Αφιέρωμα Dirty Valentine 4 :Μαριαλένα Σπυροπούλου, “Το ανεπαίσθητο ρίγος του ρόδου”

0
833
Apollonia Saintclair 555 - 20150302 L'apprivoisement de Madelene (The woman and the ape)

 

φωτο¨: www.apolloniasaintclair.com

 

Της Μαριαλένας Σπυροπούλου

 

Το μικρό της ψεύδισμα αρκεί για να σηκώσουν το κεφάλι τους οι ορτανσίες, τα ζουμπούλια, τα κατσούφικα γαρύφαλλα, οι μπροστινές ζηλιάρες ορχιδέες, λίγο πριν σηκωθούν από τη βραδινή ανάπαυλα. Καλημέρα. Με το συρτό μελαγχολικό της γρέζι, ανοίγει τα φώτα και συναντιέται χωρίς να το θέλει με τους αντικρυστούς καθρέφτες που δείχνουν τη λιγνή της όψη χωρισμένη σε μπρος και πίσω. Περπατάει ανάμεσα στον κήπο από τις πρασινάδες της, τις χειμωνιάτικες γλάστρες εσωτερικού χώρου, τα αειθαλή της και ατρόμητα φυτά. Αφήνει στο αποθηκάκι την τσάντα της, ανοίγει το ψυγείο και βουτάει μεμιάς χωρίς αναπνευστήρα στα υδροχαρή λουλούδια της μέσα στις μπλε, πράσινες, κόκκινες θήκες τους, ένα κεφάλι που μένει μόνο του μέσα στο νερό, κρατώντας ανέπαφο το σώμα από τις αισθήσεις.

Τα τριαντάφυλλα έχουν την τιμητική τους. Όλες οι ποικιλίες και τα χρώματα στρέφουν το κεφάλι τους σε εκείνη και ένα μικρό πετάρισμα στα πέταλά τους τής θυμίζουν ότι πρέπει να βγάλει σήμερα τις κορδέλες για να στολίσει τις βιτρίνες. Τα τζάμια θα γεμίσουν παντού μεγάλες κόκκινες καρδούλες.

14 Φεβρουαρίου, σε λίγες μέρες. Γιορτή για το μαγαζί, για τα λουλούδια της, για τους ερωτευμένους. Εκείνη και φέτος δεν γιορτάζει. Δεν της αρέσει η γιορτή και εάν δεν είχε κληρονομήσει από τον θείο της το ανθοπωλείο, δεν θα έδινε καμία σημασία στον Άγιο Βαλεντίνο και στα αγγελάκια του. Αλλά εδώ στο μικρό της πολύχρωμο καταφύγιο, κάθε χρόνο και φέτος γιορτάζει τον Βαλεντίνο και τη Βαλεντίνα με τους πιτσιρικάδες που θα αγοράσουν από ένα λουλουδάκι, τα κορίτσια που θα ζητήσουν εκείνες τις καρδούλες αγκαλιά με το αρκουδάκι και τους μεγαλύτερους σε ηλικία άνδρες που θα θυμηθούν και φέτος την αγάπη της ζωής τους. Όταν το πρώτο κύμα των αθώων ερωτευμένων κοπάσει, θα αρχίσουν τα τηλέφωνα από τους εραστές. Δεν έρχονται από κοντά αλλά δίνουν τηλεφωνικά τη μικρή ή μεγάλη παραγγελία τους, για να πάει στο σπίτι της ερωμένης τους ένα καλάθι, ένα κασπό, τριαντάφυλλα όσα τα χρόνια και οι νύχτες που πέρασαν κοντά. Γιατί εάν μετρούσαν τις νύχτες που περνούσαν μακριά, μάλλον δεν θα συνέφερε να στείλουν λουλούδια, άλλωστε δεν διέθετε φορτηγό για τις μεταφορές.

Οι πιο σταθεροί της πελάτες έχουν και μια κάρτα που στέλνουν, πολλές φορές τα ίδια λόγια, αιώνια δικός σου, η αιωνιότητα είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση, αλλάζουν το αρχικό όνομα, η μικρή ανθοπώλις κάθε χρονιά που περνάει, τους γνωρίζει καλά. Ενώ μιλάει μαζί τους τηλεφωνικά, συνεννοούνται με τα μάτια, πού θα πάει πού η κάθε κάρτα. Οι πιο γρήγοροι δεν γράφουν καν όνομα να μην μπερδεύονται. Και εκείνη γνωρίζει κάθε φορά τι να μη ρωτάει και τι να αποφεύγει. Από τις παραγγελίες και τα ποσά καταλαβαίνει ποια είναι η σύζυγος και ποια η ερωμένη. Ακόμα και από τις ποικιλίες των τριαντάφυλλων που διαλέγουν.

Σαν ερωμένες και τα τριαντάφυλλα, κόκκινα, λευκά, ροζ, σομόν, wild roses, old garden roses για τους πιο μυημένους, προετοιμάζονται και στήνουν το κορμί τους, χτενίζουν τα μικρά τους πέταλα, αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο άρωμα να κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα. Αυτή η υπνωτιστική τελετουργία, η μικρή καθημερινή ανάγκη της να τα αγγίζει, να τα κόβει, να τα μυρίζει, τα χέρια της που ηλεκτρίζονται από τα αγκάθια, υποκύπτουν στη δύναμή τους. Το μικρό ίχνος από τσίμπημα προκαλεί ρίγη στο κάτω μέρος της κοιλιάς της, θυμάται μια παλιά απόλαυση να διεισδύει κάτι ανεπαίσθητο μέσα της. Και έτσι χαλαρωμένη και παραδομένη στη μοίρα της ηδονής που δεν αποφεύγει τον πόνο, τα χτενίζει και τα καλλωπίζει για να τα προσφέρει ως τρόπαιο σε κάθε γυναίκα που έχει κερδίσει με τη χάρη της, τη σαγήνη της ή και μόνο με την πολλά υποσχόμενη στάση της το δώρο του εραστή της.

Όταν πλησιάζει η ώρα να κλείσει το μαγαζί, αποκαμωμένη, ορφανή και αζήτητη, στο βαθύ σκοτάδι της χειμωνιάτικης νύχτας, θα μπει εκείνος. Κάθε χρόνο, τα τελευταία τρία χρόνια, μπαίνει ο ίδιος άνδρας τη νύχτα. Λαχανιασμένος και βρεγμένος από τη βροχή της απώλειας, βρέθηκε εκεί μια χιονισμένη νύχτα του Φεβρουαρίου για να ψελλίσει στον ήχο της καρδιάς της ότι πια δεν υπάρχει, την έχασε. Δεν τον γνωρίζει, ορκίζεται ότι ποτέ δεν διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους, δεν πήγαν μαζί σχολείο, δεν αντάλλαξαν μηνύματα, δεν βρέθηκαν σε σπίτια κοινών φίλων. Οι άνθρωποι όμως έχουν πολλές ζωές σε σώματα άλλων, έχουν ζήσει σε πρόσωπα αγνώστων, κουβαλούν εκφράσεις, λακάκια στο δέρμα και κοινά μικρά μυστικά και ας μην τους συνδέει ούτε η μάνα ούτε ο πατέρας ούτε καν η γη που γεννήθηκαν. Έτσι και αυτός είναι για εκείνη γνώριμος πόντο στον πόντο. Θυμάται ακόμα την ουλή δίπλα στους όρχεις του, εκείνη τη μικρή ελιά στο πέος του που όταν ορθώνεται γίνεται μεγαλύτερη και σκούρα και εκείνη ξεκουράζει κάτω από την ίσκιο το πρόσωπό της, την ώρα που η μικρή της γλώσσα τον θρέφει να μεγαλώσει. Θυμάται στο υπογάστριό της τη μυρωδιά της έξαψης, την έντονα βασανιστική μυρωδιά που έχουν οι κορμοί όταν κόβονται, θυμάται, όπως θυμάται τον πόνο το μέλος που χάνεται, τις τρίχες του πώς υψώνονται όταν εκείνη με την άκρη των δαχτύλων της τον αγγίζει. Με τα ρούχα, χωρίς τα ρούχα, τα δάχτυλα γυμνά, εκτεθειμένα, διατρέχουν με άκρα μυστικότητα τις οροσειρές του κόσμου και κατεβαίνουν, μπερδεύονται, μπλέκουν, χώνονται, τρυπάνε και τρυπιούνται, λικνίζονται τα δάχτυλά της έχουν γνωρίσει πλούσιους αρωματικούς κόσμους. Βρίσκονται κάθε φορά ευάλωτα στην έξαψη.

Δεν είναι ο άγνωστος μόνος στην απώλεια. Και εκείνη νοσταλγεί, έκτοτε γιορτάζει πάντα μέσω των άλλων. Με κόπο κάθε τέτοια μέρα κοιτάζει τα δάχτυλά της που έπρεπε να τα κρατήσει μαζί της. Σαν παιδιά χωρισμένων τα τράβηξε τότε από την αγκαλιά του και τα γύρισε με κλάματα σπίτι.

Και εκείνος, ο νυχτερινός επισκέπτης του ναού που γιορτάζει με φτιασίδια έναν κάλπικο Άγιο, χωρίς αισθήσεις, είναι απλώς ένας άλλος. Για  εκείνη είναι όμως ο λόγος να κρατάει τόσο αργά το μισολιπόθυμο μαγαζί της ανοιχτό, μετά από τόση κούραση. Είναι ο λόγος που χαϊδεύει τα δάχτυλά της, που ζεσταίνει τις αισθήσεις της, που κοιτάζει μέσα στους περαστικούς ένα σήμα, ένα νεύμα μήπως έρχεται από εκεί η ελπίδα, από τον κρύο δρόμο της απώλειας.

Γιατί κάθε φορά που μπαίνει εκείνος, χάνει τα σύνορά της. Στέκεται τόσο πολύ κοντά της για να αγοράσει ένα, κάθε χρόνο μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Πρέπει όμως να είναι το ωραιότερο. Το πιο τρυφερό, μικρό Excelsa αλλά όχι τόσο ντροπαλό, ούτε τόσο κλειστό. Με διάμετρο 3,5 εκατοστά, λεπτό και εύκαμπτο, ανέχεται τους παγωμένους χειμώνες, σχεδόν τους υποδέχεται. Δεν θέλει την αγοραία όψη του, ούτε τα ξεχειλωμένα χείλια του, θέλει να είναι στητό, λιπόσαρκο, μυρωδάτο. Με μια μικρή επίγευση στυφού, αλμυρό όσο χώνει μέσα τη μύτη του και μαζί ξινό το στρώμα, το κρατά για ώρα κοντά του. Ψηλός, ραχιτικός, με τα ίδια ρούχα και μαλλιά που προδίδουν αξεπέραστη θλίψη, ο έρωτάς του για εκείνο το μοναδικό τριαντάφυλλο την κάνει κοιτάζοντάς τον να συνδέει τις απολήξεις του μυαλού της με το μικρό ξεχασμένο της αιδοίο. Το ανεπαίσθητο σπινθίρισμα στον αέρα, το τρεμόπαιγμα στους λαμπτήρες των ματιών της, τρυπάνε εκείνο το μικρό φιαλίδιο με το νερό που έχει βάλει για πότισμα στην καρδιά της και ελεύθερο πλέον τρέχει στα χέρια της. Τα δάχτυλά της βάζουν πλάτη στις σταγόνες της ορμής της. Και εκείνη στεγάζει την ορφάνια της στον λυγμό, το δίπλωμα της σάρκας της σε μια ανατολή.

Κοιτάζοντας τα τριαντάφυλλα ξεχωρίζει και φέτος το ένα, το δικό του. Το βάζει στην άκρη. Το χαϊδεύει, το αγγίζει, το σηκώνει, το φέρνει στη μύτη της για να ρουφήξει με πάθος και αφοσίωση τη μυρωδιά του, η άκρη του στέκεται αγέρωχη ανάμεσα στα πόδια της, τρίβει ξανά και ξανά, τρίβει με πάθος και αφοσίωση τη δική της μυρωδιά.

Το ρόδο επιτέλους αναπνέει μεσα στο μικρό του ανεπαίσθητο ρίγος.

 

Προηγούμενο άρθροΑφιέρωμα Dirty Valentine 3: Χαριτίνη Χ. Ξύδη, “Το μανίκι”
Επόμενο άρθροΑφιέρωμα Dirty Valentine 5 : Αλεξάνδρα Σαμοθράκη, “Πλατεία Μαβίλη”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ