ΑΦΙΕΡΩΜΑ Μάριος Χάκκας (1), Το  μήνυμά του ζητά παραλήπτες (της Χριστίνας Δ. Παπαδημητρίου)

0
645

 

 

Πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν από τον θάνατο του Μάριου Χάκκα, μιας ιδιότυπης, ανεξάρτητης, αναρχικής, αριστερής μποέμ και λίγο εγχώρια μπητ περσόνας. Ο Μάριος Χάκκας (10/10/1931- 5/7/1972) παραμένει και σήμερα “ένα μήνυμα που ζητά παραλήπτες”. Η Αλεξάνδρα Σαμοθράκη επιμελήθηκε το Αφιέρωμα στον Χάκκα που θα “τρέξει” τις επόμενες ημέρες στον Αναγνώστη. Καλή ανάγνωση.

 

 

της Χριστίνας Δ. Παπαδημητρίου (*) 

 

            Τον Ιούλιο συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από τον θάνατο του Μάριου Χάκκα. Το γεγονός αποτελεί αφορμή, για να  εγκύψουμε στο έργο του και, ωριμότεροι τώρα, να διαπιστώσουμε πως είναι πιο επίκαιρο από κάθε άλλη εποχή. Το απόσταγμα σοφίας, που ίσως έχουν ενσταλάξει στις συνειδήσεις μας οι συνέπειες των γεγονότων των τελευταίων δεκαετιών (πτώση του τείχους του Βερολίνου, οικονομική κρίση, πανδημία, πολεμικές αναμετρήσεις στην εγγύτερη περιοχή μας, πολιτιστική υποβάθμιση), βοηθά στην αποκάλυψη  του δραματικά προφητικού χαρακτήρα του έργου του και μας προκαλεί σε μια νέα ανάγνωση. Μια ανάγνωση που θα εστιάζει όχι μόνο στη διαφορετική οπτική των πραγμάτων, την άλλη στάση ζωής που προτείνει ο συγγραφέας αλλά και στην ιδιαίτερη γραφή του. 

Οι συλλογές διηγημάτων με τίτλους: «Τυφεκιοφόρος του εχθρού» (1966), «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» (1970), «Το κοινόβιο» (1972) αποτελούν το πεζογραφικό  έργο του Χάκκα. Σε αυτές ο συγγραφέας αποδίδει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής και αφουγκράζεται τα μελλοντικά αδιέξοδα εν τη γενέσει τους. Οι ιδεολογικές ζυμώσεις, οι κοινωνικές συγκρούσεις, τα συλλογικά και ατομικά αδιέξοδα, η αλλοτρίωση, η απογοήτευση, η διάψευση, η επέλαση του μικροαστικού κομφορμισμού και του καταναλωτικού ευδαιμονισμού, η εντέχνως καμουφλαρισμένη απώλεια της ελευθερίας, η απουσία ιδεολογικού ερείσματος, το δέος μπροστά στο αναπόδραστο φυσικό τέλος εμπλουτίζουν τη θεματολογία του.

Αν θέλαμε, λοιπόν, να συνοψίσουμε σε λίγες λέξεις το ιδεολογικό περιεχόμενο των διηγημάτων του Χάκκα, οι τίτλοι: «Η βίωση της ήττας», «Η συνειδητοποίηση του πολιτικού, κοινωνικού και ιδεολογικού αδιεξόδου», «Το νέο όραμα» θα ήταν ενδεικτικοί, καθώς αποπειρώνται να ορίσουν την ιδεολογική εξέλιξη, η οποία αντιστοιχεί στα «μυθικά σύμπαντα» των τριών συλλογών που προαναφέραμε.

            Πιο συγκεκριμένα, στα διηγήματα της πρώτης συλλογής «Τυφεκιοφόρος του εχθρού» οι ήρωες παρουσιάζονται ως μεμονωμένες περιπτώσεις και προβάλλουν το ατομικό δράμα που βιώνουν ως μέλη του αριστερού κινήματος μετά την ήττα, καθώς και ως προλετάριοι στα πλαίσια μιας ολοένα αστικοποιούμενης κοινωνίας. Ο χώρος όπου κινούνται είναι οι φυλακές και τα στρατόπεδα εξορίας, οι στρατώνες καθώς και οι λαϊκές συνοικίες των αστικών κέντρων.

Στη συλλογή αυτή αποτυπώνεται η κρίση στο χώρο της Αριστεράς αλλά και η στέρηση, η ιδεολογική σύγχυση και η δυστυχία που βιώνουν οι πολίτες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Αποδίδεται το στίγμα της μεταβατικής εποχής, στην οποία ζει ο συγγραφέας, και στα όρια της οποίας συμφύρονται ιδανικά, αξίες και οράματα από προηγούμενες εποχές με αυτά που θα κυριαρχήσουν στις επερχόμενες και τώρα δείχνουν τα πρώτα σημεία της εμφάνισής τους. Αναδεικνύεται, εν ολίγοις, το καθημαγμένο πρόσωπο του μεταπολεμικού ανθρώπου, που παλινδρομεί ανάμεσα στα οράματα, τις αξίες και τα ιδανικά μιας επικής εποχής, στη διάρκεια της οποίας η εθνική ελευθερία και ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας αποτελούσαν κυρίαρχο αίτημα, και από την άλλη ιδεολογίες, αξίες και ιδανικά που θα εδραιωθούν τις ερχόμενες δεκαετίες και τα οποία καλύπτουν ως μείζον αγαθό το ατομικό συμφέρον.

Όσον αφορά τα διηγήματα της συλλογής «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες», σε αυτά αποτυπώνεται η ζωή των ανθρώπων του αστικού χώρου, της πόλης και των συνοικιών και ιδιαίτερα των κατοίκων μιας συγκεκριμένης συνοικίας, της Καισαριανής. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς  η Καισαριανή ως χώρος δράσης των ηρώων διευκολύνει την εμφατική ανάδειξη της αντίφασης που διέπει την εποχή. Η επιβίωση μιας παράδοσης αντίστασης και αγώνων συνυπάρχει, στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνικοπολιτικών δεδομένων, με το όραμα του αστικού ευδαιμονισμού και καταδεικνύει την έκπτωση των ηρώων και την ιδεολογική σύγχυση στην οποία έχουν περιέλθει.

             Οι ήρωες του «Μπιντέ» στην πλειονότητά τους είναι οι ατομικές περιπτώσεις ανθρώπων της μεταπολεμικής περιόδου που έχουν διαβρωθεί από το αστικό όραμα του καταναλωτισμού, είναι πρώην αριστεροί που αισθάνονται ηττημένοι, διαψευσμένοι και αλλοτριωμένοι (O φόνος). Είναι άνθρωποι που βιώνουν ένα ηθικό και συναισθηματικό αδιέξοδο και αναζητούν εναγωνίως την ψυχική τους ισορροπία χωρίς αποτέλεσμα ή βουλιάζουν στην παραίτηση και το συμβιβασμό (Το τσαλάκωμα).

            Η τελική διαπίστωση που επικρατεί στη συλλογή του «Μπιντέ» είναι πως επιβάλλεται μια εκ βαθέων αναθεώρηση των πάντων, η οποία θα δώσει την ευκαιρία για τη δημιουργία ενός νέου οράματος. Επιβάλλεται με άλλα λόγια ένας απολογισμός, ο οποίος θα θέσει υπό αμφισβήτηση το νόημα και το περιεχόμενο της σύγχρονης ζωής, τις συμπεριφορές και τις αντίστοιχες παγιωμένες μυθολογίες. Το μυθικό σύμπαν της συλλογής αντανακλά την αγωνιώδη πορεία των  ανθρώπων της δεκαετίας του ’60, οι οποίοι παραπαίουν σε έναν κόσμο όπου η πολιτική και πολιτισμική υποβάθμιση είναι πλέον ορατή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι ήρωες είναι αναγκασμένοι να στραφούν στον ιδιωτικό  χώρο, για να δημιουργήσουν το νέο τους όραμα.

            Η τελευταία συλλογή διηγημάτων με τίτλο το «Κοινόβιο» είναι πιο προωθημένη τόσο από άποψη γραφής όσο και περιεχομένου, γι’ αυτό και επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις. Αρχικά, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση παρασύρει τον αναγνώστη σε μία αυτοβιογραφικού χαρακτήρα ανάγνωση, που εστιάζει στον αγώνα του ήρωα με την επάρατη νόσο. Ωστόσο, μια δεύτερη ανάγνωση μπορεί να αναδείξει το υφέρπον όραμα  για μια ουσιαστικότερη ζωή, καθώς οι ήρωες του «Κοινόβιου» αποβλέπουν στη διαμόρφωση μιας νέας επαναστατικότητας. η οποία θα ανοίγει την προοπτική για μια ριζική κοινωνική και πολιτισμική ανανέωση.

Τα διηγήματα αυτής της συλλογής δομούνται πάνω στον άξονα δύο κυρίαρχων αντιθέσεων: ατόμου – κατεστημένων αξιών και ανθρώπου – μοίρας. Στη βάση αυτών ο συγγραφέας επιχειρεί να εκφράσει μια «επαναστατική» διάθεση, η οποία νοείται ως αναμέτρηση με την ίδια την ανθρώπινη μοίρα και το αναπόδραστο τέλος της ύπαρξής μας αλλά προπάντων ως μια αμφισβητησιακή ιδεολογία, που εκδηλώνεται περισσότερο ως προσπάθεια πολιτισμικής αναγέννησης με τη συγκρότηση ενός νέου συστήματος αξιών.

Οι αξίες που εκπροσωπεί ο ήρωας εκφράζουν μια σύγχρονη αμφισβητησιακή αντίληψη υπό το πνεύμα του ανθρωπισμού, που θα σέβεται τις φυσικές αξίες, την ελεύθερη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Με την επικράτηση αυτού του αξιακού συστήματος  ο ήρωας στην πραγματικότητα διεκδικεί την υπέρβαση του θανάτου, προτάσσοντας την ουσιαστική  και χωρίς  στρεβλούς ενοχικούς περιορισμούς βίωση της ζωής.

Στη βάση αυτή αποτυπώνεται η έμμεση αλλά καθολική αμφισβήτηση του κοινωνικού μοντέλου ως μοντέλου παρακμής που παραπέμπει στην κρίση του σύγχρονου πολιτισμού. Οι αξίες όμως, που εκπροσωπούν οι ήρωες του Μ. Χάκκα αναμένεται να επιβληθούν στο κοινωνικό σώμα  σε μια μελλοντική εποχή. Αυτό σημαίνει πως το έργο στο σύνολό του απηχεί μια περίοδο αμφισβήτησης αλλά και αδυναμίας για πραγματική κοινωνική-ιδεολογική εξέγερση απέναντι στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων.

Δεν είναι, όμως, μόνο οι θεματικές επιλογές, ιδιαίτερα στα διηγήματα του «Μπιντέ» και του «Κοινόβιου», που κάνουν το έργο του Χάκκα ξεχωριστό και το τοποθετούν στην πρωτοπορία,  είναι  και ο λόγος του.  Ένας λόγος μεστός, ζωντανός, άμεσος, που αξιοποιεί όλο το φάσμα του γλωσσικού πλούτου, δε φοβάται τις λέξεις, δεν προχωρά σε λεκτικούς αποκλεισμούς, γοητεύεται από τα λεκτικά  παιχνίδια και με την πολυσημία του διεκδικεί όχι μόνο την εγρήγορση του αναγνώστη αλλά και τη διαφυγή προς την ποίηση ιδιαίτερα στην τελευταία συλλογή του. Σε συνδυασμό με το καυστικό, σαρκαστικό του χιούμορ προκαλεί τον αναγνώστη και του υπενθυμίζει πως οφείλει να απεγκλωβιστεί από το πλέγμα της διάχυτης κοινωνικής σοβαροφάνειας.

 Ο ιδεολογικός προσανατολισμός και ο λόγος που αρθρώνει ο συγγραφέας, υιοθετώντας σύγχρονους κώδικες και προωθημένες τεχνικές, κάνει το έργο του επίκαιρο. Οι ιδιαίτερες επιλογές του σε επίπεδο αφηγηματικών τεχνικών σπάζουν τους παραδοσιακούς όρους της αφήγησης και δίνουν νέα ώθηση στην πεζογραφία της εποχής του, ανανεώνοντας  όχι μόνο τον μονόλογο αλλά και τον ρεαλισμό.

      Μελετώντας, λοιπόν, κανείς την αφηγηματική γραφή του «Μπιντέ» και του “Κοινοβίου” διαπιστώνει την εναγώνια προσπάθεια του συγγραφέα να μετουσιώσει σε γραπτό λόγο, σε ρηματική έκφραση την εσωτερική εμπειρία του μεταπολεμικού ανθρώπου, ο οποίος διχασμένος ανάμεσα στο  μπορώ vs θέλω + γνωρίζω  βιώνει το δράμα του καιρού του. Βιώνει την αλλοτρίωση, τη διάψευση, τα κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα της εποχής του αλλά και την αμετάκλητη ανθρώπινη μοίρα που επισφραγίζεται από το βαρύ φορτίο του αναπόφευκτου τέλους.

          Ο Χάκκας με το συνδυασμό διαφόρων αφηγηματικών τεχνικών  κατόρθωσε να μετασχηματίσει ένα προσωπικό βίωμα, μια πιθανή εμπειρία, ένα γεγονός σε διήγημα. Στράφηκε στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, όπου ανακάλυψε την έλλειψη αξιών, την έλλειψη πνευματικής ολοκλήρωσης, ψυχικής γαλήνης, ηθικής ακεραιότητας και προσπάθησε μέσα από τις αναμνήσεις και τη γραφή, τη διαφυγή στη φαντασία και το όραμα να δημιουργήσει ένα καινούργιο κοσμοείδωλο, η υιοθέτηση του οποίου θα χαρίσει μια πλέρια ζωή στους ήρωες του και ένα ελπιδοφόρο όραμα στους αναγνώστες.

  

        

        (*)   Η   Χριστίνα Δ. Παπαδημητρίου είναι φιλόλογος    

       

 

Προηγούμενο άρθροOkapia Johnstoni ή ο θάνατος…αλλιώς (της Δέσποινας Παπαστάθη)
Επόμενο άρθροΕνηλικίωση μετά μουσικής σε καιρό καταστροφής (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ