ΑΦΙΕΡΩΜΑ 2, Το πτώμα των Χριστουγέννων (διήγημα του Φώτη Δούσου)

0
218

Φώτης Δούσος (*)

 

«Εμείς δεν δικαιούμαστε δώρο Χριστουγέννων;» είπε ο Λάκης καθώς έδενε τα βαρίδια στα πόδια του πτώματος. Έκανε κρύο. Και τα δάχτυλά του είχαν ξυλιάσει. Συναγωνίζονταν σε ψυχρότητα τα δάχτυλα του νεκρού. Το τσιμέντωμα δεν το προτιμούσαν, ειδικά τον χειμώνα, γιατί ήταν χρονοβόρα διαδικασία. Άντε να φτιάξεις χαρμάνι, να το βάλεις στα τενεκεδένια καλούπια, να περιμένεις να στεγνώσει. Άσε που πρέπει να κουβαλάς τσουβάλια με τσιμέντο, άμμο και νερό. Ενώ τα βαρίδια, δεκάκιλα kettlebells συγκεκριμένα, μαύρου χρώματος – μια φορά ο Λάκης είχε αγοράσει ροζ και ο Μικέλ τον μάλωσε άσχημα –  έκαναν μια χαρά τη δουλειά τους. Απλώς έπρεπε να τα δέσεις σφιχτά με αλυσίδες γύρω από τους αστραγάλους του κάθε πτώματος και να τις ασφαλίσεις με χοντρές κλειδαριές. Η δουλειά έπρεπε να γίνει συνήθως σε μυστικό χώρο, σε μια αποθήκη ή στο πίσω μέρους του βαν που οδηγούσε ο Μικέλ. Μετά είχαν μόνο να μεταφέρουν το πακέτο σε μια σκοτεινή άκρη του λιμανού, σε μια έρημη προβλήτα, ή στη λίμνη που ήταν σαράντα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη, κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας της Ελεούσας, και να το πετάξουν στο νερό. Μέσα σε δευτερόλεπτα το πρώμα έπιανε πάτο. Και μετά, άντε γεια.

Ο Μικέλ γέλασε με το παράπονο του συνεργάτη του. Χριστούγεννα ξεχριστούγεννα αυτοί έπρεπε να κάνουν την εργασία τους. Άλλωστε δεν υπήρχε κάποιος να τους περιμένει στο οικογενειακό τραπέζι. Ήταν και οι δυο τους μόνοι. Ο Λάκης βιαζόταν όμως γιατί ήθελε να πάει στο καζίνο. Έτσι περνούσε τις γιορτές· παίζοντας. Βασικά έτσι περνούσε τη ζωή του. Ο Μικέλ θα γύριζε σπίτι να φάει κανένα μπέργκερ και να δει εορταστικά προγράμματα στην τηλεόραση. Του άρεσε η λαϊκή μουσική. Ειδικά ο Νικολόπουλος.

«Έλα, να τελειώνουμε» είπε στον Λάκη καθώς σήκωνε το πτώμα από τις μασχάλες. Ο Λάκης το έπιασε από τα πόδια. «Με το ένα, με το δύο, με το τρία». Ένας παφλασμός ακούστηκε στα σκοτεινά και οι δυο συνεργάτες έκαναν μεταβολή να μπουν στο αυτοκίνητο. Ο Λάκης στάθηκε μόνο να δέσει τα κορδόνια του. Τότε είδε ότι ξέχασε κάτω μια κλειδαριά. Τη σήκωσε και την πέταξε στη θάλασσα. Αλλά δεν ακούστηκε σαν να πέφτει σίδερο στο νερό. Η κλειδαριά έβγαλε έναν γδούπο σαν να πέφτει σε σώμα στερεό. Ο Λάκης πλησίασε στην  άκρη της προκυμαίας και φώτισε με τον φακό του κινητού του. Το πτώμα που είχαν μόλις πετάξει στο νερό και θα έπρεπε τώρα να είναι καρφωμένο στον λασπώδη πυθμένα, επέπλεε ανάσκελα, σαν κολυμβητής που απολαμβάνει το μπάνιο του. Το στόμα του μάλιστα ήταν μισάνοιχτο, σαν να χαμογελούσε.

Ο Λάκης χωρίς να χάσει καιρό φώναξε τον Μικέλ. Εκείνος μόλις είδε το πτώμα έριξε μια φάπα στον συνεργάτη του.

«Δεν τον έδεσες καλά, ρε ηλίθιε»

«Τον έδεσα! Σ’το ορκίζομαι!»

«Πού είναι τότε τα βαρίδια;»

Πράγματι τα kettlebells θα πρέπει να βρίσκονταν τώρα στον βυθό. Ο νεκρός όμως όχι. Άρα; Κάτι δεν είχε πάει καλά στο δέσιμο. Ο Λάκης, που είχε κάνει τη δουλειά  πολλές φορές έτριβε τα μάτια του.

«Βγάλ’τον, να τον ξαναδέσουμε» είπε ο Μικέλ ζοχαδιασμένος.

«Δεν έχουμε άλλα βαρίδια».

«Τότε έλα να τον πάρουμε να τον θάψουμε κάπου».

Ευτυχώς το ρεύμα και το κύμμα έφεραν τον νεκρό κοντά στην προκυμαία. Έτσι οι δυο καθαριστές μπόρεσαν να τον τραβήξουν πάλι στη στεριά. Έγιναν μούσκεμα βέβαια μέχρι να τον βγάλουν έξω και να τον μεταφέρουν στο αυτοκίνητο.

Ο Μικέλ έβαλε μπρος να φύγουν. Κίνησαν για το δασύλλιο που απλωνόταν σε μερικά εκτάρια έξω από την πόλη. Σε όλη τη διαδρομή ο Μικέλ έβριζε.

«Επειδή έκανες μαλακία, θα τον θάψεις εσύ» έλεγε στον Λάκη. Ήταν σίγουρα δίκαιη τιμωρία το σκάψιμο στο παγωμένο και σκληρό χώμα. Ο Λάκης κλαψούριζε λέγοντας ακατάληπτες δικαιολογίες. Ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει πώς λύθηκε ο νεκρός. Ένας διαβολεμένος Χουντίνι του σκότους. Ανά διαστήματα γύριζε στο πίσω μέρος του βαν και τον κοίταζε, μην έχει κουνηθεί, μην έχει αλλάξει πλευρά. Όμως εκείνος στεκόταν ακίνητος σαν κούτσουρο.

Μετά από ένα μισάωρο, και αφού βγήκαν σε έναν χωματοδρομο που οδηγούσε σε ένα παράμερο σημείο του μικρού δάσους, βγήκαν να θάψουν τον νεκρό. Ο Μικέλ άναψε τσιγάρο και ο Λάκης άρχισε να φτυαρίζει το έδαφος που ήταν σκληρό σαν τσιμέντο. Μετά από λίγα λεπτά είπε λαχανιασμένος «Δεν μπορώ άλλο». Ο Μικέλ τον στραβοκοίταξε. Πέταξε το δεύτερο τσιγάρο που είχε ανάψει και του άρπαξε το φτυάρι από τα χέρια. «Για τίποτα δεν είσαι ικανός» έγρουξε. Πήγε να σκάψει λίγο παραδίπλα. Αλλά βρήκε βράχο. Και πιο πέρα το ίδιο. Απομακρύνθηκε δέκα βήματα και προσπάθησε πάλι να μπήξει τη μύτη του φτυαριού στο χώμα. Τίποτα πάλι. Ήταν λες και το υπέδαφος της περιοχής ήταν καλλυμένο με πετρώματα. Γύρισε το αμάξι και πήρε μια αξίνα που είχε. Άριχσε να βαράει με λύσσα το έδαφος. Πιο πολύ φασαρία έκανε. Δεν κατάφερε να σκάψει ούτε ένα εκατοστό. Συνέχισε να ανεβοκατεβάζει την αξίνα με λύσσα. Ώσπου με ένα δυνατό κρακ έσπασε το εργαλείο στη μέση. Ο Μικέλ έβγαλε μια δυνατή κραυγή από τα νεύρα του. Έπεσε στα γόνατα και προσπάθησε να ανοίξει έναν λάκκο με τα νύχια του, γρυλίζοντας σαν πληγωμένο άγριο ζώο. Έβριζε Χριστούς και Παναγίες.

Ο Λάκης τον έπιασε από το ώμο να τον ηρεμήσει. «Θα μας ακούσουν» του ψιθύρισε. «Και, σε παρακαλώ, μην βρίζεις την Παναγία, τέτοιες χρονιάρες μέρες. Μην βλαστημάς».

Ο Μικέλ σταμάτησε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τον ιδρώτα που έρρεε από το μέτωπό του παρά το ψύχος της νυχτιάς. Ήθελε να γυρίσει και να δαγκώσει την καρωτίδα του Λάκη. Εκείνος έφταιγε για όλα. Αν είχε κάνει σωστά τη δουλειά του, τώρα θα άραζε στο σπίτι του να ακούει Νικολόπουλο. Και του έλεγε τώρα να βρίζει. Μωρέ και την Παναγία και τον Χριστό και όλους μαζί θα τους έπαιρνε ο διάολος. Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνό του. Το είχε στο αθόρυβο αλλά ένιωσε τη δόνηση μέσα στην τσέπη του. Τον έπαιρναν με απόκρυψη. Κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν. Ήξερε ότι δεν γινόταν να μην το σηκώσει. Από την άλλη μεριά της γραμμής ακούστηκε μια βαριά και βραχνή φωνή:

«Έγινε;»

«Αμ… όχι ακόμα…».

«Τι;»

«Είχαμε ένα μικρό προβληματάκι αφεντικό… Αλλά θα το τακτοποιήσουμε πολύ σύντομα… Μην ανησυχείτε!». Ο Μικέλ ήξερε ότι ο άνθρωπος με τον οποίο μιλούσε λάτρευε την τάξη και την «πάστρα» όπως έλεγε. Επίσης δεν ήταν μαθημένος να δέχεται αντιρρήσεις. Όταν ρωτούσε κάτι έπρεπε να του απαντάς πάντα καταφατικά. Μία άρνηση τον αναστάτωνε. Η δεύτερη τον εξόργιζε. Στην τρίτη ήδη κινδύνευες. Το αφεντικό πριν μιλήσει, ρουθούνισε, δείγμα ότι ήταν εκνευρισμένος.

«Θα ξαναπάρω. Σε μία ώρα. Να έχει τελειώσει».

«Μάλιστα… μην ανησυχ…». Του το έκλεισε πριν ο Μικέλ προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του. Κοίταξε τον Λάκη που τα μάτια του λάμπανε μέσ’ στο σκοτάδι και έτρεμε σαν το ψάρι επειδή δεν είχαν αλλάξει τα βρεγμένα τους ρούχα.

Μία λύση απομένει, σκέφτηκε ο Μικέλ. Αλλά ήξερε ότι δεν θα άρεσε καθόλου στον συνεργάτη του.

«Έλα, ας τον σηκώσουμε».

Ο Λάκης υποψιάστηκε.

«Πού θα πάμε;»

«Στο σπίτι μου».

«Όχι!»

«Στην αποθηκούλα»

«Όχι! Αν πάμε εκεί, εγώ δεν έρχομαι».

«Σκάσε».

Κουβάλησαν τον πεθαμένο πάλι πίσω στο βάν. Ο Λάκης είχε βρει τώρα καινούργιο λόγο να κλαψουρίζει και να γκρινιάζει.

«Θες να το κάνεις μόνος σου; Δεν μπορώ! Δεν το καταλαβαίνεις;»

Την τελευταία φορά που το έκανν γέμισε σπυριά σε όλο του το σώμα και είχε μια φαγούρα λες και τον τρύπησαν χιλιοι κοριοί. Είχε ζητήσει λοιπόν από τον συνεργάτη του να αποφεύγουν τον συγκεκριμένο τρόπο «καθαρισμού».

Ο Μικέλ οδηγούσε αμίλητος. Ήξερε καλά ότι ο Λάκης είχε αλλεργία στο υδροφθορικό οξύ. Για αυτό και το απέφευγαν στις δουλειές τους. Ωστόσο τώρα δεν γινόταν αλλιώς. Ευτυχώς είχε πάντα στο υπόγειο του σπιτιού του ένα γεμάτο πιθάρι. Για έκτακτη ανάγκη. Όπως τώρα.

Έφτασαν στο σπίτι του Μικέλ μετά από 50 περίπου λεπτά. Σε λίγο ο εργοδότης τους θα τους έπαιρνε πάλι τηλέφωνο. Και αλίμονό τους αν δεν είχαν ξεμπερδέψει. Τοποθέτησαν το πτώμα δίπλα στο βαρέλι. Ο Λάκης εκλιπαρούσε τον Μικέλ να φύγει. Αλλά μόνος του ο Μικέλ δεν θα μπορούσε να το κάνει. Στο τέλος ο Λάκης υποχώρησε.

Φόρεσαν στα γρήγορα ολόσωμες στολές, ειδικά λαστιχένια γάντια και μάσκες προσώπου για την προστασία των ματιών. Παρά τις προφυλάξεις, ο Λάκης άρχισε να πετάει ήδη εξανθήματα και μόνο που πλησιάσε το βαρέλι και μόνο που μύρισε την οσμή.

«Ας τον διαμελήσουμε για να λιώσει πιο γρήγορα» πρότεινε ο Μικέλ.

Ο Λάκης πήρε μια έκφραση αποτροπιασμού. «Όχι. Ας τον πετάξουμε μέσα να τελειώνουμε. Όσο πιο πολύ καθόμαστε τόσο χειρότερα» είπε και άρχισε να ξύνεται στον σβέρκο και γύρω από τα αυτιά.

Ο Μικέλ σήκωσε το καπάκι του βαρελιού. Προσεκτικά βάλανε το πτώμα μέσα ενώ καπνοί και αναθυμιάσεις πετάχτηκαν απότομα προς τα πάνω. Ξανακλείσαν το καπάκι και ο Λάκης έτρεξε στην τουαλέτα να πετάξει τα ρούχα που φορούσε και να πλυθεί καλά καλά. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε πάλι το τηλέφωνο του Μικέλ. Ήταν ο εργοδότης τους. Ο Μικέλ τον διαβεβαίωσε ότι το πτώμα είχαν καθαρίσει Ο Μεγάλος το έκλεισε χωρίς να ρουθουνίσει.

Οι δυο συνεργάτες δώσανε τα χέρια.

«Καλά Χριστούγεννα» ευχήθηκαν εγκάρδια ο ένας στον άλλο.

Λίγες ώρες αργότερα ο Λάκης είχε χάσει στη ρουλέτα ό,τι λεφτά είχε πάνω του και είχε δανειστεί ήδη ένα αρκετά μεγάλο ποσό από τους τοκογλύφους που σύχναζαν στο καζίνο. Στο μυαλό του είχε σφηνωθεί η ιδέα ότι η γκαντεμιά του ήταν κάποιου είδους τιμωρία επειδή ο συνεργάτης του έβριζε τα θεία χριστουγεννιάτικα. Έκανε από μέσα του την προσευχή του, σαν να ζητάει συγγνώμη από το θεό, για να εξιλεωθεί. Είχε μαζευτεί πάνω του πολλή αρνητική ενέργεια. Εντάξει, κωλοδουλειά έκαναν με τον Μικέλ. Αλλά αυτοί δεν σκότωναν κανέναν. Καθάριζαν μόνο τον τόπο του εγκλήματος και εξαφάνιζαν τα πτώματα. Όπως τα σκουληκάκια του θεού. Ανακύκλωση κάνανε.

Εκείνη τη στιγμή η μπίλια έπεσε πάνω στο νούμερο που είχε ποντάρει. Δεν πρόλαβε  να τακτοποιήσει σε στοίβες τις μάρκες που είχε κερδίσει και χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν ο Μικέλ.

«Πού είσαι;»

«Τι θες;»

«Έλα γρήγορα στο σπίτι».

«Γιατί;»

«Τσακίσου κι έλα. Έχουμε πρόβλημα».

Ο γκρουπιέρης είπε:

«Όχι, άλλα στοιχήματα»

Ο Λάκης δεν είχε προλάβει να ποντάρει τους αριθμούς που ήθελε.

«Δεν μπορώ τώρα. Μου έχει γυρίσει…» είπε εκνευρισμένος.

«Αν δεν έρθεις τώρα, πεθάναμε. Και εμάς δεν θα έρθει κάποιος να μας “καθαρίσει”» είπε ο Μικέλ και έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Λάκης βρήκε τον συνεργάτη του στο υπόγειο του σπιτιού του μπροστά στο κλειστό βαρέλι με το οξύ.

«Κοίτα» ειπε ο Μικέλ και του έκανε νόημα να σηκώσει το καπάκι.

«Μη με γαμάς τώρα» είπε ο Λάκης σκεφτόμενος την αλλεργία του.

Ο Μικέλ χωρίς να περιμένει άνοιξε ο ίδιος το καπάκι. Σκύψανε και οι δυο στο άνοιγμα να δούνε. Μέσα το πτώμα έμοιαζε με καποιον που απολαμβάνει το τζακούζι του. Το κεφάλι, που βρισκόταν έξω από το οξύ, έγερνε χαλαρά στο πλάι.

«Δεν λιώνει» είπε ο Μικέλ.

Ο Λάκης δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Πώς γινόταν να μην λιώνει; Ξαναφόρεσαν γάντια, μάσκες και στολή και τράβηξαν το πτώμα έξω από το βαρέλι. Πράγματι ήταν άθικτο. Μόνο τα ρούχα του είχαν διαλυθεί. Ο Λάκης άρχισε πάλι να ξύνεται σαν σκύλος. Έπαθε παροξυσμό.

«Πρέπει να τον πλύνουμε. Όσο είναι έτσι μου φουντώνει την αλλεργία. Να τον πάμε στο μπάνιο» είπε ο Λάκης. «Βοήθα». Ο Μικέλ έμεινε άβουλος, απορροφημένος στις σκέψεις του. Το μόνο που έμενε ήταν να τον θάψουν στον κήπο αν και δεν τον ενθουσίαζε η ιδέα. Ήταν ενοχοποιητικό στοιχείο. Δεν τον ήθελε στην αυλή του. Άσε που δεν γινόταν να το κάνουν με το φως του ήλιου. Θα έπρεπε να περιμένουν, να πέσει πάλι το βράδυ. Συνήλθε απότομα και έπιασε από τα πόδια το πτώμα για να το μεταφέρουν στον πάνω όροφο όπου βρισκόταν το μπάνιο. Μολις έφτασαν αγκομαχώντας στο καθιστικό, χτύπησε το κουδούνι. Οι δυο συνεργάτες κοιτάχτηκαν. Ο Μικέλ άφησε το πτώμα και πήγε να δει από το ματάκι της πόρτας. Έξω από το σπίτι στεκόταν βλοσυρός, ένας μπραβος του Μεγάλου που είχε έρθει για την πληρωμή τους. Πάντα τους πλήρωναν δια αντιπροσώπου μετά από κάθε δουλειά.

Τους έπιασε πανικός. Ο Λάκης φορτώθηκε το πτώμα στις πλάτες και το κουβάλησε μόνος μέχρι την τουαλέτα. Ο σβέρκος του και η πλάτη μέχρι την κωλοτρυπίδα του γέμισε κόκκινα σπιθούρια. Ο Μικέλ πήγε να ανοίξει.

«Όλα καλά;» είπε ο άνθρωπος του Μεγάλου με τους φουσκωμένους του μυς να διαγράφονται κάτω από το μεταξωτό του πουκάμισο.

Ο Μικέλ έγνεψε ναι.

«Ωραία γιατί το αφεντικό το είχε μεγάλη ανησυχία. Ξέρεις ποιος ήταν ο… λεγάμενος;»

Ο Μικέλ ανασήκωσε τους ώμους με απορία. Ο μπράβος συνέχισε με χαμηλωμένη φωνή: «Εισαγγελέας Αναστασίου. Που σκαλίζει τη υπόθεση με το λαθρεμπόριο. Που θέλουν να τυλίξουν το αφεντικό. Τώρα θα το πάρουν το μήνυμα. Αλλά αν έβρισκαν το πτώμα, την είχαμε βάψει. Ευτυχώς που κάνατε τη δουλειά σας».

Ο μπράβος έβγαλε έναν φάκελο και τον έδωσε στον Μικέλ. Έκανε να φύγει, αλλά κοντοστάθηκε.

«Από το πρωί τρέχω. Εχω πιει τρεις καφέδες. Να χρησιμοποιήσω λίγο την τουαλέτα;»

Ο Μικέλ δάγκωσε τα χείλη του. Κάτι ψέλλισε ότι ήταν χαλασμένο το καζανάκι, αλλά μπράβος είχε ορμήξει ήδη μέσα. Ο Μικέλ σκέφτηκε να το σκάσει. Θα τον έβρισκαν όμως. Που να πάει; Τα γόνατά του είχαν λυθεί. Ο μπράβος άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας και μπήκε μέσα. Δεν ακούστηκε τίποτε. Ο Μικέλ έστησε αυτί. Μα πώς ήταν δυνατόν; Μετά από λίγο άκουσε μόνο τον ήχο από το καζανάκι.

Ο μπράβος βγήκε κουμπώνοντας το παντελόνι του.

«Δούλευε τελικά το καζανάκι» είπε και έφυγε.

Ο Μικέλ μπήκε στο μπάνιο. Ήταν άδειο. Το παράθυρο έχασκε ανοιχτό. Έτρεξε έξω. Το αμάξι του Λάκη έλειπε. Έβγαλε το κινητό να τον πάρει.

«Που είσαι ρε τρελέ; Τι έκανες;» του είπε με ενθουσιασμό. Ο άλλος δεν απάντησε.

«Φέρ’τον πίσω τώρα να τον θάψουμε».

«…»

«Με ακούς; Έλα πίσω. Έφυγε».

«Όχι, Μικέλ».

«Τι όχι ρε;»

«Δεν θα τον φέρω».

«Γιατί;»

«Δεν θα καταλάβεις».

«Έχω και τα λεφτά. Έλα να τα μοιραστούμε».

«Αργότερα».

«Τι εννοείς;»

Ο Λάκης έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν χρειαζόταν άλλες αποδείξεις. Ούτε κουβέντες. Ούτε εξηγήσεις. Είχε μπροστά του (στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του δηλαδή) το θαύμα των Χριστουγέννων. Δεν χρειαζόταν πολύ μυαλό. Ούτε και τρελή πίστη για να το δεις. Τα σημάδια ήταν ξεκάθαρα. Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμύδια; Ποιονού σώμα δεν λιώνει με τίποτα αφού πεθάνει;

Βγήκε από τον κεντρικό δρόμο και κατευθύνθηκε προς το μοναστήρι της Παναγίας της Ελεούσας. Αλλά δεν θα πετούσε το άλιωτο σώμα μέσα στη λίμνη. Θα χτυπούσε την πόρτα του μοναστηριού και θα το άφηνε εκει. Οπως εγκατελείπουν τα μωρά τους κάποιες απελπισμένες μανάδες. Θα έβαζε και ένα σημείωμα όπου θα εξηγούσε το θαύμα. Το σώμα ενός τέτοιου νεκρού ανήκε στην εκκλησία. Ας το έκανε εκείνη ό,τι ήθελε.

 

(*) Ο Φώτης Δούσος είναι συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Το τελευταίο του είναι “Η λίστα του Λεπορέλο”, εκδ. Νεφέλη, 2021.

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΑΦΙΕΡΩΜΑ 1. Ο θάνατος έρχεται Χριστούγεννα (διήγημα του Ανδρέα Αποστολίδη)
Επόμενο άρθροΟ Επίλογος της χρονιάς 2021-2022

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ