Αγνοείται  (της Ελένης Σβορώνου)

0
396

 

της Ελένης Σβορώνου

Ένας τελειόφοιτος λυκείου στη Λυών, ο Λίβιο, εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει πίσω του κανένα ίχνος. Κανένα σημείωμα, καμία ένδειξη βίαιου επεισοδίου, απειλής ή συμμετοχής σε παράνομες δραστηριότητες. Έτσι αρχίζει το βιβλίο της βραβευμένης Brigitte Giraud(  Aγνοείται,(μτφ. Μ.Ντεκάστρο, εικ. L Lecou,, Διόπτρα).

Αντίθετα ο Λίβιο ήταν –είναι, η Καμίγ, η φίλη του, δεν χάνει την ελπίδα της να είναι ακόμη ζωντανός κι ας έχουν περάσει μήνες, ας έχει λήξει πια η σχολική χρονιά με τον Λίβιο επίσημα δηλωμένο ως «αγνοούμενο»- ο Λίβιο είναι λοιπόν ένας ευαίσθητος έφηβος που αγαπά την ποίηση, τη μουσική, το διάβασμα, την Καμίγ και τους δυο στενούς του φίλους, τον Νταβίντ και τη Μαριόν, και παίζει ποδόσφαιρο με τους συμμαθητές του, το απαραίτητο διαβατήριο αποδοχής από την αντρική κοινότητα της τάξης. Είναι πρώτος και στο άλμα εις ύψος, κι άλλη αθλητική επίδοση, γιατί ήδη μπορεί να σηκώνουμε το φρύδι ψηλά ακούγοντας τα πολλά πάρε δώσε του με την τέχνη! Όχι, δεν είναι φύτουλας ο Λίβιο, ούτε αλλοπαρμένος καλλιτέχνης. Δεν κατατάσσεται στις συνηθισμένες κατηγορίες των εφήβων που περιθωριοποιούνται και εν τέλει προκαλούν τους νταήδες του σχολείου. Είναι εντός συστήματος.

Όλα ξεκίνησαν από την ημέρα που ο Λίβιο παρουσίασε την εργασία του στο μάθημα της Ιστορίας. Το θέμα ήταν η άνοδος του Ναζισμού και οι πρώτες καύσεις βιβλίων το 1933 στο Βερολίνο, ζητήματα λίγο πολύ γνωστά στους συμμαθητές του. Όλοι κάτι είχαν ακούσει, κάτι είχαν διαβάσει, είχε προηγηθεί και η σχολική εκδρομή στο Βερολίνο με επισκέψεις σε σχετικά μουσεία και μνημεία. Η παρουσίαση πιθανότατα θα βύθιζε τα παιδιά σε βαθιά χασμουρητά, όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις. Άλλωστε πλησίαζε ο καιρός των εξετάσεων για το «Μπακ», το Μπακαλορεά, το απολυτήριο του γαλλικού λυκείου, ποιος είχε όρεξη για «εκτός ύλης» πληροφορίες…

Αλλά ο Λίβιο δεν προτίθεται να πει μια από τα ίδια. Εστιάζει στην περίπτωση του Γερμανοεβραίου γιατρού Μάγκνους Χίρσφελντ, του επονομαζόμενου «Αϊνστάιν του φύλου». Ο Χίρσφελντ είχε διακριθεί για τις έρευνές του για το φύλο και τη σεξουαλικότητα και είχε διατυπώσει τη θεωρία του «τρίτου φύλου». Είχε αγωνιστεί για την κατάργηση της παραγράφου 175 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα που τιμωρούσε την ομοφυλοφιλία. Ολόκληρη η βιβλιοθήκη που διατηρούσε στο Ινστιτούτο Σεξολογίας που είχε ιδρύσει το 1919 παραδόθηκε στην πυρά από τους Ναζί στην πλατεία της Όπερας, στο Βερολίνο στις 10 Μαΐου 1933. Τα παιδιά είχαν επισκεφθεί τη Μπέμπελπλατς, την πλατεία όπου γίνονταν οι καύσεις βιβλίων. Ο Λίβιο, λοιπόν, έδενε στην παρουσίασή του το ειδικό θέμα που είχε επιλέξει να μελετήσει με τις εμπειρίες της τάξης. Πρόσθετε όμως ολοένα και περισσότερες πληροφορίες. Ήταν φανερό πως είχε κάνει μια εις βάθος έρευνα και ήταν άψογα προετοιμασμένος. Χρησιμοποιούσε ένα σωρό τεχνικές επικοινωνίας για να προσελκύσει το ενδιαφέρον του ακροατηρίου: ερωτήσεις στο κοινό, εκφραστική γλώσσα σώματος, εκτός κειμένου παρεκβάσεις, και μια ολοένα και βαθύτερη ανάλυση του έργου του Χίρσφελντ για το τρίτο φύλο και την ομοφυλοφιλία και τις αντιδράσεις που προκάλεσε στους Ναζί.

Σιγά σιγά το πάθος και οι λεπτομέρειες που παρέθετε ο Λίβιο άρχισαν να κάνουν φανερό στην τάξη πως προσπαθούσε να πει και κάτι για τον εαυτό του. Ένα μέρος της τάξης παρακολουθούσε με ζωηρό ενδιαφέρον. Αυτή δεν είναι η ουσία της «βιωματικής μάθησης», η σύνδεση του υπό έρευνα αντικειμένου με το βίωμα; Αυτή δεν είναι μια ευτυχής στιγμή στη διδασκαλία της Ιστορίας; Η στιγμή που θα ονειρευόταν κάθε εκπαιδευτικός, να γίνεται η Ιστορία ζωτικό ζήτημα του παρόντος, της ζωής του μαθητή; Η συγγραφέας ήδη έχει αρχίσει να παίζει ένα θαυμάσιο παιχνίδι με τους αναγνώστες. Κλονίζει τις βεβαιότητές μας. Αυτά που τόσο εύκολα επικαλούμαστε ως προοδευτικές μεθόδους μη τυπικής διδασκαλίας («βιωματική μάθηση», «ο μαθητής καθοδηγεί την έρευνά του», «ανεστραμμένη τάξη», «ο δάσκαλος ως εμψυχωτής», «μαθαίνω πώς να μαθαίνω», «πολλαπλό βιβλίο», «Ιστορία μέσα από τις πηγές» κλπ. κλπ.) ξέρουμε τι πραγματικά σημαίνουν;  Τυχεροί είμαστε που συνήθως όλα αυτά μένουν στα λόγια, γιατί αν οι μαθητές κάνουν αυτό που έκανε ο Λίβιο -μελέτησε, διασταύρωσε πηγές, χρησιμοποίησε κριτική σκέψη, ξέφυγε από την παπαγαλία των πρώτων λημμάτων που θα έβρισκε στο διαδίκτυο, παρουσίασε από στήθους το θέμα του με ζωντανή γλώσσα, έθεσε ερωτήματα, έφερε το παρελθόν στο παρόν συνδέοντας τα προσωπικά του ερωτήματα με το υπό εξέταση θέμα—τότε αλίμονό μας! Όχι γιατί οι μέθοδοι του Λίβιο δεν είναι οι ενδεδειγμένες. Αλλά γιατί δεν είμαστε έτοιμοι να αντέξουμε τόση ελευθερία σκέψης!

«Δεν χρειάζεται να κάψετε βιβλία για να καταστρέψετε έναν πολιτισμό. Απλά κάντε τους ανθρώπους να σταματήσουν να τα διαβάζουν», είχε πει ο Mark Twain.

Να τεμπελιάσει ο νους δηλαδή. Μια τέτοια νωθρότητα του νου θα πρέπει να διακατέχει όσους αντιδρούν όπως αντέδρασε μια μειοψηφία στην τάξη την ώρα της παρουσίασης του Λίβιο. Μειοψηφία μαθητών μεν, αλλά ικανή να προκαλέσει το κακό, έστω και χωρίς να αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες.

Γιατί ναι, ο Λίβιο επιχείρησε ένα έμμεσο coming out μέσω της παρουσίασής του. Οι πρώτοι ψίθυροι ανησυχίας έγιναν κοροϊδίες, μιμήσεις φωνών ζώων, γιουχαΐσματα, κυρίως από κάποια αγόρια που ένιωσαν προσβεβλημένα. Η κατάσταση ξέφυγε. Ο Λίβιο αναδιπλώθηκε. Έχασε το κουράγιο του. Απολογήθηκε. Η καθηγήτρια προσπάθησε να επιβληθεί θέτοντας το ερώτημα με δυνατή φωνή, «Μήπως ξέρεις κανείς τι πραγματικά σημαίνει ομοφοβία;». Αλλά ήταν η σωστή αντίδραση; Μήπως με την παρέμβασή της εξέθετε τον Λίβιο; Οι θηρευτές πάντως μύρισαν το φοβισμένο θήραμα. Κι έπεσαν να το φάνε. Εκείνοι κυκλοφόρησαν τα νέα, με τον δικό τους βέβαια τρόπο, στα social media και στους γονείς. «Στην Ιστορία διδασκόμαστε τη θεωρία του τρίτου φύλου», είπαν. Φανταζόμαστε τις αντιδράσεις των γονιών… Έχουμε ζήσει κι εμείς εδώ παρόμοιες καταστάσεις.

Υπήρξαν βεβαίως και τα παιδιά που βγήκαν μπροστά και υπερασπίστηκαν τον Λίβιο. Αλλά το κακό είχε ήδη γίνει. Μετά από εκείνο το πρωινό της Παρασκευής, την «Ημέρα Θάρρους» όπως την είπανε εκ των υστέρων, ο Λίβιο κάτι προσπάθησε να πει στους γονείς του. Κάτι να τους εμπιστευτεί, όλο και τριγύριζε γύρω τους ρωτώντας για την οικογένεια, για την ιστορία της, για τη σχέση των Ιταλών συγγενών του με τους Ναζί, και ζητούσε να δει οικογενειακά άλμπουμ φωτογραφιών. Αλλά οι γονείς κουρασμένοι. Όχι εχθρικοί, μα «ήθελαν την ησυχία τους». Οικοδόμος ο πατέρας, άνθρωποι του μόχθου, μετανάστες από την Ιταλία και ο Λίβιο να είναι ο τελευταίος που φέρει το πατρικό επίθετο. Ο τελευταίος στην οικογένεια που μπορεί να διαιωνίσει, φέρνοντας απογόνους, το επίθετο «Καπρόνι». Βαρύ το φορτίο στους ώμους του Λίβιο και τα εκ βαθέων λόγια που θέλει πει στους γονείς του να μη βγαίνουν.

Κι ύστερα, ο Λίβιο έγινε καπνός.

Αφήνοντας όλους τους πρωταγωνιστές του δράματος να αναρωτιούνται τι συνέβη, τι έκαναν και τι δεν έκαναν για να μην οδηγηθούν τα πράγματα στα άκρα.

Έχουμε μια πολυφωνική αφήγηση: από την πλευρά της Καμίγ, του κοριτσιού που θεωρούσε ότι ήταν ζευγάρι με τον Λίβιο, της καθηγήτριας, του συμμαθητή που πρωτοστάτησε στον «λιθοβολισμό» του Λίβιο, της μάνας, του πατέρα και τέλος του ίδιου του Λίβιο. Διαμορφώνεται έτσι ένα παζλ με κοινό παρονομαστή σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις τη μη δράση, μάλλον, παρά τη δράση. Μικρές λεκτικές συμπεριφορές ή αποσιωπήσεις διαμόρφωσαν μια φυλακή στην οποία κλείστηκε ο Λίβιο μη βλέποντας άλλη λύση. Άφησε τους άλλους να νομίζουν ότι είναι κάποιος άλλος. Απάντησε στις σιωπές με τις δικές του σιωπές. Πόσο ύπουλα μπορεί να λειτουργήσει αυτή η γενική παραδοχή ότι όλοι είμαστε ίδιοι και χωράμε στο ίδιο καλούπι! Πόσο δύσκολο είναι να διακρίνουν οι σημαντικοί άλλοι ενήλικες και ανήλικοι το δίχτυ ασφαλείας και εμπιστοσύνης που πρέπει να υφάνουν για να σπάσει μια σιωπή! Δε διέκρινε κανείς τα σημάδια, παρά μόνο εκείνοι που δεν έπρεπε, οι νταήδες που είχαν ήδη χλευάσει και τώρα ξεσπάθωναν.

Φυσικά η συγγραφέας, η βραβευμένη με το Prix Goncourt, Brigitte Giraud, δεν κουνάει το δάχτυλο σε κανέναν. Αντίθετα, αφήνει να ακουστεί η φωνή όλων με ευαισθησία και κατανόηση για του ήρωές της. Η Καμίγ βλέπει ερωτικά τον Λίβιο. Φαντάζεται ότι οι δυο τους είναι ζευγάρι. Αν και είναι η μόνη και η πρώτη που θα δεχτεί γρήγορα την αλήθεια και θα αναλάβει να τον ψάξει.

Οι γονείς, πάλι, βλέπουν ό,τι τους επιτρέπει η μόρφωση και η ψυχική τους συγκρότηση να δούνε.

«…η μοναχική ανάγνωση βιβλίων στο δωμάτιό σου δεν έκανε ποτέ καλό σε κανέναν», πιστεύει ο πατέρας. Κι αυτό ακριβώς έκανε ο Λίβιο.

Η καθηγήτρια επίσης παρασύρεται από τον ενθουσιασμό της για την καινοτομία που φέρνει στο μάθημα ο Λίβιο, δεν μπορεί να δει εγκαίρως πόσο απογυμνωμένος ένιωσε ο μαθητής ώστε να παρέμβει πιο δραστικά και εγκαίρως. «Τη Δευτέρα θα τον δω και…». Ναι, αλλά κάθε λεπτό μετράει όταν ο άλλος είναι σε οριακή κατάσταση. Βραδυφλεγείς βόμβες είναι οι έφηβοι. Το χαίρεται αυτό η καθηγήτρια στη ζωή της, ξέρει να μετατρέπει τις βόμβες σε δημιουργικές εκρήξεις.

«Αν ήταν να  ορίσω την αποστολή μου, θα τη συνόψιζα έτσι: ξύπνια παιδιά, αμείωτη ένταση, ζωηρό ενδιαφέρον. Να είναι η τάξη ζωντανή.

[…] ψάχνω στον κόσμο που ζουν σήμερα οι έφηβοι κάθε τι που τους θυμίζει τον κόσμο του χτες, αυτόν που τους διδάσκω και ο οποίος τους φαίνεται καμιά φορά μακρινός και σβησμένος».

Τι όμορφα λόγια από μια καθηγήτρια Ιστορίας! Να όμως που παρασύρθηκε από τη δική της ατζέντα και δεν ένιωσε τη μοναξιά του εφήβου.

Με πίκρα σκέφτεται εκ των υστέρων:

«Τα δεκαεφτά είναι επικίνδυνη ηλικία. Πρέπει να το έχει στο νου του κάθε εκπαιδευτικός προτού μπει στην τάξη.»

Κι ο ίδιος ο πρωταίτιος του διασυρμού του Λίβιο όμως, ο Αρτύρ, έχει τα δίκια του. Ποιος με ρωτάει αν είμαι έτοιμος, σε μια ηλικία που ψάχνω κι εγώ ακόμη την ταυτότητά μου, τον σεξουαλικό μου προσανατολισμό και έχω ανάγκη να ανήκω, ποιος με ρωτάει αν είμαι έτοιμος να ακούσω για το τρίτο φύλο και για εγχειρήσεις αλλαγής φύλου; Με ταράζει κάτι τέτοιο. Ίσως και να σκαλίζει κάτι που θέλω να κρύψω ακόμη και από τον εαυτό μου. Δε μιλάει βέβαια έτσι ο Αρτύρ αλλά πίσω από τα λόγια του αναδύεται αυτό το ερώτημα.

«Κάτι με πρόσβαλε, δεν ξέρω αν ήταν η φωνή του ή η άνεσή του, πάντως είχα όρεξη να τον κάνω να το βουλώσει», λέει ο Αρτύρ για την παρουσίαση του Λίβιο.

Και χαρακτηρίζει την αναφορά στην εγχείρηση αλλαγής φύλου «καραμπινάτη πρόκληση». Νισάφι με την πολιτική ορθότητα, σκέφτεται.

«Απλώς μας πιπιλάνε συνέχεια το μυαλό με το φύλο, το σεξ κι άντε πάλι η ‘συμπεριληπτική γραφή’, δεν καταλαβαίνουμε πια τίποτα» διαμαρτύρεται.

Προφανώς και η αναφορά τον έφερε σε σύγκρουση με τις οικογενειακές του αξίες και δεν ξέρει κι ο ίδιος τι να πιστέψει. Χάος εντός του. Αντίδραση. Βία.

Άλλωστε, όπως, ωραία λέει ο Αρτυρ

«Στην πραγματικότητα δεν το θέλαμε, αλλά πού να ξέραμε ότι είχαμε τόση δύναμη;

[…]

Επειδή δε συνέβαιναν και πολλά στην πόλη μας, έγινε το γεγονός της ημέρας, και άρα αδύνατο να ξεφύγεις.»

Η πλήξη θέλει αρένα, θέαμα, αίμα. Ο Αρτύρ και οι φίλοι του δεν ήξεραν ότι αυτό ακριβώς προσέφεραν με τη στάση τους.

«Εκεί όπου καίνε βιβλία, μία μέρα θα καίνε και ανθρώπους» είχε πει ο Χάινριχ Χάινε. Η φράση αναφέρεται στο βιβλίο και εκφράζει θαυμάσια την επίγευση που αφήνει η ανάγνωσή του. Αυτό φάνηκε από τις καύσεις βιβλίων των Ναζί. Αλλά και οι διώκτες του Λίβιο, ηθελημένοι ή αθέλητοι, που δεν καίνε αλλά απλώς αγνοούν επιδεικτικά τα βιβλία ή θεωρούν ύποπτη τη μοναχική ανάγνωση, αυτό έκαναν. Έστειλαν τον Λίβιο στην πυρά της δημόσιας διαπόμπευσης στα social.

Κατά σύμπτωση προβάλλεται στο Netflix μια πολύ καλή μίνι σειρά, ένα άλλο «Αγνοείται», ο «Ερικ» με τον Μπένεντικτ Κάμπερμμπατς. Αξίζει μια συνδυαστική ανάγνωση και θέαση της περιπέτειας δυο αγνοούμενων παιδιών (εφήβου και παιδιού για την ακρίβεια) που φεύγουν με τη θέλησή τους από το σπίτι.

Αγνοούνται για να γίνουν ορατοί και αληθινοί. Για να ακούσουμε αυτά που έχουν να μας πούνε.

Η ρέουσα μετάφραση κατορθώνει να αναδείξει το ιδιαίτερο ηχόχρωμα της φωνής κάθε ήρωα, που είναι ίσως και το σημαντικότερο στοίχημα σε μια πολυφωνική αφήγηση.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει για την ποιότητα της έκδοσης. Το χαρτί, η γραμματοσειρά, ο χώρος που δίνεται στο κείμενο «να αναπνεύσει», οι ολοσέλιδες καλαίσθητες εικόνες της Laurie Lecou οι οποίες χωρίζουν τους μονόλογους των ηρώων, όλα συμβάλλουν στην αναγνωστική απόλαυση και υπενθυμίζουν την ιδιαίτερη εκείνη σχέση που αναπτύσσει ο αναγνώστης με την υλική υπόσταση του βιβλίου.

 

 

Brigitte Giraud, Aγνοείται,μτφ. Μ.Ντεκάστρο, εικ. L Lecou,, Διόπτρα.

Προηγούμενο άρθροΤι ακριβώς θέλουμε από τον Καραγάτση; (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)
Επόμενο άρθροCrime in a Flash, Διαγωνισμός αστυνομικού διηγήματος με 124 λέξεις

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ