Ο έρωτας στας χρόνια του πολέμου

0
514

 

Κωνσταντίνος Γρίβας (*)

 

 

Μαθαίνοντας ότι είχε κυκλοφορήσει ένα νέο βιβλίο του Νίκου Κυριαζή ήμουν σίγουρος ότι θα έβρισκα σε αυτό τα στοιχεία που πάντοτε με γοήτευαν στα έργα του: εξαιρετικές περιγραφές μαχών και εξαντλητική τεκμηρίωση, τόσο ιστορική όσο και σχετικά με τα οπλικά συστήματα.

Ομολογώ βέβαια ότι ο τίτλος και το εξώφυλλο αρχικώς με ξένισαν και κάπως με απογοήτευσαν. Άκου «Ο Έρωτας στα Χρόνια του Πολέμου»! Αν και φανατικός αναγνώστης του Νίκου Κυριαζή απλά του συγχωρούσα το «ανθρώπινο στοιχείο»των βιβλίων του χάρη στις εκπληκτικές περιγραφές μαχών και τα πολύπλοκα πολεμικά σενάρια που συνέθετε. Βλέπετε, από μικρός δυστροπούσα για τις ερωτικές ιστορίες και όλα τα συναφή που εισχωρούσαν σε μια καλή πολεμική ιστορία ή μια πολεμική ταινία και «χαλούσαν» την υπόθεση και είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι η εμφάνιση του fast forward στο βίντεο ήταν από τις μεγαλύτερες εφευρέσεις στην ιστορία της Ανθρωπότητας…

Έτσι, λοιπόν, είδα ότι το νέο του βιβλίο, που έγραψε με τον Καθηγητή Ιατρικής Κωνσταντίνο Γουργουλιάνη, παραείχε ερωτικό στοιχείο για τα γούστα μου και ξεκίνησα να το διαβάζω με βαριά καρδιά.

Ανακάλυψα όμως ότι, ακόμη και για «πολεμολάγνους» αναγνώστες σαν του λόγου μου, οι συγγραφείς έχουν επιτύχει να συνταιριάξουν με μοναδικό τρόπο τα δομικά στοιχεία του έργου τους, με κομβικό κομμάτι τη θυελλώδη ερωτική ιστορία μεταξύ της Αντιγόνης Γεωργίου και του Νίκου Δενδρινού, διαμορφώνοντας μια αίσθηση ρεαλιστικής βίωσης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που σπάνια έχει κανείς τη δυνατότητα να απολαύσει, τόσο στην ελληνική και τολμώ να πω και στη διεθνή βιβλιογραφία.

Ας ξεκινήσουμε, ωστόσο, από τα «κλασικά» στοιχεία ενός βιβλίο του Νίκου Κυριαζή. Τις μάχες και την ιστορική τους τεκμηρίωση. Όπου όντως δεν μας απογοήτευσε. Κάθε άλλο. Για την ακρίβεια, το βιβλίο θα άξιζε να διαβαστεί μόνο και μόνο για την εκπληκτική περιγραφή των γεγονότων στο Ύψωμα 731, που αποτελεί μια από τις ενδοξότερες σελίδες της ελληνικής πολεμικής ιστορίας και κατά παράδοξο τρόπο και μια από τις πιο άγνωστες. Στη μάχη εκείνη, λοιπόν, που υπήρξε μια από τις πιο σκληρές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι άντρες του Ελληνικού Στρατού, αντιστάθηκαν για μέρες στο σφοδρότατο μπαράζ του ιταλικού πυροβολικού και τις λυσσαλέες επιθέσεις του ιταλικού πεζικού, υφιστάμενοι βαρύτατες απώλειες, σε τέτοιο ποσοστό που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα έπρεπε να έχει καταρρεύσει. Οι υπερασπιστές του υψώματος προκάλεσαν όλεθρο στους επιτιθέμενους, οι οποίοι επίσης επέδειξαν εκπληκτική γενναιότητα και στωικότητα στις βαριές απώλειες.

Η μάχη αυτή, την οποία τόσο ζωντανά περιγράφουν οι συγγραφείς, αποτελεί ηχηρό ράπισμα στο μύθο περί «δειλών» Ιταλών, που «δεν ήθελαν να πολεμήσουν» και όλα τα συναφή και ο οποίος κατά περίεργο τρόπο έχει επικρατήσει στην ελληνική συλλογική συνείδηση, μειώνοντας το τιτάνιο έργο που επιτέλεσαν οι Έλληνες στρατιώτες στα βουνά της Βορείου Ηπείρου.

Οι μάχες που περιγράφει το βιβλίο δεν περιορίζονται στο ελληνοϊταλικό μέτωπο. Συνεχίζονται και μέσα στην Ελλάδα, την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης και φθάνουν στη δράση του Ιερού Λόχου και των βρετανικών SAS στη Βόρειο Αφρική. Και όπως πάντα είναι εξαιρετικά ρεαλιστικές και απόλυτα τεκμηριωμένες, όσον αφορά τα ιστορικά στοιχεία, τα όπλα και τις τακτικές των αντιπάλων, ενώ πλήθος πραγματικών προσώπων, από τον Άρη Βελουχιώτη μέχρι τον άγνωστο Γερμανό Σμηναγό Ντίτερ Χανς Κλεμ φον Χόχενγμπεργκ, συμμετέχουν στο έργο σε ένα εξαιρετικά ισορροπημένο μείγμα ιστορικών γεγονότων και μυθοπλασίας, που σε κάνει να νομίζεις ότι ζεις την Ιστορία από μέσα. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι οι συγγραφείς δεν έχουν περιοριστεί στα ιστορικά στοιχεία που μπορεί να βρει κάποιος από βιβλία και μελέτες. Αντιθέτως, έχουν κάνει έρευνα επί του πεδίου, μελετώντας πρωτογενείς πηγές και έχουν ανακαλύψει εντυπωσιακές ιστορικές λεπτομέρειες τις οποίες έχουν ενσωματώσει στη δομή του έργου τους.

Ένα ιδιαίτερο στοιχείο του βιβλίου, το οποίο σπάνια βλέπουμε σε λογοτεχνήματα που ασχολούνται με βίαιες και πολωτικές εποχές, είναι ότι καταφέρνει να ισορροπεί μεταξύ αντιθετικών καταστάσεων ξεφεύγοντας από απλοποιημένα δίπολα καλών – κακών, γενναίων – δειλών, πολέμου – ειρήνης.

Το βιβλίο είναι μια πολεμική ιστορία που δεν επενδύει στο μίσος ούτε στη δαιμονοποίηση του «Άλλου», παρόλο που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Αντιθέτως, συνειδητά καταπολεμά και ένα ακόμη στερεότυπο, αυτό του «καλού» Ιταλού κατακτητή, ο οποίος σε αντίθεση, υποτίθεται, με τους Γερμανούς ήταν φιλικός προς τους Έλληνες κατοίκους και δεν διέπραξε εγκλήματα. Αυτή η εικόνα του «καλού κατακτητή» που έχει επιβληθεί και μέσω ταινιών όπως «Το μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι» καταρρίπτεται στο βιβλίο, χωρίς ωστόσο να δαιμονοποιούνται οι Ιταλοί.

Όλα αυτά όμως είναι δευτερεύουσας σημασίας σε σύγκριση με ένα πραγματικά μεγάλο επίτευγμα του «Έρωτα Στα Χρόνια του Πολέμου». Το ότι δηλαδή καταφέρνει να δώσει μια μοναδικά ρεαλιστική εικόνα αλλά και αίσθηση βίωσης του πολέμου, όχι επενδύοντας σε μια όσο το δυνατόν πιο έντονη αντίθεση μεταξύ της εποχής της ειρήνης με αυτήν του πολέμου, όπως στη συντριπτική τους πλειοψηφία κάνουν τα λογοτεχνικά έργα που ασχολούνται με πολεμικές περιόδους. Αντιθέτως, επιδιώκει και επιτυγχάνει μια σύνθεση, χρησιμοποιώντας ως καταλύτη την ερωτική ιστορία μεταξύ του Νίκου Δενδρινού και της Αντιγόνης Γεωργίου, ενοποιώντας την εποχή της ειρήνης με αυτήν του πολέμου, προσφέροντας έτσι στον αναγνώστη πολύ δυνατές εικόνες οι οποίες είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα από ότι τα τυποποιημένα δίπολα «γαλήνης και ευτυχίας» στα χρόνια της ειρήνης και «τρόμου και δυστυχίας» στα χρόνια του πολέμου.

Εκτός από τις πολύ ζωντανές εικόνες που δημιουργούν οι συγγραφείς, με αυτόν τον τρόπο καταφέρνουν και κάτι που πολύ δύσκολα το βλέπουμε σε ιστορικά βιβλία. Συνδέουν το παρελθόν με το παρόν σε ένα πιο υπόγειο επίπεδο. Αυτή η ενοποιημένη κατάσταση πολέμου και ειρήνης, διαμορφώνει ένα κλίμα που με έντονο τρόπο φέρνει στο μυαλό, την ψυχή και τις αισθήσεις του αναγνώστη την κατάσταση που βίωσε και βιώνει η Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης και ιδιαίτερα το Καλοκαίρι του 2015.

Χαρακτηριστική είναι η σκηνή, τον πρώτο καιρό της Κατοχής, όπου η μεσοαστική οικογένεια του Νίκου Δενδρινού αρχίζει να αντιμετωπίζει σταδιακά τις τεράστιες ελλείψεις σε βασικά αγαθά έχοντας όμως κάποια απομεινάρια της προκατοχικής ευμάρειας, με αποτέλεσμα να τρώνε ένα στα όρια της πείνας εορταστικό γεύμα, συνοδευόμενο όμως από γαλλικά κρασιά και σαμπάνιες που είχαν ξεμείνει στην κάβα τους.

Αυτή η σκηνή μας φέρνει απευθείας στο μυαλό το μείγμα των απομειναριών μιας εποχής απατηλής (ψευδο)ευμάρειας και της σημερινής πενίας, που χαρακτηρίζει μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας.

Εν κατακλείδι, «Ο Έρωτας στα Χρόνια του Πολέμου» είναι ένα βιβλίο που κινείται σε πολλαπλά επίπεδα και μπορεί να γοητεύσει μια ευρεία γκάμα αναγνωστών με πολύ διαφορετικά γούστα. Είναι ένα στιβαρά τεκμηριωμένο έργο για όποιον αναζητά ιστορική γνώση και δυνατές πολεμικές περιγραφές, μια μελέτη για όποιον θέλει να δει πως λειτουργούν οι άνθρωποι σε δύσκολες εποχές, ένα ευανάγνωστο μυθιστόρημα για όποιον ψάχνει μια φωτεινή ρομαντική ιστορία. Κυρίως, όμως είναι ένα βιβλίο για όποιον θέλει μια ιστορία που ξεφεύγει το άμεσο χωροχρονικό της πλαίσιο και μπορεί να μιλήσει στον αναγνώστη, τόσο στο συνειδητό επίπεδο όσο και στο ασυνείδητο, προσφέροντας του εναλλακτικές θεάσεις του παρόντος διαμέσου του παρελθόντος.

 

Κωνσταντίνος Ι. Γουργουλιάνης, Νίκος Κυριαζής, Ο έρωτας στα χρόνια του πολέμου, εκδόσεις Ωκεανός

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Προηγούμενο άρθροRudies, φόνοι, μεταφυσική και ο Μπομπ Μάρλεϊ (του Θανάση Μήνα)
Επόμενο άρθροΔεύτερη φορά βραβείο Costa στον Σεμπάστιαν Μπάρι

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ