3 δροσερά (και σκιερά) βιβλία. Ένα αναγνωστικό σχόλιο (του Κώστα Θ. Καλφόπουλου)

0
684

 

του Κώστα Θ. Καλφόπουλου

 

 

Καταμεσής του Αυγούστου («και κυρά-Παναγιά», που τραγουδούσε ο Νίκος Ξυλούρης), «στην παραλία», οι λουόμενοι σε διακοπές δεν διακόπτουν το διάβασμα, οι τουρίστες, οι βιβλιόφιλοι πρωτίστως, μαζί τους οι aficionados του «αστυνομικού». Για το θερινό «βιβλιοστάσιο» έχουν φροντίσει, χρόνια τώρα, τα σχετικά ένθετα, με την ηλεκτρονική έκρηξη, αυτονόητα, και οι βιβλιοφιλικές σελίδες. Συνήθως, δίνεται έμφαση στα βιβλία του καλοκαιριού, με τη διπλή έννοια: εκείνα, που κυκλοφόρησαν εν όψει του θέρους και εκείνα που ενδείκνυνται ως «αξεσσουάρ» στις διακοπές. Όμως, εξ ίσου καλή συντροφιά μπορούν να μάς κρατήσουν ο Τσέζαρε Παβέζε, ο Τρούμαν Καπότε και η (απρόβλεπτη σαν ευχάριστη έκπληξη) Πόλλυ Σάμσον, με τρία βιβλία στο περιθώριο των «αφιερωμάτων», αλλά στην καρδιά του καλοκαιριού.

Κατά έναν γοητευτικά παράδοξο τρόπο και τα 3 βιβλία, και οι 3 συγγραφείς, αναφέρονται με τον δικό τους τρόπο σ’ ένα «καλοκαίρι της ενηλικίωσης» από 3 διαφορετικές γωνιές της γης στο θερινό ηλιοστάσιο, που αποτελούν και την αφετηρία των καλοκαιρινών περιπετειών των ηρωίδων τους: Νέα Υόρκη, ιταλική Ριβιέρα, Ύδρα. Και στα 3 αφηγήματα (του Παβέζε και του Καπότε στη φόρμα της νουβέλλας, της Σάμσον ως ολοκληρωμένο μυθιστόρημα) πρωταγωνιστούν γυναίκες: η «άγουρη», «μυστήρια» για τη μητέρα και την αδελφή της, γεμάτη αισιοδοξία Γκρέιντυ, στο Καλοκαιρινό ταξίδι, η Κλέλια («άλλη μια Κλέλια», όπως ορθά επισημαίνει ο μεταφραστής του βιβλίου, Γ. Κεντρωτής στο εύστοχο, διεισδυτικό του σημείωμα) Στην Παραλία, που αποτελεί το «μήλον της έριδος» στην αντροπαρέα, η έφηβη Έρικα, που κουβαλά την (πένθιμη) μελαγχολία της στα τετράδιά της ανάμεσα στα σοκάκια της Ύδρας. Τρεις διαφορετικές ηρωίδες, τρεις διαφορετικές εκδοχές της γυναίκας που αναζητεί όχι την επιβεβαίωσή της μέσα στον ανδροκρατούμενο κόσμο (της εποχής), αλλά τη δική ουτοπία, τον δικό της Ου-τόπο.

Τα βιβλία χωρίζουν αρκετές δεκαετίες μεταξύ τους: ο Παβέζε το γράφει μεταξύ Νοεμβρίου 1940 και Ιανουαρίου 1941, ουσιαστικά μέσα στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, στο απώγειο, αλλά και στο περιθώριο της μουσσολινικής, φανφαρόνικης αυταρέσκειας και της βαρβαρότητας των «μελανοχιτώνων» του: θερινή ραστώνη και νεανική ανεμελιά στην ιταλική Ριβιέρα εν μέσω της ευρωπαϊκής σύρραξης, πού αντέχει και στον αιώνα μας. H  εκδοτική ιστορία του Καλοκαιρινού ταξιδιού (Summer crossing) ξεκινά ουσιαστικά το 1943 (ενώ ο πόλεμος μαίνεται), όμως η νουβέλλα θα θεωρηθεί για 50 περίπου χρόνια χαμένη, για να εντοπιστεί και να εκδοθεί επί τέλους το 2005 (κατ’ άλλους το 2006) στα κατάλοιπα του συγγραφέα, 21 χρόνια μετά τον θάνατό του.

Εδώ, αντιστρέφονται οι αυτονόητοι όροι των «θερινών αφηγημάτων»: δεν είναι η μετακίνηση προς το «όνειρον θερινής νυκτός», αλλά η παραμονή στη μητρόπολη, που θα οδηγήσει την ηρωίδα, αφού απουσιάζει η γονεϊκή φροντίδα, όπως και ο έλεγχός τους, στο δικό της εσωτερικό ταξίδι προς την αυτογνωσία μέσα από τις νεανικές παρέες, τις ανασφάλειες  και τις αγάπες της. Αντίθετα, το Θέατρο για ονειροπόλους δεν έχει (εκδοτικό) παρελθόν, σίγουρα όμως έχει μέλλον η συγγραφέας του, έργα της οποίας συχνά ανακηρύχθηκαν σε «βιβλία της χρονιάς», έχοντας η ίδια προλογίσει και την αγγλική έκδοση των Ψάθινων καπέλων, της Μαργαρίτας Λυμπεράκη: ένα «ελληνικό καλοκαίρι», σαν ανάλαφρο, pop συμπλήρωμα του Λακαριέρ (ένα ελλείπον κεφάλαιο στο απαράμιλλο βιβλίο), παράλληλα κι ένα homage στην Ύδρα του Λέοναρντ Κοέν (και της μούσας του), ακριβώς στις απαρχές των ελληνικών swinging sixties (1960).

Στην παραλία, στην πόλη, στο νησί: τρεις τόποι (landscapes) στο GPS της λογοτεχνίας που προσδιορίζεται από τις θερινές συντεταγμένες, της γραφής και της ανάγνωσης, ταυτόχρονα τρεις τοπο-θεσίες (locations), που επιβάλλουν την, έστω πρόσκαιρη, «απόδραση» από τους τετριμμένα της επιβίωσης και υποβάλλουν τους δικούς τους όρους της (αυτο)επιβεβαίωσης, υποσχόμενοι ταυτόχρονα τη διαφυγή από τους καθημερινούς καταναγκασμούς. Ίσως, και την πραγμάτωση του ονείρου. Η παραλία, ως θέρετρο και θέατρο της νεανικής ανεμελιάς, αλλά και ως διπλή μεταφορά, όπως επισημαίνει και ο μεταφραστής, «το όνειρο των παρατεταμένων διακοπών και η μεταφορά του αστικού βίου στην εξοχή». Η μεγαλούπολη, που το καλοκαίρι χάνει (πρόσκαιρα) τους ασφυκτικούς αρμούς και ρυθμούς της και μεταβάλλεται προοπτικά σε ένα σκηνικό της απελευθέρωσης. Το νησί, ως ο κατ’ εξοχήν γεωγραφικός τόπος της Ουτοπίας, όπως την φανταζόταν και ο Τόμας Μορ.

Τα 3 βιβλία, φωτεινά, σχεδόν εκτυφλωτικά, στις αντανακλάσεις και τους αντικατοπτρισμούς τους, ταυτόχρονα όμως, σαν σκιερό και δροσερό καταφύγιο μέσα στην κουφόβραση, αλλά και τον αναγνωστικό πειθαναγκασμό των λουομένων και των παραθεριστών, μάς οδηγούν κατ’ αρχάς σε ό,τι αποκαλούμε «εθνικές λογοτεχνίες» (ΗΠΑ, Ιταλία, Μ. Βρετανία), οι οποίες προ πολλού έχουν χάσει την ταυτότητά τους στην παγκοσμιοποιημένη εκδοτική και λογοτεχνική παραγωγή.

Αν τα δύο πρώτα φέρουν τις υπογραφές δύο σημαντικών συγγραφέων, που συνδιαμόρφωσαν τις λογοτεχνίες των χωρών τους, ο Παβέζε (και ως σημαντικός ποιητής, αλλά και μεταφραστής της αμερικανικής λογοτεχνίας), με τον αρχικό νατουραλισμό του, που θα εξελιχθεί στη συνέχεια σε έναν εκπρόσωπο του λογοτεχνικού ιταλικού νεορεαλισμού, και ο Καπότε, που αποδεικνύεται πιο σημαντικός συγγραφέας από το Εν ψυχρώ, έργο που τον καθιέρωσε, μια πολυσχιδής φυσιογνωμία που αναταράσσει τους καλλιτεχνικούς κύκλους της Αμερικής, σε μία όσμωση της δημοσιογραφίας και της λογοτεχνίας, που θα ανανεώσει γόνιμα το new jourmalism, η Πόλλυ Σάμσον, ανάμεσα αισθαντικότητας και αισθησιασμού, μάς παραδίδει ένα υποδειγματικό vintage πορτραίτο της εποχής, και της μποεμίας των 60s, στην κοσμοπολιτική Ύδρα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά και των ψευδαισθήσεων, με έντονες πινελλιές από τον Λέοναρντ Κοέν, αλλά και στον απόηχο των τραγουδιών, των αφορισμών και των ποιημάτων του. Σαν κάπου να συνομιλεί υπόγεια (συνειδητά; ασύνειδα; διαισθητικά;) με τα δύο «ιερά τέρατα», οι δικοί της ήρωες (κυρίως, οι ηρωίδες της) δεν απέχουν πολύ από τον κόσμο του Παβέζε και του Καπότε στις «εκλεκτικές συγγένειες» που εμφανίζει το βιβλίο, κι η ηρωίδα της, αντιστικτικά με την Γκρέιντυ, που θα ανακαλύψει εκ νέου την πόλη της εν μέσω καύσωνα, θα δραπετεύσει στο ελληνικό νησί, ως μεταφορά ενός «θέατρου για ονειροπόλους».

Τρία, από τα πολλά, θερινά αναγνώσματα, που διαβάζονται, κυριολεκτικά, «στις παραλίες», της Αττικής, της Ύδρας (ειδικά), της Μεσογείου, ακόμα και στην άσφαλτο (από τα λιθάρια) της μεγαλούπολης, που σύμφωνα με το παλιό σύνθημα του Μάη του ’68 «υπάρχει παραλία».

 

Truman Capote, Καλοκαιρινό ταξίδι,Μτφρ.: Γιώργος Θ. Καράμπελας,Floral Books,Αθήνα 2021

 

 

 

 

 

 

Τσέζαρε Παβέζε,Στην παραλία,Μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής (με σημείωμα του μεταφραστή,Ύψιλον, 2018 (2η έκδ.)

 

 

 

 

 

Πόλλυ Σάμσον, Θέατρο για ονειροπόλους, Μτφρ.: Νίνα Μπούρη,Πατάκης, 2022 (2η έκδ.)

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Πώς μπορεί ν’ αλλάξει αυτός ο κόσμος;» (της Ζωής Σαμαρά)
Επόμενο άρθροΣυζήτηση: Οι μεταφραστικές τύχες της νεοελληνικής λογοτεχνίας (του Β. Χατζηβασιλείου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ