Abdularazak Gurnah: Υπάρχει ένα μέρος του κόσμου που ακόμη δεν έχετε δει (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

0
341

 

Η Αλεξάνδρα Σαμοθράκη παρουσιάζει μια συζήτηση που έγινε στο Πανεπιστήμιο του Κεντ με τον νομπελίστα συγγραφέα Abdularazak Gurnah (Αμπντουλραζάκ Γκούρνα)

 

Ο κάτοχος του φετινού Νόμπελ Λογοτεχνίας, Αμπντουλραζάκ Γκούρνα (γεν ’48), επέστρεψε στο πανεπιστήμιο του Κεντ, όπου δίδασκε  αγγλική και μετα-αποικιοκρατική λογοτεχνία μέχρι να συνταξιοδοτηθεί, για μια συζήτηση εφόλης της ύλης μετά την βράβευσή του.

Εξαιτίας των αναταραχών στην πατρίδα του την Ζανζιβάρη, ο  Γκούρνα έφτασε στην Αγγλία σε ηλικία 18 ετών και εγκαταστάθηκε στο Canterbury, μια γραφική κωμόπολη στο Κεντ και πόλη καταγωγής του Christopher Marlowe. Ένα από τα πρώτα του βιβλία, το Pilgrims’ Way (O Δρόμος των Προσκυνητών), σπαρακτικά εξηγεί την καθημερινότητα ενός νεαρού μαύρου που προσπαθεί να ενσωματωθεί στην κοινωνία  του Canterbury κατά την ανάστατη δεκαετία του ‘80. To βιβλιο του Παράδεισος έφτασε στην βραχεία λίστα των Booker το 1994 και των βραβείων Whitbread και εξιστορεί τις περιπέτειες ενός αγοριού, του Yusuf, σε μια φανταστική πόλη της Τανζανίας, θεωρήθηκε δε ως ανταπάντηση στο H Καρδιά του Σκότους του Joseph Conrad που επίσης έζησε στο χωριό Bekesbourne, λίγα χιλιόμετρα από το Canterbury.

Το τελευταίο του βιβλίο, Άλλες Ζωές, εξελίσσεται στην Ζανζιβάρη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και ανιστορεί τις εμπειρίες του Hamza, ενός «ασκάρι» (γηγενούς Αφρικανού πολεμιστή του Γερμανικού στρατού)και τις συνέπειες  της στράτευσης του στην υπόλοιπη ζωή του όπως και της γυναίκας του της όμορφης Afiya, ο αδελφός της οποίος είχε απαχθεί παιδί από τα Γερμανικά στρατεύματα.  Ήταν υποψήφιο για το βραβείο πολιτικής λογοτεχνίας Orwell όπως και για το βραβείο ιστορικής λογοτεχνίας Walter Scott.

 

ΕΡ: Πώς θα περιγράφατε τη διαδικασία της αναχώρησης από μια χώρα; Υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες αναχώρησης για εσάς; Στα μυθιστορήματά σας υπονοείται πως η αναχώρηση πάντα είναι πολύ πιο δύσκολη από αυτό που φαντάζεται κανείς. Τι γνώμη έχετε;

ΑΠ: Για λίγο νόμιζα πως δεν θα φτάναμε ποτέ στην ερώτηση (γέλια). Η άφιξη είναι το τέλος αυτής της διαδικασίας, το τέλος του ταξιδιού- όσο πάντως διαρκεί αυτή η διαδικασία- κατά τη διάρκεια του ταξιδιού- ιδίως αν είσαι νέος- δεν σκέφτεσαι αυτό που αφήνεις. Σκέφτεσαι την άφιξη. Τον προορισμό- όσο αχνός ή τυχαίος και να είναι.Τουλάχιστον εγώ αυτό έκανα.  Αφού όμως ξεκινήσεις, τότε σκέφτεσαι αυτά που αφήνεις πίσω.  Οπότε η άφιξη είναι επίσης και μια αναγνώριση της απώλειας. Όταν μιλάμε για εκτοπισμούς, σαν αυτούς που βλέπουμε συνέχεια, που κάποιος ωθείται να εγκαταλείψει την πατρίδα του εξαιτίας των συνθηκών, τις βίας, του πολέμου, των οικονομικών συνθηκών, χωρίς δηλαδή να έχει επιλογή, η πίεση να φύγεις είναι τόσο μεγάλη που δεν σκέφτεσαι αυτό που αφήνεις πίσω.

ΕΡ: Στο έργο σας όμως επιστρέφετε σε αυτό;

ΑΠ: Παίρνει πολύ χρόνο να μπορείς να το επικαλεστείς και να αναφερθείς στην αναχώρηση ως ανάκτηση και όχι ως απώλεια.  Δεν περνάει όμως ποτέ εντελώς- πάντα υπάρχει ένας σκληρός όγκος που δε μπορείς να χωνέψεις. Σκέφτομαι όλους αυτούς τους νέους ανθρώπους που το περνάνε αυτό, όχι μόνο εμένα. Ήρθα στην Αγγλια 18 χρονών, χωρίς να έχω ιδέα πως θα ήταν αυτός ο τόπος, χωρίς λεφτά, χωρίς δεξιότητες. Τον περισσότερο χρόνο απλά προσπαθείς να ανταπεξέλθεις- πρέπει να περιμένεις πολύ για να μπορέσεις να σκεφτείς. Μέχρι να γίνει αυτό έχεις ήδη βγει στην αντιπερα όχθη.

ΕΡ: Ορίστε μια σύντομη ερώτηση τώρα: η άφιξη πως ήταν;

ΑΠ: Δεν είναι εύκολο να είσαι ξένος, ιδίως σε ένα τόσο παράξενο μέρος, τόσο διαφορετικό από τις εμπειρίες σου. Τότε δεν μου φαινόντουσαν όλα τόσο τραγικά- πιο τραγικά μου φαίνονται όταν τα σκέφτομαι τώρα και όσα περνάνε τα νέα παιδιά. Τις μικρές καθημερινές εχθροπραξίες των ντόπιων δε μπορείς καν να τις καταλάβεις πολλές φορές. Είναι όμως και συναρπαστικό ταυτόχρονα- μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας.

ΕΡ: Ο Raymond Williams, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Νέας Αριστεράς, χρησιμοποιούσε τη φράση «αίσθηση του ανήκειν». Τι σημαίνει για εσάς; Είναι πολιτικός ή πολιτισμικός όρος; Είναι εφικτό μετά την εξορία;

ΑΠ:  Μέχρι ενός σημείου μπορείς να ενταχθείς στη νέα κουλτούρα- αυτό όμως διευρύνει σε μεγάλο βαθμό την κατανόησή σου.  Μπορεί να είναι κάτι τραγικό, αλλά όχι απαραίτητα. Δεν είμαι σίγουρος πως υφίσταται μια καλοήθης μορφή του ανήκειν: ακόμη και αν παραμείνεις αμετακίνητος, δε μπορείς πάντα να πεις «εντάξει, εδώ είμαστε τώρα» Νομίζω πως αυτό είναι αδύνατον για ορισμένους ανθρώπους.  Ο εκτοπισμός έχει μια τραγική χροιά, με λίγη τύχη όμως μπορείς να ανακτήσεις  κάτι από το τραύμα- τουλάχιστον αυτό ήταν για εμένα το γράψιμο.

ΕΡ: Δεν είστε ρητά πολιτικοποιημένος συγγραφέας- το έργο σας όμως μάχεται κατά των συνεπειών της αποικιοκρατίας,του ιμπεριαλισμού, των φυλετικών διακρίσεων, των κοινωνικών αδικιών αλλά και τη μικρότερη κατηγορία της προσωπικής αδικίας. Τι είναι δικαιοσύνη για εσάς;

O Γκουρνα διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο του Κεντ

ΑΠ: Βλέπουμε αυτό που βλέπουμε μπροστά μας. Δε νομίζω πως μπορώ να σας πω τι είναι δικαιοσύνη. Ως συγγραφέας όμως, πάντα προσπαθώ να γράφω όσο πιο ειλικρινά μπορώ. Αν δω μια αδικία, δε μπορώ να μην την αναφέρω στο έργο μου, δε θα αναφερθώ όμως  γενικολογώντας στην ευρύτερη έννοια της δικαιοσύνης. Δυστυχώς δεν χρειάζεται να είναι κανείς «τσακάλι» για να αντιληφθεί  τα κακώς κείμενα στο πως αντιμετωπίζονται άνθρωποι π.χ. αυτοί που απλώς προσπαθούν να σωθούν από τη βία ή τον πόλεμο. Προφανώς και δεν είναι δίκαιο να αντιμετωπίζονται σαν εγκληματίες που έρχονται να μας κλέψουν και μάλιστα από εύρωστες οικονομίες. Ούτε είναι σωστό αυτοί οι άνθρωποι να αντιμετωπίζονται σα ζητιάνοι όταν μας λένε πως έχουν να προσφέρουν στην κοινωνία. Με αυτή την έννοια δεν χρειαζόμαστε καμία ειδική δεξιότητα για να πούμε πως αυτό δεν είναι σωστό και κάτι πρέπει να κάνουμε για αυτό.

ΕΡ: Ναι αλλά δεν το βλέπουν όλοι- δεν κάνουν όλοι κάτι γι’αυτό. Δεν είναι και αυτό μέρος του προβλήματος;

ΑΠ: Ίσως ορισμένοι να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους διαφορετικά- ή να παραπληροφορούνται από αυτούς που οφείλουν να τους πληροφορήσουν σωστά. Δεν είναι το πρόβλημα πάντα η κακεντρέχεια- για να μην ακουστώ  υπερόπτης, δεν θα πω πως το πρόβλημα είναι η άγνοια αλλά η παραπληροφόρηση που σε πολλές περιπτώσεις είναι ιστορική παραπληροφόρηση και όχι μόνο στις ειδήσεις.

ΕΡ: Έχετε γράψει δυο βιβλία ως κριτικός λογοτεχνίας-ένα για την Αφρικανική λογοτεχνία και ένα για τον Ρούσντι.

ΑΠ: Υπήρχαν και άλλοι ακαδημαϊκοί στην Βρετανία που μελετούσαν έργα από την Αφρική, την Καραϊβική και την Ινδία.  Μου φαινόταν όμως πως ο τρόπος με τον οποίο εξεταζόταν εκείνη η συγγραφική παραγωγή και το αντικείμενό της ήταν ελλιπής.  Υπήρχαν ελάχιστα πράγματα στην κριτική που αντανακλούσαν όσα ήξερα εγώ ας πούμε για την Αφρική, για τον κοσμοπολιτισμό της ή το Ισλάμ ή για την αποικιοκρατία. Ήθελα να διασφαλίσω πως μπορούσα να συνεισφέρω κάτι και εγώ- όχι ότι όσα ήδη λεγόντουσαν ήταν πάντα λάθος αλλά επειδή αυτό που έκανε η κριτική δεν ήταν το ίδιο με αυτό που έκαναν τα ποιήματα ή τα μυθιστορήματα. Ήθελα να πω «υπάρχει ένα μέρος του κόσμου, όχι μόνο γεωγραφικά αλλά πολιτισμικά και ιστορικά, που ακόμη δεν έχετε δει.» Αυτό ήταν το κίνητρό μου για να είμαι πιο δεκτικός σε έναν λιγότερο παρωχημένο τρόπο σκέψης για την Αφρική. Πρέπει να είναι κανείς σε εγρήγορση, αντί να απλουστεύει τα πάντα σε μια αποικιοκρατική σχέση μεταξύ Αφρικής και Ευρώπης. Πολλές φορές αυτές οι πολιτισμικές συναντήσεις δεν ήταν τραυματικές αλλά παραγωγικές.

ΕΡ: Τα έργα σας καλύπτουν χωρικώς και θεματικώς μεγάλο εύρος. Οι ιδέες πώς σας έρχονται;

ΑΠ:  Οι ιδέες παίρνουν τον χρόνο τους.  Καμιά φορά είναι και θέμα τύχης. Συνήθως είναι επίμονες ιδέες που σε γυροφέρνουν μέχρι να κάτσεις να τις γράψεις.  Ας πούμε για παράδειγμα για τις Άλλες Ζωές . Στον Παράδεισο , προς το τέλος του βιβλίου γίνεται πολύς λόγος για τον πόλεμο και ο Yusuf, ο ήρωας του βιβλίου, τρέχει να καταταγεί. Άυτό ήταν το πρώτο πράγμα που έγραψα το 1984 για αυτό το βιβλίο, την πρώτη παράγραφο την έχω ακόμη στις σημειώσεις μου.  Τελείωσα το βιβλίο το 1991 και κυκλοφόρησε το 1994- καμιά φορά χρειάζεται χρόνος για ενα βιβλίο να γίνει βιβλίο. Ήθελα να γράψω για τον πόλεμο. Είχα μεγαλώσει με αυτές τις ιστορίες-  για την αγριάδα και την σκληρότητα των Γερμανών.  Στα Σουαχίλι οι Γερμανοί λέγονται “wadeutchi” και όταν ήμουν παιδί με μπέρδευε πολύ επειδή νόμιζα πως σήμαινε Ολλανδοί.  Είχα ένα θείο που ήταν κληρωτός στο γερμανικό στρατό και από τύχη επιβίωσε- πολλοί δεν τα κατάφεραν. Ένας άλλος θείος μου  πήγε εθελοντικά στο KAR (King’s African Rifles- στρατιωτικό σώμα στο οποίο οι στρατιώτες προερχόντουσαν από τους ντόπιους Αφρικανούς και οι αξιωματικοί από τη Βρετανία). Είχα λοιπόν στη διάθεση μου όλες αυτές τις ελλιπείς ιστορίες όμως στην πραγματικότητα δεν γνώριζα αρκετά. Περισσότερο απ’όλα με απασχολούσε πως ένας νεαρός άνδρας 17 ή 18 χρονών φτάνει σε αυτό το σημείο όπως ο Yusuf και τρέχει να καταταγεί και έτσι έγραψα τον Παράδεισο. Μετά όμως για χρόνια επί χρόνια με κατέτρωγε η ερώτηση «Και μετά τι έγινε;» Όχι μόνο για τον ίδιον τον Yusuf αλλά και για τους ανθρώπους σαν αυτόν.  Με βασάνιζε η σκέψη γιατί είχαν πάει να καταταγούν εθελοντικά τόσοι άνθρωποι σε έναν πόλεμο που από τη μια μεριά πολεμούσαν Αφρικανοί και από την άλλη Αφρικανοί και Ινδοί.  Ήθελα να απαντήσω αυτή την ερώτηση αλλά για να απαντήσω στη δικιά σας ερώτηση- χρειάζεται χρόνος να σκεφτείς διεξοδικά ή και χρόνια μέχρι το σωστό έναυσμα, το σωστό συνδυασμό «δεν έχω να γράψω κάτι άλλο, ας γράψω αυτό το βιβλίο.». Χρειάζονται και οι ιδέες- πολλές φορές φοβάμαι πως το συρτάρι έχει αδειάσει αλλά τελικά πάντα έχει και άλλο. Αυτό που είναι δυσκολότερο να βρεθεί είναι ο χρόνος και ο χώρος και η πνευματική ενέργεια για να συγκεντρωθείς σε αυτό που γραφεις και να το κάνεις να συμβεί.

ΕΡ: Στην ομιλία αποδοχής του βραβείου Νόμπελ τονίσατε οτι γράφετε από αναγκαιότητα- μας εξηγήσατε για την εσωτερική περιέργεια σας και για το γεγονός ότι υπήχε έλλειψη πολυφωνίας ως προς την κριτική και κενά που έπρεπε να συμπληρωθούν όχι από την πλευρά των νικητών της ιστορίας. Νιώθετε ακόμη αυτή την αναγκαιότητα;

ΑΠ: Για να σας μιλήσω πάλι για τις Άλλες Ζωές, αφορά μια περίοδο ελάχιστα γνωστή, όχι στους ακαδημαϊκούς αλλά στον απλό κόσμο. Ούτε εγώ δεν ήξερα και πολλά οπότε η αναγκαιότητα υπήρχε με την έννοια «ορίστε κάτι που θα έπρεπε να ξέρετε».  Οι απώλειες αυτού του πολέμου ήταν στις εκατοντάδες χιλιάδες και στη δυτική κουλτούρα δεν υπήρχε γνώση αυτών των γεγονότων. Υπήρχε η «Βασίλισσα της Αφρικής» του C.S. Foster που έγινε και ταινία με την Katherine Hepburn και  τον Humphrey Bogart. Αφορούσε μόνον αυτούς, και υπήρχε η τάση να υποβαθμίζουν τις απώλειες. Όπως και το « Πόλεμος Παγωτό» του William Boyd όπου φαίνεται και από τον τίτλο ότι πρόκειται για πικ νικ. Οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί ήταν όλοι Αφρικανοί. Όλοι γηγενείς. Άρα όχι και πολύ ενδιαφέρον θέμα.  Οπότε υπήρχε η αναγκαιότητα κάποιος να μιλήσει για όλα αυτά. Όσο για τη Γερμανία, σχεδόν είχε εξαλείψει από τη μνήμη της σχεδόν ολοκληρωτικά αυτόν τον πόλεμο. Προφανώς και όσα είχαν να αντιμετωπίσουν οι δυτικοί από τις φρικαλεότητες που είχαν διαπραχθεί στο όνομα της Γερμανίας το ΄30 και το ΄40 ήταν πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα μέχρι πρόσφατα. Πιστεύω όμως πως πλέον υπάρχει ενδιαφέρον για την αποικιοκρατική ιστορία του γερμανικού ιμπεριαλισμού στην Αφρική.

ΕΡ: Έχετε γράψει και θεατρικά έργα, σας κέρδισε όμως το μυθιστόρημα.

ΑΠ: Το θέατρο σημαίνει πως πρέπει να βασίζεσαι στους άλλους ανθρώπους και για πολλούς δημιουργούς αυτό είναι ωφέλιμο. Όμως οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι πάντα αξιόπιστοι. Και επίσης θέλουν να δώσουν τη δική τους ερμηνεία  στα πάντα.  Το μόνο πλεονέκτημα των μυθιστορημάτων είναι πως κανείς δεν ανακατεύεται στο έργο σου.

ΕΡ: Η σχέση σας με τη φόρμα του μυθιστορήματος έχει εξελιχθεί με το πέρασμα του χρόνους

ΑΠ: Νιώθω πολύ λιγότερο περιορισμένος. Υπήρχαν πράγματα που έπρεπε να γίνουν- όχι ότι υπάκουα πάντα αυτούς τους κανόνες- ορισμένες συνδέσεις και εξηγήσεις που δεν μπορούν να παραληφθούν χωρίς να υποπέσεις σε κοινοτοπίες. Τώρα πιστεύω πως «αν κάτι χρειάζεται να το ξέρεις, χρειάζεται να το ξέρεις και ο μόνος τρόπος να το μάθεις είναι να σου το αφηγηθώ.» Χρειάζεται να έχεις εμπιστοσύνη στη φωνή σου. Όπως λένε και στα μαθήματα δημιουργικής γραφής «πες,μη δείχνεις».

ΕΡ: Ο Αυστραλός συγγραφέας David Malouf αναφέρει πως κάθε νέο βιβλίο προστίθεται στο σώμα του έργο ενός συγγραφέα και το εξελίσσει αναδρομικά. Πώς το Nobel επηρέασε το δικό σας συνολικό έργο;

ΑΠ: Συμφωνώ πάντα με ό,τι και αν πει ο David Malouf- είναι υπέροχος άνθρωπος. Το Nobel με έκανε να δω με κάποια μεγαλύτερη επιείκεια τα παλιότερα βιβλία μου. Ίσως τελικά δεν ήταν και εντελώς χάλια.  Είμαι επικριτικός με το έργο μου αλλά τα βιβλία μου τώρα επανεκδόθηκαν που είναι πράγματι υπέροχο- τα 3 ή 4 πρώτα ήταν εξαντλημένα εδώ και δεκαετίες.  Σκεφτόμουν πως αυτό τους άξιζε αλλά τώρα τα βλέπω και λέω «Πήραν Νομπελ, είναι καλά βιβλία.»

ΕΡ: Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο συγγραφέα;

ΑΠ: Απλά «γράψε»! Δεν υπάρχει τίποτε άλλο που μπορείς να κάνεις. Γράψε! Γράψε! Γράψε! Μέχρι να το πετύχεις. Και αν δεν το πετύχεις έτσι, δοκίμασε αλλιώς.

 

 

Αμπντουλραζάκ Γκούρνα, Άλλες ζωές, μτφρ.Κατερίνα Σχινά, Ψυχογιός

Προηγούμενο άρθροΣικελιανός : Μια αναγνωστική πρό(σ)κληση (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθροΤο δύσκολο στοίχημα της απλότητας (της Ελένης Γεωργοστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ