«1989-2022: η ελληνική πεζογραφία από το τοπικό στο παγκόσμιο» (Γιώργος Ν. Περαντωνάκης)

0
770

Γιώργος Ν. Περαντωνάκης(*)

 

 

Ο 21ος αιώνας ξεκινά το 1989, όταν αρχίζει η Εποχή της Παγκοσμιοποίησης, που περνά την Ελλάδα από την εσωστρέφεια σε μια διεθνιστική εξωστρέφεια. Η ελληνική πεζογραφία σπάει τον στενό μέσο όρο της, που πρωτύτερα οριζόταν (σε μεγάλο βαθμό) από τη σύγχρονη πραγματικότητα της πρωτεύουσας και της ελλαδικής κοινωνίας. Πλέον τα έργα της εκτείνονται από το ένα άκρο, που καταλαμβάνει εξωελλαδικά σκηνικά και υπερτοπικές καταστάσεις, μέχρι το άλλο, που επιστρέφει στο τοπικό και το παραδοσιακό.

Έτσι, παλιότερα συνελάμβανα αυτή τη γραμμή σαν ένα φάσμα με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, από το κόκκινο ώς το βιολετί, από το μικρό επαρχιακό ώς το κολοσσιαίο διεθνές. Τώρα περισσότερο συνειδητοποιώ ότι δεν είναι μια γραμμή, αλλά ένα πολυκεντρικό οικοσύστημα. Ας δούμε δέκα από τους επιμέρους οργανισμούς που το απαρτίζουν:

 

  1. Μια σειρά μυθιστορημάτων θα μπορούσαν να ονομαστούν υπερ-εθνικά. Το σκηνικό είναι συμβολικό, οι ήρωες δεν είναι αναγκαστικά Έλληνες αλλά συχνά πολίτες του κόσμου, ο χωροχρόνος, μολονότι φαίνεται προσδιορισμένος, είναι στην ουσία άτοπος και άχρονος, η οικουμενική οπτική δεσπόζει, η συμβίωση αλλοεθνών φαίνεται μια αίσια προοπτική, η πολιτισμική ισοπέδωση τρομάζει και η οικονομοτεχνική πρόοδος δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη: η παγκοσμιοποίηση φαντάζει απειλή αλλά και δυνατότητα.

Π.χ. το 2011 εκδίδεται το μυθιστόρημα της Ιωάννας Μπουραζοπούλου «Η ενοχή της αθωότητας», όπου σε μια μεσαιωνικού τύπου παγκοσμιοποίηση δοκιμάζονται τα όρια της δημοκρατίας, το 2012 ο Χρήστος Αστερίου στο «Ίσλα Μπόα» βάζει μια πολυεθνική ομάδα σε ένα ερημικό νησί, ώστε να παρωδήσει τη δύναμη των ριάλιτι και το 2015 ο Μισέλ Φάις στο «Από το πουθενά», συμπαραθέτοντας δεκάδες σκηνές ανθρώπων σε όλη την υφήλιο, αναδεικνύει τα ψυχικά τραύματα του Ανθρώπου και δη αυτού που ζει μοναχικά.

 

  1. Κοντά σ’ αυτό το πεζογραφικό υποσύστημα, βρίσκονται πολυάριθμα κείμενα που διαδραματίζονται σε ξένη χώρα, χωρίς ο ήρωας να είναι Έλληνας, Αν εξαιρέσει κανείς την ελληνική γλώσσα του κειμένου, τίποτα δεν προδίδει ποιος το έγραψε, αφού το σκηνικό, ο προβληματισμός, η νοοτροπία που αναδεικνύεται είναι φαινομενικά αλλότρια: από τα πολιτισμικά σενάρια της Σώτης Τριανταφύλλου σε Αμερική, Αγγλία, Σοβιετική Ένωση κ.ά. μέχρι τα αστυνομικά του Δημήτρη Μαμαλούκα στην Ιταλία, τις ταξιδιωτικές περιπέτειες του Μιχάλη Μοδινού στην Αφρική κ.λπ. Σ’ αυτά μεταφερόμαστε κινηματογραφικά στον πυρήνα κοινωνιών που αφήνουν το δικό τους στίγμα στη συνείδηση του αναγνώστη και μόνο λίγες από αυτές κλείνουν το μάτι τους στις αναλογίες τους με την Ελλάδα.

 

  1. Ξένα σκηνικά αλλά με Έλληνα πρωταγωνιστή (ή δευτεραγωνιστή) στήνουν πολλοί πεζογράφοι που είτε ζουν μόνιμα στο εξωτερικό είτε έχουν μείνει εκεί για πολύ καιρό. Η διασταύρωση του ελληνικού στοιχείου με το οθνείο, ο εύκολος ή δύσκολος εγκλιματισμός, η μεταφορά μιας ελληνικής ψυχής στο ξένο περιβάλλον, η μετανάστευση των διανοούμενων είναι χαρακτηριστικά της υβριδικής εποχής μας, της παγκοσμιοποιημένης χωρίς σύνορα αντίληψής μας, της ανάγκης για συνύπαρξη της μικρής Ελλάδας και της διεθνούς πραγματικότητας.

Εδώ μπορούμε να συγκαταλέξουμε έργα Ελλήνων του εξωτερικού, όπως του Βασίλη Αλεξάκη, της Δήμητρας Κολλιάκου, της Άντζελας Δημητρακάκη, αλλά πρέπει να ξεκινήσουμε από το 1995, όταν ο Γιάννης Κιουρτσάκης στο «Σαν μυθιστόρημα» (κι έπειτα στο «Εμείς οι Άλλοι», 2000) διερευνά τον εγκλιματισμό του Έλληνα πρωταγωνιστή του στη «μυθοποιημένη» Ευρώπη.

 

  1. Ελληνικά σκηνικά με ξένο πρωταγωνιστή, αφού ένας αλλοδαπός από την πολιτισμένη Ευρώπη ή τις πληττόμενες χώρες της Μέσης Ανατολής ζει εδώ και προσπαθεί να συνδέσει τη δική του κοσμοαντίληψη με την ντόπια, συναντώντας συχνά ρατσισμό, προκατάληψη ή αντίθετα φιλόξενη διάθεση.

Π.χ. στο «Ποιος θυμάται τον Αλφόνς» (2010) ο Κώστας Ακρίβος εξετάζει τον εγκλιματισμό ενός Αυστριακού στη Μαγνησία με όλες τις παρενέργειες της διασταύρωσής του με την ελληνική νοοτροπία.

 

  1. Στον αντίποδα έχουμε κείμενα που συστήνουν μια νεο-ηθογραφική τάση: μυθιστορήματα και διηγήματα της ιδιαίτερης πατρίδας, γραμμένα συχνά στην τοπική διάλεκτο, τα οποία αναπαράγουν προνεωτερικές αντιλήψεις και τις νοοτροπίες των ντόπιων σε μια συγκεκριμένη εποχή, νοοτροπίες που χρωματίζονται από νοσταλγία (σπανιότερα) ή από τη βία και το κακό (συνηθέστερα). Αυτά προκύπτουν ενίοτε από την ίδια την επαφή με το φυσικό περιβάλλον κι ενίοτε από το συγκείμενο που σαν κοινωνική μήτρα γεννά παθογένειες. Η αποτύπωση είναι συνήθως ρεαλιστική-νατουραλιστική, ώστε να κάνει πειστική την ανάπλαση της ατμόσφαιρας, μυώντας τον σημερινό αναγνώστη στο κλίμα της, ενώ συχνά εμβολιάζεται με στοιχεία μεταφυσικού, συζευγνύοντας το καθημερινό με το αλλόκοτο και το απτό με το φανταστικό.

Λ.χ. στο «Γκιακ» (2014) ο Δημοσθένης Παπαμάρκος αναδεικνύει την ηθική της εκδίκησης στη Μαλεσίνα του 1922, στο «Καληνύχτα, καλούδια μου» (2017) ο Νικήτας Παπακώστας συναιρεί το ηθογραφικό-ρεαλιστικό με το φανταστικό μέσω των θρύλων της ελληνικής υπαίθρου, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος στον «Θάνατο του αστρίτη και άλλες ιστορίες» (2018) πραγματεύεται πάλι την ηθική των κατοίκων, αυτή τη φορά στη Νεμούτα της Ηλείας, ως δείγμα μιας ιδιαίτερης τοπικά προσδιορισμένης λαϊκής σκέψης και ο Γιώργος Παπαδάκης στον «Ταχυδρόμο» (2018) προβάλλει στην Κρήτη του ’50 τη δύναμη των άγραφων νόμων, της σιωπής και της ανοχής, που εντέλει κρύβουν το ντροπιαστικό και ντροπιασμένο πρόσωπο της κοινωνίας.

 

  1. Συγγενικός με τη νεοηθογραφία οργανισμός –στο ευρύτερο οικοσύστημα που αναλύω- είναι η επιστροφή στο χωριό, στην ιδιαίτερη πατρίδα χωρίς παλαιικές πατίνες και προνεωτερικές μορφές κοινοτισμού. Εδώ, σε μια σχετικά σύγχρονη εποχή, όπου η πρωτεύουσα είναι το μακρινό κέντρο, οι συγγραφείς προσπαθούν να καταπιαστούν με την περιοχή, απ’ όπου κατάγονται ή μένουν, και να προβάλλουν έναν παράλληλο κόσμο. Από τη Χίο ώς την Κύπρο κι από την Κρήτη έως τη Μακεδονία ή την Ήπειρο, το χωριό, οι τοπικοί θρύλοι, η ζωή της σύγχρονης Ελλάδας μακριά από το υδροκέφαλο κέντρο, το τοπίο και η ατμόσφαιρα που επιβάλλει, η μικρή κοινωνία με τους ρυθμούς και τα πάθη της ξεδιπλώνονται ανάγλυφα.

Π.χ. εδώ ανήκουν σχεδόν όλα τα έργα του Γιάννη Μακριδάκη για τη Χίο, το «Δέντρο του Ιούδα» του Μιχάλη Μακρόπουλου για την Ήπειρο, τα διηγήματα του Γιάννη Παλαβού για τον Βελβεντό Κοζάνης, πολλά έργα της Ρέας Γαλανάκη για την Κρήτη και μιας σειράς Κύπριων συγγραφέων (Κωνσταντία Σωτηρίου, Λουίζα Παπαλοΐζου…) για το νησί τους κ.λπ.

 

***

 

Σκιαγράφησα ώς τώρα μία γραμμή από το διεθνές στο τοπικό, αλλά όπως προείπα, το οικοσύστημα έχει πολλά κέντρα και πολλά μικροσυστήματα. Οι κύκλοι, που διαγράφω, εφάπτονται και εν μέρει τέμνονται.

 

  1. Ένας τέτοιος κύκλος είναι το γνωστό ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο πάντα ταλαντευόταν ανάμεσα στο εθνικό (ως μεγάλη κατασκευή) και το τοπικό (ως μικροϊστορία). Και τις τελευταίες δεκαετίες δεν παύει να βλέπει τη μεγάλη εικόνα του έθνους, αλλά συνάμα δεν σταματά είτε να εστιάζει στις τοπικές ιστορίες -και να αναδεικνύει το δικό τους στίγμα- είτε συχνά διά της καταφυγής στο παρελθόν αναζητά και εκπέμπει κοσμοπολίτικα ή δι-εθνικά, κι εν δυνάμει παγκοσμιοποιημένα, μηνύματα. Το ιστορικό μυθιστόρημα πλέον, αντί να ορθώνει έναν εθνικ(ιστ)ικό λόγο, ενθρονίζει την εντοπιότητα ή βλέπει την οπτική γωνία άλλων λαών και τις μεταξύ εκείνων και της Ελλάδας σχέσεις.

Π.χ. στο τοπικό και συγκεκριμένα στο Αγρίνιο της εμφυλιοπολεμικής σύγκρουσης μας μεταφέρει ο Ηλίας Μαγκλίνης με το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (2019), δείγμα της τοπικής ιστορίας που αντανακλά την εθνική. Από την άλλη, το ελληνικό συναντά το ευρωπαϊκό στη «Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια» (1996) του Αλέξη Πανσέληνου και το ελληνικό συναντά το μουσουλμανικό-τουρκικό στο «Αθώοι και φταίχτες» (2004) της Μάρως Δούκα, σε αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας ανάμεσα σε κουλτούρες, θρησκείες και καταγωγές. Τέλος, το 2013 ο Ισίδωρος Ζουργός στις «Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο» μεταμορφώνει το ιστορικό σε κοσμοπολίτικο, για να αναδείξει τη μεταναγεννησιακή άνθιση του 17ου αιώνα στην Ευρώπη.

 

  1. Η Βαλκανική γειτονιά μάς προσφέρει ένα πεδίο διακρατικών σχέσεων υπό το βάρος των ιστορικών ερίδων, αλλά και με τρόπους ώσμωσης κοινών στοιχείων, τα οποία για αιώνες συνυπάρχουν και, όταν αίρονται εθνικισμοί, μπορούν να φέρουν τους λαούς πιο κοντά.

Λ.χ. ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στο «Τι ζητούν οι βάρβαροι» (2008) σκηνοθετεί έναν διαβαλκανικό διαγωνισμό λογοτεχνίας στον οποίο διασταυρώνονται οι εθνικοί μύθοι κάθε λαού, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου με τα δυο ώς τώρα έργα της τριλογίας της «Η κοιλάδα της λάσπης» (2014) και «Κεχριμπαρένια έρημος» (2019) διερευνά διά του μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας τις αντιλήψεις τριών λαών στο σημείο τομής τους, στις Πρέσπες, και ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στα «Νερά της Χερσονήσου» (1998) αναφέρεται στην πολυεθνοτική Θράκη.

 

  1. Η επιστημονική φαντασία, από την άλλη, ξεφεύγει από ρεαλιστικούς αλλά και εθνοτοπικούς περιορισμούς, ή τους χρησιμοποιεί στην ανάδειξη της αγωνίας μας για το μέλλον της γης. Τα ονόματα, οι τόποι, τα σενάρια είναι άχρονα και άτοπα, ώστε να αναδειχθούν υπερτοπικές και υπεριστορικές πραγματικότητες, που αναδεικνύουν τα προβλήματα του σήμερα προβεβλημένα στο αύριο. Άλλοτε ως αλληγορίες μιλάνε για έναν μη-τόπο, ώστε να προσδιορίσουν οπτικά μια δυστοπία. Κι άλλοτε ξεκινάνε από την ελληνική τους αφετηρία, αλλά μόνο κατ’ επίφαση, αφού τα χαρακτηριστικά τους είναι πανανθρώπινα και διιστορικά.

Π.χ. στο «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» (2007) της Ιωάννας Μπουραζοπούλου το άχρονο πλαίσιο αναδεικνύει διαχρονικά θέματα της ανθρωπότητας και στην «Άγρια Ακρόπολη» (2013) του Νίκου Μάντη η διαστρωμάτωση της ανθρωπότητας στηρίζεται σε γενετικά και καπιταλιστικά κριτήρια.

 

  1. Το επιστημονικό μυθιστόρημα (συνήθως το μαθηματικό) χρησιμοποιεί την πανανθρώπινη γλώσσα των αριθμών και των θεωρημάτων, ώστε να διαγράψει την πρόοδο της ανθρώπινης σκέψης έξω από γεωγραφικά σύνορα.

Από τον «Ο θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ» (1992) του Απόστολου Δοξιάδη έως το «Ο μέτοικος και η συμμετρία» (2012) του Τεύκρου Μιχαηλίδη, τα μαθηματικά είναι μια υπερεθνική επικράτεια που ενώνει ατομικές μοίρες και εθνικά συμφέροντα κάτω από την ομπρέλα της ανθρωπότητας.

 

 

Πρώτα συμπεράσματα

Η διερεύνηση των οργανισμών του οικοσυστήματος, που κινούνται ανάμεσα στο τοπικό και το διεθνές στην ελληνική πεζογραφία μετά το 1989, είναι ένα θέμα ανοικτό που το παρακολουθώ και θα ήθελα να το ολοκληρώσω σε μια μεγάλη μελέτη[i]. Η εικόνα του συστήματος δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά η πολιτισμική του εξέταση μπορεί να οδηγήσει σε μερικά πρώτα συμπεράσματα, που θα δοκιμάζονται, θα επεκτείνονται και θα ελέγχονται όσο το μικροσκόπιό μου επικεντρώνεται σε κάθε υποσύστημα από αυτά που χαρτογράφησα.

  1. Από το κέντρο του έθνους και πιο συγκεκριμένα της πρωτεύουσας, παρατηρούμε φυγόκεντρες τάσεις, αφενός προς την ελληνική επαρχία κι αφετέρου προς την ευρωπαϊκή και παγκόσμια επικράτεια.
  2. Όλα αυτά φυσικά συναντώνταν και πρωτύτερα, αλλά μετά το 1989 αποκτούν μια αξιοσημείωτη συστηματικότητα. Οι επιμέρους οργανισμοί δεν καταβιούν φυσικά μέσα σε στεγανά, αλλά αλληλοκαλύπτονται σε πολλά σημεία, ενώ θα μπορούσαν να επεκταθούν και σε άλλους χώρους, όπως το οικολογικό μυθιστόρημα, το αστυνομικό, το ταξίδι, την υβριδική ταυτότητα κ.ά.
  3. Από τη μία, δηλαδή, το τοπικό επανακάμπτει, επαναπροσδιορίζεται ως πατρίδα και ως ταυτότητα και αναζητείται ως ιστορική και πολιτισμική ρίζα. Το τοπικό σχετίζεται επίσης με την προνεωτερικότητα, άλλοτε ως νοσταλγία ενός απώτατου παρελθόντος και άλλοτε ως διερεύνηση της βίας, της βαρβαρότητας, της σκληρής ηθικής που δεν συνάδει με το σύγχρονο περί δικαίου αίσθημα. Το κακό είναι διαχρονικό και αναφύεται ανά περίπτωση με ιστορικούς και κοινωνικούς όρους. Η νεοηθογραφία, λοιπόν, αναδεικνύει τις επιμέρους κουλτούρες, την προφορική ιστορία και την από κάτω ιστοριογραφία, όχι τόσο στον άξονα των γεγονότων όσο περισσότερο των νοοτροπιών.
  4. Οι συγγραφείς που καταφεύγουν σ’ αυτήν δείχνουν σαν να έχουν κορεστεί από το μοντέλο μιας άνευρης, επίπεδης και αταυτοτικής Αθήνας, που λειτουργεί σαν χωνευτήρι, ισοπεδώνει συνειδήσεις και απαλείφει ιδιαιτερότητες. Απέναντι σ’ αυτήν τη μαζοποιημένη κουλτούρα τής πρωτεύουσας ή άλλων αστικών κέντρων, τα οποία μοιάζουν με όλες τις μεγαλουπόλεις του κόσμου, οι πεζογράφοι αναζητούν τον εγχώριο πολιτισμό των μικρών κοινωνιών, των πιο ομοιογενών συνόλων και των ιστορικών πυρήνων που διατηρούν πιο ατόφια την ντόπια ηθική. Αυτή, όταν αναφέρεται σε προτεχνολογικές κοινωνίες, δεν είναι συνήθως συμβατή με το σύγχρονο περί δικαίου αίσθημα κι, όταν ορθώνει σύγχρονα πολιτισμικά μοντέλα, κερδίζει σε αυθεντικότητα και αυταξία.
  5. Από την άλλη, ο κοσμοπολιτισμός, ο διεθνισμός, οι αλληλεπιδράσεις και οι δοκιμές πολιτισμικών σεναρίων αναδεικνύουν μια παγκοσμιοποιημένη ματιά, έξω από τα όρια της χώρας, έξω από την ελλαδική επικράτεια και κουλτούρα, άλλοτε σε διάλογο με αυτήν κι άλλοτε σε αναζήτηση αλλοτοπιών. Η αλλοτοπία ως ετεροτοπία και ως αλλοτροπία. Η Γη είναι πλέον ένα πλανητικό χωριό, πολλές κοινωνίες μοιάζουν με τη δική μας διά αντανακλάσεως αλλά και διαφέρουν όσο είναι διατηρούν την ιδιαιτερότητά τους, η ανθρωπότητα δεν γνωρίζει σύνορα, ο άνθρωπος είναι μια δυναμική οντότητα, υβριδική και πολυσυλλεκτική, ιδιαίτερη και ρευστή, που κινείται, άλλοτε σαν νομαδικό ον που ψάχνει πολιτισμική τροφή κι άλλοτε σαν φυτό που ρίχνει ρίζες και παλεύει με τον άνεμο της ισοπέδωσης. Φυσικά το ευρύ γεωγραφικό άνοιγμα δεν σημαίνει αυτόματα κοσμοπολίτικη ματιά, αλλά η προσπάθεια κατατείνει προς τα εκεί.
  6. Η γλώσσα παύει να περιορίζεται στη νεοελληνική κοινή: αφενός ανοίγεται θαρραλέα στις τοπικές διαλέκτους και αφετέρου μπολιάζεται με ξένες λέξεις και φράσεις, ειδικά από τους νέους συγγραφείς, που μιλάνε και γράφουν αγγλικά.
  7. Τελικό συμπέρασμα: η αναζήτηση ταυτότητας απλώνει τον προβληματισμό στο τοπικό αλλά και στο διεθνές, στο εστιασμένο επαρχιώτικο αλλά και στο υπερτοπικό κοσμοπολίτικο, στην ηθογραφία αλλά και στην άτοπη παγκοσμιοποίηση.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Καραγιάννης, Μάκης (2003): «Ελληνικότητα και παγκοσμιοποίηση», εφ. Η Αυγή, 30 Φεβρουαρίου 2003.

Κοτζιά, Ελισάβετ (2020): Ελληνική πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά, εκδ. Πόλις, Αθήνα.

Κούρτοβικ, Δημοσθένης (2000-2001): «Η αθόρυβη επανάσταση», εφ. Τα Νέα, 30.12.2000 και 6.1.2001.

Κούρτοβικ, Δημοσθένης (2002): «Οικουμενικότητα και εντοπιότητα», εφ. Τα Νέα, 6-7 Απριλίου 2002.

Κούρτοβικ, Δημοσθένης (2021): Η ελιά κι η φλαμουριά. Ελλάδα και κόσμος, άτομο και Ιστορία στην ελληνική πεζογραφία 1974-2020, εκδ. Πατάκης, Αθήνα.

Σαΐνης, Αριστοτέλης (2020): «Αναζητώντας τον κοσμοπολιτισμό στις μέρες μας…», Εφημερίδα των Συντακτών (Ανοικτό βιβλίο), 2.5.2020. [https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/241573_anamesa-sto-topiko-kai-sto-diethnes-en-meso-pandimias]

Τζιόβας, Δημήτρης (2017): Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας. Από την ερμηνεία στην ηθική, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο.

Τζιόβας, Δημήτρης (2022): Η Ελλάδα από τη χούντα στην κρίση. Η κουλτούρα της μεταπολίτευσης, μετφ. Ζ. Μπέλλα-Αρμάου & Γ. Στάμος, εκδ. Gutenberg, Αθήνα.

Χατζηβασιλείου, Βαγγέλης (2018): Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη μεταπολιτευτική πεζογραφία 1974-2017, εκδ. Πόλις, Αθήνα.

 

 

(*) Ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης είναι Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου στην Εφημερίδα των Συντακτών και στην Bookpress. Το κείμενο είναι η ομιλία του στο Συνέδριο του περιοδικού Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ. (τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Πυθαγόρας», Καστανιώτης 2020)

 

[i] Προγενέστερα άρθρα μου που πολιορκούν άμεσα ή έμμεσα το θέμα που αναπτύσσω εδώ είναι: «Γιατί η λογοτεχνία μιλάει …διαλεκτικά;», www.bookpress.gr, 18.2.2016 [http://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/petsa-basiliki-polis-mono-to-arni-papamarkos-dimosthenis-antipodes-gkiak], «Το ελληνικό μυθιστόρημα αναμετριέται με την παγκοσμιοποίηση», www.bookpress.gr, 4.6.2017 [https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/7689-to-elliniko-mithistorima-anametrietai-me-tin-pagkosmiopoiisi], «Η αγροτική ηθογραφία του 21ου αιώνα», www.bookpress.gr, 6.6.2018 [https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/kanellopoulos-g-dimitris-kichli-o-thanatos-tou-astriti-kai-alles-istories-perantonakis], «Το παγκόσμιο είναι πλέον ντόπιο», Εφημερίδα των Συντακτών, 2.5.2020 [https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/241573_anamesa-sto-topiko-kai-sto-diethnes-en-meso-pandimias]

 

Προηγούμενο άρθροΠάσχα με καλά αστυνομικά για όλα τα γούστα (του Μάρκου Κρητικού)
Επόμενο άρθρο«Μακριά από παιδιά» – Αντιμέτωποι με την ενηλικίωση (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ