Αλεξάνδρα Χαΐνη

0
213

 

«New Year’s Resolutions»

 

Τη δασκάλα που μου έκανε ιδιαίτερα αγγλικών στα τέλη του δημοτικού την έλεγαν Μις Μόιρα. Φλεγματική Αγγλίδα, όχι ιδιαίτερα συμπαθητική, ερχότανε σπίτι μας μια-δυο φορές την εβδομάδα ή πήγαινα στο δικό της. Με δίδασκε από τη δημοφιλή εκείνα τα χρόνια σειρά βιβλίων «Access to English» του Oxford University Press.

Ο πρωταγωνιστής της σειράς, ο Άρθουρ Νιούτον, ζούσε στο Μίντλφορντ στην νότια Αγγλία και εργαζόταν στην τοπική βιβλιοθήκη. Ήταν ψηλός και ατσούμπαλος, του συνέβαιναν διαρκώς ένα σωρό στραβά και αγαπούσε τη Μαίρη η οποία έβγαινε με τον Μπρους, έναν εξυπνάκια μορφονιό που έκανε τον σπουδαίο. Ο πατέρας του Άρθουρ ήταν γιατρός, την αδερφή του την έλεγαν Τζένιφερ, ήταν 17 χρονών και πήγαινε ακόμη σχολείο.

Μου άρεσε ο Άρθουρ, ίσως να ήταν και ο πρώτος «αντιήρωας» που γνώριζα, παίζει δε να ευχόμουν ασυνείδητα το πρώτο μου αγόρι να του μοιάζει. Επιπλέον, είχε τα μακριά κανιά του πατέρα μου και -όπως κι εκείνος- κάπνιζε αρειμανίως άφιλτρα.

Από τον Άρθουρ, λοιπόν, έμαθα πολλά – πέρα από τα αγγλικά. Έμαθα ότι το κάπνισμα κάνει κακό, ότι οι Άγγλοι πίνουν τσάι, ότι οι γυναίκες αγαπάνε τα ζαφείρια και τα μακριά φορέματα, ότι broke σημαίνει απένταρος, ότι δεν πρέπει να το βάζεις κάτω. Επιβεβαίωσα επίσης ότι οι γονείς (όπως και τα αδέρφια) είναι συχνά πηγή προβλημάτων. Κάπου στο 3ο-4ο κεφάλαιο έμαθα και για τα «New Year’s Resolutions».

«Ψηφίσματα του νέου έτους» τα μεταφράζει σήμερα το google -παρασυρμένο προφανώς από τα αντίστοιχα του ΟΗΕ-, όμως, τότε, η Μις Μόιρα μου είχε κάνει σαφές από τη στιγμή που πρωτοξεφυλλίσαμε το καινούργιο βιβλίο, ότι μιλάμε για «δεσμεύσεις», τις οποίες θα έπρεπε να έχω έτοιμες πριν τελειώσει η χρονιά ώστε να μπω δυναμικά στην επόμενη – all right dear?

Για τον Άρθουρ, το διακύβευμα ήταν να κόψει το τσιγάρο, για την αδερφή του, να μιλάει καλύτερα στον Άρθουρ, για τον πατέρα του να κάνει καλά τη γειτόνισσα – ούτε πού θυμάμαι πια.

Με μένα τα πράγματα ήταν λίγο πιο δύσκολα. Υπό το άγρυπνο βλέμμα και τα σφιγμένα χείλη της Μις Μόιρα, όσο πλησιάζαμε στον Δεκέμβρη, τα resolutions αποκτούσαν δύναμη ξεχωριστή, ισότιμη αν όχι ενός ιερού δισκοπότηρου (του βασιλιά-της-καρδιάς μου-Αρθούρου), έστω μιας επιστολής προς τον Άγιο Βασίλη – το άλλο ετήσιο ραντεβού, παρόλο που σε εκείνη την ηλικία αμφισβητούσα αν όχι χλεύαζα πλέον τον συμπαθή Άγιο. Σ’ αυτό είχε συμβάλλει άθελά του και ο πατέρας μου (άλλος «βασιλιάς» της εποχής), όταν, αρκετά χρόνια πριν -που τα σύννεφα ήτανε αραιά, μια άβολη αίσθηση, μια υποψία μόλις-, τον είχα τσακώσει να βάζει στα κλεφτά δώρα κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, ωστόσο, η αίσθηση ήταν πια αρκετά ενοχλητική, τα σύννεφα βαθύ γκρίζο, ασορτί με το σκοτεινιασμένο πρόσωπο της μάνας μου. Δεν καταλάβαινα πολλά, αλλά δεν ήμουν με τίποτα ευχαριστημένη. Ούτε βέβαια και η Μις Μόιρα – για διαφορετικούς λόγους, υποθέτω.

Παρόλα αυτά επέμενε. Για κάνα μήνα γράφαμε και σβήναμε ένα σωρό λίστες με new year resolutions κι άλλα τόσα letters to Santa – σε κάποια μάλιστα έβαζα και γραμματόσημο καλού κακού. “Just in case.” Υποσχέσεις και επιθυμίες, τύπου δεν θα μιλάω άσχημα στη μαμά μου / θα διαβάζω όλα μου τα μαθήματα / θα παίζω με τον αδερφό μου / μια ξανθιά Μπάρμπι / ένα ποδήλατο χωρίς βοηθητικές / φαγητό για όλα τα παιδιά της γης, μπερδεύονταν με τις ασκήσεις και τα multiple choice, με τα ντουμάνια του Άρθουρ και τα τσαλιμάκια της Μαίρης. Ούτως ή άλλως σε εκείνη την ηλικία η δέσμευση ήταν απόλυτα συνυφασμένη με την επιθυμία και την πραγμάτωσή της. Υποσχόσουν φερ’ ειπείν ότι θα πάρεις 10 στον έλεγχο, είχες ζητήσει την ξανθιά κούκλα, ε αν πετύχαινες το πρώτο, κέρδιζες και το δεύτερο.

Το ξαναλέω: εκείνα τα Χριστούγεννα δεν ήμουν με τίποτα ευχαριστημένη. Μάλλον γιατί πίσω από τα γράφε-σβήσε κρυβόταν κάτι άλλο, κάτι που δεν με χώραγε, ούτε κι εγώ εκείνο. Κρυβόταν η πιο μύχια επιθυμία μου, ο πραγματικός λόγος που έστελνα τελικά τα γράμματα στον Άγιο…

Μόνο που αυτό το case δεν έμελλε να είναι just. O μπαμπάς μου ούτε ποδήλατο με έμαθε, ούτε ξανάβαλε δώρα κάτω από το δέντρο. Το διαζύγιό τους άργησε να βγει, όμως εκείνα ήταν τα τελευταία Χριστούγεννα που θα τα περνάγαμε παρέα.

Προηγούμενο άρθροΜάνος Κοντολέων
Επόμενο άρθροΕρνέστος Ρενάν, 18/12 στην Εθνική Βιβλιοθήκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ