Αιρετικές θεωρήσεις της επανάστασης σε ποιητικά κείμενα της Μεταπολίτευσης (της Μαρίας Διαμαντοπούλου)

0
135
Πεθαίνω σαν χώρα, του Δ.Δημητριάδη, performance της Ρούλας Πατεράκη, Ιχθυόσκαλα Κερατσινίου, 2019

της Μαρίας Διαμαντοπούλου  (*)

 

Στα περισσότερα ποιήματα με θέμα ή αναφορές στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 εύλογα υιοθετείται μια εξυμνητική στάση απέναντι στη σπουδαιότητα του ιστορικού γεγονότος, την αγωνιστικότητα και την αυταπάρνηση των ηρώων επαναστατών. Παράλληλα όμως, ήδη από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια και με ποσοστό διαρκώς αυξανόμενο όσο προσεγγίζουμε τη σύγχρονη ποιητική παραγωγή, εντοπίζονται αρκετά ποιήματα με μια αιρετική ματιά στην Επανάσταση, κυρίως υπό την έννοια ότι δεν ακολουθείται σε αυτά η “πεπατημένη” του ευφημισμού του ένδοξου προγονικού παρελθόντος, αλλά μια εναλλακτική αξιοποίηση σχετικών θεματικών και προσώπων, προς επίτευξη διαφορετικών κάθε φορά ποιητικών στόχων, τις περισσότερες φορές για να εκφραστεί μια αρνητική θεώρηση για το εκάστοτε σήμερα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει σε αυτά τα ποιήματα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η συνήθης κατάργηση των χρονικών και τοπικών συμβάσεων-αποστάσεων, όπως και η κατακρήμνιση του υψηλού και πάλαι ποτέ απροσπέλαστου βάθρου της επαναστατικής πραγματικότητας. Στην παρούσα μελέτη θα περιοριστώ στην εξέταση μεταπολιτευτικών ποιημάτων.

Για την ανίχνευση, λοιπόν, μεταπολιτευτικών ποιημάτων που δεν επιχειρούν την καθιερωμένη υμνητική ανάκληση της επαναστατικής μνήμης αξιοποίησα σε επίπεδο πρωτογενούς υλικού τις πρόσφατες ανθολογίες: Το 1821 στην ελληνική ποίηση[1] του Ηλία Γκρη, Η Ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821[2] του Κώστα Σταμάτη και Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση[3] των Θανάση Γαλανάκη και Μάνου Κουμή. Συμπληρωματικά έλαβα υπόψη την ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη 1821-2021. Η Ελλάς των Ελλήνων. Δύο αιώνες εθνικά δεινά στον καθρέφτη της ποίησης[4].

Ως motto του ποιήματος «Δόξα έχει η μαύρη πέτρα σου»[5] (1972) του Ντίνου Χριστιανόπουλου χρησιμοποιείται ελαφρώς παραλλαγμένος ο γνωστός σολωμικός στίχος από το Γ΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων: δόξα έχει η μαύρη πέτρα σου και το ξερό χορτάρι. Η κτητική αντωνυμία «του» του αρχικού στίχου, αναφερόμενη στον Ελληνικό κόσμο, γίνεται εδώ «σου», καθώς το ποιητικό υποκείμενο επιλέγει να απευθυνθεί άμεσα στην Ελλάδα και να της αποδώσει σε β΄ πρόσωπο τη δόξα της, ανατρέποντας όμως την αρχική αυτή διάθεση στο σώμα του ποιήματος που ακολουθεί:

 

μα τι να την κάνεις τη δόξα

όταν η πέτρα εξακολουθεί να ’ναι μαύρη

και το χορτάρι μένει ακόμα ξερό

 

Η αδιαμφισβήτητη δόξα του επαναστατικού παρελθόντος ανατρέπεται από το ποιητικό υποκείμενο, και μάλιστα μέσα και από την τροποποίηση ενός εμβληματικού στίχου της λογοτεχνικής παράδοσης, όχι όμως για να απορριφθεί στην ουσία της, αλλά για να λειτουργήσει ως αντίστιξη της σύγχρονης παρακμής. Η μαύρη πέτρα και το ξερό χορτάρι συμβολοποιούνται εδώ ως οι χρόνιες κακοδαιμονίες της ελληνικής πραγματικότητας.[6]

Το ποίημα «Μόνον δια της λύπης… Ι»[7] (1976) του Βύρωνα Λεοντάρη, με σαφείς αναφορές στην Ελληνική Επανάσταση και συγκεκριμένα το Μεσολόγγι και τον Μάρκο Μπότσαρη, αποτελεί μια ελεγεία της μεταπολεμικής εποχής για τα χαμένα οράματα της ιδεολογίας και του ανθρωπισμού, ελεγεία που διέπει το σύνολο της ποιητικής παραγωγής του Λεοντάρη, ενός ποιητή που ανήκει στον χώρο της αριστεράς, μόνο που στο συγκεκριμένο ποίημα αυτή η ελεγειακή διάθεση συμπαρασύρει και την πατρίδα. Τι να τις κάνω εγώ τις μνήμες μου / τι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου / όταν τα φύλλα μου έλιωσαν στο χώμα θα αναρωτηθεί στους στίχους 11-13 του ποιήματος, [τ]ι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου / όταν οι ρίζες μου απαγχονίστηκαν στον ουρανό στους στίχους 20-21, ενώ στον προτελευταίο στίχο θα αναφέρει το βασικό σύνθημα της Επανάστασης Ελευθερία ή θάνατος…, για να καταλήξει στον τελευταίο στίχο να αποφανθεί: Καλύτερα θάνατος καλύτερα θάνατος. Η πατρίδα ως πληγή και το βίωμα της μητριάς πατρίδας συνδέονται εδώ με το βίωμα του κοινωνικού πόνου, με την παραδοχή μιας ήττας που τοποθετείται στην εποχή του ποιητή, εντέλει με το διαψευσμένο όραμα μιας πατρίδας που έχει πάψει πια να είναι συλλογικότητα.

Στο αφηγηματικό ποίημα «Καθόμουν στο κρεβάτι μόνη» του Δημήτρη Δημητριάδη, το οποίο περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή του Κατάλογοι 9: Οι Ορισμοί του 1994[8], το ποιητικό υποκείμενο μπορεί να εκληφθεί ως προσωπείο τόσο του ίδιου του ποιητή όσο και της Ελλάδας: μια ηλικιωμένη, απηυδισμένη από την περιρρέουσα ασχήμια, γέρνει πίσω στο αιώνιο κρεβάτι[9], την εικόνα του οποίου μπορούμε να αντιστοιχίσουμε με την ελληνική ιστορία, και παραδίδεται σε μια φαντασίωση, ένα όνειρο ή ένα όραμα, μια ποιητική έμπνευση σε κάθε περίπτωση, η οποία φαίνεται να της επιβάλλεται και να την οδηγεί να συνθέσει αυτή τη ραψωδία[10]. Το αυτοαναφορικό σχόλιο του στίχου 26 του ποιήματος μας παραπέμπει στο ποιητικό είδος του έπους και καλλιεργεί αυτόματα την προσδοκία ανάγνωσης σχετικής με την εξύμνηση κατορθωμάτων ηρώων σε ανάλογο ύφος. Ωστόσο, η επική εξιστόρηση που ακολουθεί είναι εντελώς διαφορετική από το αναμενόμενο. Βρισκόμαστε στο εστιατόριο «Η Κληματαριά», σύμβολο πίσω από το οποίο δεν δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε την Ελλάδα. Μέσα από συνεχείς επιτατικές επαναλήψεις, που καθιστούν το ύφος νευρώδες και καταγγελτικό, στηλιτεύονται όσοι χρόνια τώρα ‒ αν όχι αιώνες ‒ στο όνομα ενός ένδοξου παρελθόντος ασταμάτητα τρώνε και χορεύουν μέσα στο εστιατόριο, δηλαδή οι Νεοέλληνες και δη οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί τους˙ ώσπου κάποτε κάθε αντικείμενο μέσα στο εστιατόριο αποφασίζει να επαναστατήσει: τα τραπέζια, οι καρέκλες, τα πιρούνια, τα κουτάλια, τα μαχαίρια, τα ποτήρια, τα μπουκάλια κτλ., τα οποία εμφανώς συνδέονται με τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης, εξεγείρονται, αντιστεκόμενα σε αυτήν τη χρόνια καπήλευση.

 

[…] Ω γενναία

ποτήρια ω θαρραλέα κουτάλια ω καρέκλες ψυχωμένες

ω λεβέντισσες χαρτοπετσέτες που δεν θέλετε να λερωθείτε

να τσαλακωθείτε και να πεταχτείτε πια κι ω ατρόμητα

πιρούνια λεβεντόκορμα μαχαίρια τολμηρά παλικαρίσια κρασοπότηρα

εύγε και πάλι εύγε σας.

Μία Αγία Λαύρα από πιάτα.

Ένα Αρκάδι από τραπέζια. Κούγκι από μπουκάλια.

Το Μεσολόγγι από πιπεριέρες και αλατιέρες.

Μια Αλαμάνα από οδοντογλυφίδες.

Ολόκληρο εστιατόριο

ένα ξεσηκωμένο έθνος που παιανίζει σύσσωμο το μίσος του

γι’ αυτούς που τρώνε και χορεύουν

μέρες και νύχτες τώρα και τα σπάνε.

Κανάρηδες οι υφαντές κουρτίνες και Μπουμπουλίνες τα παράθυρα.

Κολοκοτρώνηδες οι πόρτες και Παπαφλέσσες τα φωτιστικά.

Γυναίκες του Ζαλόγγου τα κλαρίνα τα βιολιά τα μαντολίνα οι κιθάρες

και Μακρυγιάννης τα μικρόφωνα και οι ηχητικές εγκαταστάσεις.

[…]

Ο Διάκος συσπειρώνει τις πιατέλες με το χοιρινό τ’ αρνάκι.

Ο Παλαιών Πατρών υψώνει χρυσοστόλιστος το λάβαρο ‒

γλυκάδια κι αμελέτητα ‒ επευφημούμενος

και περιστοιχισμένος από σαλάτες τηγανιές ψωμάκια.

Μπαίνει ο Κανάρης επικεφαλής νηοπομπής

με τα ποτήρια τα μπουκάλια του κρασιού της μπύρας.

Βάζουν σε θέση μάχης ο Μιαούλης ο Καραϊσκάκης

τις πατάτες το πιλάφι τα κασέρια σαλάμια και ελιές

κι οπισθοφυλακή τα επιδόρπια.

Εμπρός

απ’ όλους

προχωρεί

ο Υψηλάντης

κρατώντας την σημαία της Επαναστάσεως

[…]

 

Βλέπουμε λοιπόν πώς στη βάση μιας ανατρεπτικής ηρωικής θεματικής, συνοδευόμενης και από ένα επικό ύφος που έρχεται σε μεγάλη αντίθεση μαζί της, συντίθεται εντέλει μια γκροτέσκα αλληγορική σάτιρα, όπου οι ήρωες της Επανάστασης ταυτίζονται με κουζινικά και άλλα ομοειδή που επαναστατούν κατά των Νεοελλήνων. Θα πρέπει σαφώς να εντάξουμε το ποίημα μέσα στην ευρύτερη οπτική που χαρακτηρίζει τον Δημητριάδη, έτσι όπως τη γνωρίσαμε ήδη από το πρώτο πολυσυζητημένο πόνημά του Πεθαίνω σαν χώρα[11] (1978). Η καταγγελτική στάση που υιοθετεί απέναντι στους Έλληνες περιγράφεται χαρακτηριστικά από τον ίδιο στο δοκίμιο του Το βδέλυγμα[12], γραμμένο μετά την κορύφωση της κρίσης, το 2015:

 

Ανήκω σε έναν λαό τον οποίο βδελύσσομαι. Το βδέλυγμα είναι αυτός ο λαός. Ο ελληνικός λαός. Ο ελληνικός λαός είναι ένα βδέλυγμα. Ο λαός αυτός είναι πλέον ικανός και πανέτοιμος για το χειρότερο. Για το χείριστο. Δεν είναι ικανός και πανέτοιμος παρά μόνο γι’ αυτό. Επειδή ο ίδιος ανήκει στο χειρότερο. Στο χείριστο. Ο ελληνικός λαός ανήκει οριστικά στο μη περαιτέρω του χείριστου.

 

Και παρακάτω:

 

Ο ελληνικός λαός είναι ένας λαός εσωτερικώς κατεστραμμένος, που όλη του η άλλοτε, χαμένη σ’ ένα χαμένο παρελθόν δημιουργικότητα επιδίδεται πλέον αποκλειστικά και μόνο σε καταστροφές. Είναι ένας λαός καταστροφικός, ένας λαός καταστροφέας που, ως τέτοιος, αντιστρέφει διαστροφικά τον λόγο υπάρξεως κάθε λαού: την κατοχύρωση της συνέχειάς του. Αυτός ο λαός όχι μόνο δεν κατοχυρώνει τη συνέχειά του αλλά προκαλεί ο ίδιος, με την αδίστακτη βαρβαρότητά του και την αυτάρεσκη ανεπάρκειά του, τη μη συνέχειά του, την οριστική διακοπή της συνέχειάς του, την ιστορική παύση του, τον ολοκληρωτικό τερματισμό του μέσα σε ένα τοπίο από ανθρώπινα ερείπια.[13]

 

Την ίδια καταγγελτική στάση συναντάμε και στο ποίημα Λευκή Ελλάδα[14] (2018) του Γιώργου Βέλτσου, στο οποίο υπάρχουν μεταξύ άλλων πολλές αναφορές και στην Ελληνική Επανάσταση. Ο ποιητής αφορμάται από γεγονότα της νεοελληνικής ιστορίας, αλλά και της ελληνικής αρχαιότητας, και συνεχίζει τη λογοτεχνική παράδοση της μητριάς πατρίδας[15], η οποία διαχρονικά μας δημιουργεί αμφιθυμικά συναισθήματα.

Ας περάσουμε τώρα στο ποίημα «Η καταστροφή της… [μια πόλη ήταν, μην το κάνουμε και θέμα]»[16] (2018) του Θανάση Τριαρίδη, ως ένα από τα ενδεικτικότερα όσων εξετάζουμε εδώ. Το παραθέτω:

 

Στης Τριπολιτσάς τον φρεσκοποτισμένο κάμπο

περπατώντας η Δόξα μονάχη

μελετά τα σφαγμένα γυναικόπαιδα

τα χέριαπόδιακεφαλές

τα ολόσχιστα κρανία και τα ολοσκόρπιστα μυαλά

κι από τον κόρφο της βγάζει

μικρό εγχειρίδιο

και μονομιάς το μπήγει στην καρδιά της,

το αίμα της ποτίζει το αθώο χόρτο.

 

Το ποίημα αφορά την άλωση-σφαγή της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, όταν τα ελληνικά στρατεύματα υπό τον Κολοκοτρώνη κυρίευσαν το φρούριο της πόλης μετά από πολιορκία τριών μηνών. Όπως σημειώνει ο Γαλανάκης στην ανθολογία στην οποία περιλαμβάνεται το ποίημα, εδώ «στηλιτεύεται η σφαγή των αμάχων της Τρίπολης που διεξήχθη από τα ελληνικά στρατεύματα»[17]. Στο ποίημα αυτό συναντά κανείς την πλέον αιρετική ανατροπή: οι επαναστατημένοι Έλληνες όχι μόνο δεν εξυμνούνται για την ηρωική στάση τους και τα κατορθώματά τους στο πεδίο της μάχης, αλλά ψέγονται ως δολοφόνοι αμάχων, εφόσον η οπτική του ποιητή διαφοροποιείται πολύ από τη συνήθη: δεν εστιάζει στον Έλληνα (και τον αγώνα της απελευθέρωσής του), αλλά στον άνθρωπο (και το αναφαίρετο δικαίωμά του στη ζωή). Ο δεύτερος στίχος του ποιήματος (περπατώντας η Δόξα μονάχη) συνιστά αυτούσια μεταφορά του αντίστοιχου σολωμικού στίχου από το επίγραμμα «[Η καταστροφή των Ψαρών]». Αλλά ο Τριαρίδης κυρίως αναφέρεται στο μέρος του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, όπου ο Σολωμός περιγράφει τη σφαγή της Τριπολιτσάς, γι’ αυτό και παραθέτει στο ποίημά του εκείνα τα σημεία της σολωμικής περιγραφής που προκαλούν φρίκη. Εξάλλου στο δοκιμιακό κείμενό του «Η “Ελευθερία” που σφάζει αμάχους»[18] ο Τριαρίδης “κατηγορεί” ευθέως τον Σολωμό ότι προβάλλει τη σφαγή των αμάχων της Τριπολιτσάς. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι ο Τριαρίδης προκρίνει έναν ισχυρό ανθρωπισμό, ο οποίος όμως μπορεί να κριθεί σε μεγάλο βαθμό ως ανιστορικός.

Σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε ότι υπάρχει μια κατηγορία ποιημάτων που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε μεταιχμιακά, διότι πραγματοποιούνται σε αυτά ορισμένες υπερβάσεις – τα περισσότερα από αυτά φέρνουν έναν ήρωα της Επανάστασης στο σήμερα για να “μιλήσει” για αυτό, ωστόσο οι υπερβάσεις αυτές στο τέλος “εξισορροπούνται”˙ τις περισσότερες φορές ο ήρωας επιστρέφει τελικά στην εποχή του και στο βάθρο του. Αναφέρω ως παράδειγμα το ποίημα «Ο Γιώργης Καραϊσκάκης»[19] του Γιώργου Ζιόβα, στο οποίο ο μεγάλος αγωνιστής της Επανάστασης κάνει μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας του σήμερα, αναστατώνοντας ποικιλοτρόπως τη ζωή στην πόλη, χωρίς όμως να ανατρέπεται η ιστορική του φυσιογνωμία, ενώ στο τέλος του ποιήματος επιστρέφει στον φυσικό του χωροχρόνο.

Παρατηρούμε λοιπόν, κλείνοντας, ότι κατά πλειοψηφία οι αιρετικές θεωρήσεις της Επανάστασης δεν απορρίπτουν την αξία της ίδιας της Επανάστασης, αλλά ανακαλούν και κρίνουν πρόσωπα και θέματα από αυτήν για να διατυπώσουν μια (αρνητική επί το πλείστον) θεώρηση για το σήμερα. Αυτό που ουσιαστικά σχολιάζεται είναι το παρόν σε σχέση με το παρελθόν και όχι το παρελθόν το ίδιο. Το παρελθόν είναι αυτό που είναι. Μας ενδιαφέρει ο τρόπος που κάθε φορά αξιοποιείται το παρελθόν ώστε να σχολιαστεί το παρόν. Η σύγκριση μοιάζει συντριπτική και κατά αυτόν τον τρόπο τα περισσότερα από αυτά τα αιρετικά ποιήματα καταλήγουν εντέλει να είναι εις διπλούν εξυμνητικά για την Επανάσταση.

 

[1] Το 1821 στην ελληνική ποίηση, (ανθολόγηση – επίμετρο: Ηλίας Γκρης), Αθήνα, Κέδρος, 2011.

[2] Η Ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα, (ανθολόγηση, εισαγωγικές σημειώσεις, επιμέλεια, εργοβιογραφικά σημειώματα ποιητών: Κώστας Σταμάτης), Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2020.

[3] Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση, (ανθολόγηση: Θανάσης Γαλανάκης – Μάνος Κουμής, έρευνα υλικού – γενική φιλολογική επιμέλεια – υπομνηματισμός: Θανάσης Γαλανάκης, κοσμήματα – επεξηγηματικά υπομνήματα: Ηρώ Νικοπούλου), Αθήνα, Τράπεζα Πειραιώς, Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, 2021.

[4] 1821-2021. Η Ελλάς των Ελλήνων. Δύο αιώνες εθνικά δεινά στον καθρέπτη της ποίησης, Μια παράκαιρη ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη, (επιμέλεια: Θανάσης Γαλανάκης), Αθήνα, Gutenberg, 2021.

[5] Η Ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα, ό.π., 377.

[6] Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει στο ποίημα «Καημένε Μακρυγιάννη» του ίδιου ποιητή, καθώς αντιπαραβάλλεται ο ηρωισμός του Μακρυγιάννη με την έκπτωση των ηθών της σύγχρονης νεολαίας, ωστόσο σε αυτή την περίπτωση η ιστορική αναφορά είναι καθαρά υμνητική: βλ. Η Ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα, ό.π., 377.

[7] Η Ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα, ό.π., 398-399.

[8] Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι 9: Οι Ορισμοί, Αθήνα, Άγρα, 1994, 20-39.

[9] Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι 9: Οι Ορισμοί, ό.π., 20.

[10] Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι 9: Οι Ορισμοί, ό.π., 21.

[11] Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σαν χώρα, Αθήνα, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2010.

[12] Δημήτρης Δημητριάδης, Το βδέλυγμα. Ένα κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη για τη LIFO (30.09.2015) Το βδέλυγμα. Ένα κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη για τη LIFO | LiFO.

[13] Η υπογράμμιση είναι του συγγραφέα.

[14] Γιώργος Βέλτσος, Λευκή Ελλάδα, Αθήνα, Περισπωμένη, 2018.

[15] Βλ. Μάρκος Μέσκος, «Το άλογο»: Μαύρο Δάσος (Ποιήματα 1958-1986), Αθήνα, Νεφέλη, 1999, 132.

[16] Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση, ό.π., 721.

[17] Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση, ό.π., 721.

[18] http://www.triaridis.gr/keimena/keimD035.htm

[19] Η Ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα, ό.π., 424-425.

 

(*) Παρουσιάστηκε ως ανακοίνωση στο Επιστημονικό Συνέδριο «Η Επανάσταση του 1821 και οι νεοελληνικές τέχνες». Αθήνα, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, 14-15 Απριλίου 2022, που διοργανώθηκε από την «Πρωτοβουλία 1821-2021» και το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ο αναγνώστης».

 

Προηγούμενο άρθροΗ παραδειγματική περίπτωση του Μακρυγιάννη στην ελληνική ποίηση (του Ε. Γαραντούδη)
Επόμενο άρθροΗ αξεπέραστη γοητεία του κλασικού: Η Χώρα των Τεράτων του Maurice Sendak ( της Αγγελικής  Γιαννικοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ