Αγαπητέ Προύφροκ

0
559

Του Χάρη Βλαβιανού (*)

Ήθελα από καιρό να σου γράψω, γιατί όπως μάλλον γνωρίζεις, θεωρώ τον δημιουργό σου – μαζί με τον miglior fabbro – όχι μόνο τους σημαντικότερους ποιητές του μοντερνισμού, αλλά και αυτούς που ευθύνονται κυρίως για τις επιλογές που έκανα στην εφηβεία μου και που  στη συνέχεια καθόρισαν εν πολλοίς την πορεία μου στη ζωή και την ποίηση. Θα έλεγα πως η αγάπη μου για τον Possum και τον Έζρα,  φαίνεται όχι μόνο από το πάθος και την επιμονή με την οποία μελέτησα και μελετώ την ποίησή τους, αλλά κι από την προσπάθεια να μεταφέρω, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, το έργο τους στη γλώσσα μου. Μου πήρε Προύφροκ, πάνω από είκοσι χρόνια να καταφέρω να κλείσω τους λογαριασμούς μου με τα Κουαρτέτα και μόλις πριν λίγους μήνες καταπιάστηκα πάλι με τα τελευταία Κάντος, έχοντας αφήσει πίσω πλέον τον Μώμπερλυ (που υπό μία έννοια θα μπορούσε να θεωρηθεί κι «αδερφός» σου). Περιττό να σου πω, πως το «ερωτικό τραγούδι» σου είναι ίσως το μόνο εκτενές ποίημα της αγγλοσαξονικής ποίησης που μπορώ να απαγγείλω από στήθους – όχι απλή υπόθεση, αν αναλογιστεί κανείς πως χρειάστηκες 131 στίχους για να ολοκληρώσεις τον υπέροχο μονόλογό σου.

Ομολογώ πως το πρώτο που μ’ έκανε να σταθώ στο τραγούδι σου είναι ο τρίτος στίχος, αυτές οι τρομακτικές έξι λέξεις με τις οποίες ο Έλιοτ παρομοιάζει τη νύχτα: «σαν ναρκωμένος ασθενής επάνω στο τραπέζι». Θεωρώ πως κανένας ποιητής πριν από αυτόν δεν θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια «κλινική» εικόνα. Σίγουρα, όχι ο Γέητς, ούτε βέβαια ο Βαλερύ, που ο Έλιοτ τόσο θαύμαζε. Ο στίχος αυτός αποτελεί, όπως σωστά είπε και ο Μπέρρυμαν, την αρχή του μοντερνισμού, την ξαφνική και ριζική μετάβαση σε άλλον ποιητικό τόπο.

Στη συνέχεια αυτό που θαύμασα είναι ο ανεπιτήδευτος, αλλά και από τεχνικής πλευράς αψεγάδιαστος, τρόπος με τον οποίον ο Έλιοτ έδεσε τις λέξεις στο στόμα σου, αυτές τις τόσο δυνατές και φυσικές ομοιοκαταληξίες: «Και θ’ άξιζε άραγε τον κόπο/ Ύστερα από τις μαρμελάδες, και το τσάι, και τις μέντες/ Ανάμεσα σε πορσελάνες και μικρές προσωπικές κουβέντες/ Θ’ άξιζε άραγε τον κόπο,/ Μ’ ένα χαμόγελο να ’χα το θέμα απότομα ανοίξει, /Να ’χα το σύμπαν όλο σε μια μπάλα σφίξει/ Να την κυλούσα για να βρει ένα ερώτημα συντριπτικό,/ Να έλεγα: ‘Είμαι ο Λάζαρος, αυτός που έχει πεθάνει,/ Γύρισα πίσω όλα, σε όλους για να πω’». Όμως πέρα από τη στιχουργική δεινότητα του Έλιοτ, με συγκίνησε βαθιά το θέμα του τραγουδιού σου και βέβαια η τελική κι αναπόφευκτη  συντριβή σου μέσα στη «θάλασσα των ενδοιασμών σου».

Στην αρχή αγαπητέ μου Προύφροκ θεώρησα πως οι δυο μας δεν έχουμε τίποτα κοινό, πέρα από τη μεγάλη αγάπη που τρέφουμε για την τέχνη του πατέρα σου, αφού είχα λανθασμένα εκλάβει τη διστακτικότητά σου ως ένδειξη αδυναμίας και φόβου. Αργότερα κατάλαβα πως το δίλημμά σου δεν αφορούσε στις «φούστες που μακριές σέρνονται στους διαδρόμους», αλλά στην ίδια την ποίηση. Και το κατάλαβα όταν άρχισα κι εγώ να βασανίζομαι από τα ίδια ερωτήματα με σένα. Ρωτούσα διαρκώς τον εαυτό μου «αν θ’ άξιζε τον κόπο να τολμήσω το σύμπαν να ταράξω» ή «να μετρήσω τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ».  Πίστευα ασφαλώς, μέσα στην εφηβική μου αλαζονεία,  πως «οι γοργόνες που τραγουδούσαν η μία στην άλλη, σίγουρα θα τραγουδήσουν και σε μένα», όμως, μεταξύ μας δεν ήμουν βέβαιος. Αμφέβαλα διαρκώς αν θα έπρεπε τελικά «να φάω τον καρπό». Όμως μέσα στη διαρκή ταλάντευση στην οποία βρισκόσουν, «θεωρώντας και αναθεωρώντας εκατό φορές» κατάστρωσες εντέλει το πιο δαιμόνιο και περίτεχνο σχέδιο για να δραπετεύσεις από τον κόσμο των νεκρών (ποιητών): τραγούδησες! Και το τραγούδι είναι εντέλει η μόνη μας διαφυγή, αυτή που επέλεξες κι εσύ κι εγώ – και όσο υπάρχει το τραγούδι η ζωή θα συνεχίσει να έχει νόημα – για μας τουλάχιστον.  Έτσι δεν είναι;

Σημειώσεις:

Τ. Σ. Έλιοτ, «Το ερωτικό τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ», μετάφραση Τάκης Καγιαλής, περιοδικό «Ποίηση», τ. 3, Άνοιξη, 1994.

Τ. Σ. Έλιοτ, Τα τέσσερα κουαρτέτα, μετάφραση Χάρης Βλαβιανός, εκδ. «Πατάκης», 2013.

Έζρα Πάουντ, Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ, μετάφραση Χάρης Βλαβιανός, εκδ. «Πατάκης», 2010

***

 

 

(*) ΥΓ:   Μέρος του κειμένου δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Προηγούμενο άρθροΙ.Καρυστιάνη:Το κόστος του μυστικού
Επόμενο άρθρο«Εφηβείας σκαλωσιά»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ