριβές είναι όλες οι αναμνήσεις που έχουμε από την Άλκη. Χαίρομαι που τα παιδιά και τα εγγόνια μου είχαν την ευκαιρία να τη δουν από κοντά και ο Αντρέας, ο άντρας μου, κρατά ως πολύτιμη ανάμνηση την κοινή τους αγάπη για τα αστυνομικά μυθιστορήματα και τις γεμάτες με αστυνομικά τσάντες που της πήγαινε στην οδό Αλεξάνδρας για να γυρίσει σπίτι με άλλα τόσα.

Η αφήγηση μου σταματά ως εδώ. Τι να πρωτοπώ εξάλλου από δω και πέρα. Τα περισσότερα είναι γνωστά. Τα  πάμπολλα βραβεία και οι διακρίσεις και εδώ και στο εξωτερικό, η τεράστια επιτυχία των βιβλίων της, η απέραντη αγάπη που δέχτηκε από τους μικρούς και τους μεγάλους αναγνώστες της. Αυτή η ομιλία, εξάλλου, δεν είναι η ιστορία της ζωής της Άλκης. Μόνο κάποιες στιγμές, ελπίζω σημαντικές. Το μυθιστόρημα της ζωής της δεν μπόρεσε άλλωστε ούτε ή ίδια να το χωρέσει  σε ένα βιβλίο και το μοίρασε σε όλα. Έτσι κλείνω εδώ με ένα χαριτωμένο περιστατικό που της συνέβη σε μια από τις αμέτρητες επισκέψεις της σε κάποιο σχολείο για να συναντήσει και να συνομιλήσει με τα παιδιά. Διηγείται η Άλκη:

«Σ’ ένα σχολείο που είχαν διαβάσει τον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου […] μου λέει ένα παιδάκι:

Εμένα δεν μου άρεσε καθόλου το τέλος, γιατί ο Γερμανός σκοτώνει τον Σωτήρη που ήτανε καλό παιδί. Του λέω: Μα ξέρεις οι Γερμανοί σκότωναν και καλά παιδιά. Λέει: Εγώ έγραψα ένα δικό μου τέλος. Του λέω: Τι έγραψες; Βγάζει ο Γερμανός το πιστόλι να σκοτώσει τον Σωτήρη, αλλά εκείνη την ώρα χτυπάει το κινητό του. Παίρνει ο Γερμανός το κινητό του, το σκάει ο Σωτήρης. Λέω: Μα είχε ο Γερμανός κινητό; Λέει: Άμα, κυρία Ζέη,  δεν έχει ο Γερμανός κινητό, ποιος θα ‘χει!!»[12]

 

Σημ. Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης Μεγαλώνοντας με την Άλκη που οργανώθηκε από το Σπίτι της Κύπρου και τις Εκδόσεις Μεταίχμιο στις 14 Δεκεμβρίου 2023, με αφορμή το Λογοτεχνικό Έτος Άλκης Ζέη 2023».

 

(*) Η Ελένη Αντωνιάδου είναι φιλόλογος, πρώην Μορφωτιική Ακόλουθος της Κυπριακής Πρεσβείας

 

[1] Άλκη Ζέη, Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2010, σ. 425-429

[2] Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013, σ. 16.

[3] Ό. π. Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, σ. 383.

[4] Ό. π. με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, σ. 254.

[5] Άλκη Ζέη, Η συνισταμένη των ανοησιών της Υφηλίου, Μια συζήτηση με τον Θανάση Θ. Νιάρχο, Μεταίχμιο, Αθήνα 2016, σ. 14.

[6] Ό. π. Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, σ. 112-113.

[7] ‘Ο.π. Η συνισταμένη των ανοησιών της Υφηλίου,

[8] Ό. π. Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, σ. 249-249

[9] Ό. π. Η συνισταμένη των ανοησιών της Υφηλίου, σ. 16-17.

[10] .Ο. π. Η συνισταμένη των ανοησιών της Υφηλίου, σ. 49.

[11] Άλκη Ζέη, Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά; Μεταίχμιο, Αθήνα 2017, σ. 84,88

[12] Ό.  π. Η συνισταμένη των ανοησιών της υφηλίου, σ. 41.

Προηγούμενο άρθρο«Η καρδιά του σκύλου», η σάτιρα του  Μπουλγκάκοφ, η ερμηνεία του Σερβετάλη (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΟ Σέργιος Γκάκας νέος πρόεδρος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ