15+1 Διάφορα βιβλία με (και για) καλά αισθήματα (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
1398

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Καλά θα πείτε, όλα τα βιβλία αισθήματα κινητοποιούν. Είναι γεγονός αλλά είναι κάποια βιβλία που τα αισθάνεσαι «αισθηματικά» παρά νοητικά. Και τα αισθήματα πολλά: λογοτεχνικές εμμονές,  βιβλιοφιλία, πατρική αγάπη, νοσταλγία για μια γειτονιά, αγάπη για τα ζώα και τα φυτά, αγάπη για το παιδί, μουσικοποιητική αγάπη κ.ά.

Μπορεί να μην είναι πάντα «μεγάλα» βιβλία, και τι σημαίνει άραγε «μεγάλα» βιβλία; Ο καθένας συνδέεται με κάποια βιβλία για κάποιους λόγους. Τα βιβλία που ακολουθούν δεν αποτελούν τη λίστα των αγαπημένων μου βιβλίων, είναι μια λίστα από βιβλία της τελευταίας εσοδείας (με κάποιες εξαιρέσεις για βιβλία που ξαναδιάβασα) τα οποία μου έκαναν «κλικ».

Όλα τα βιβλία μπορείτε να τα αναζητήσετε εδώ στα Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης

 

Βασίλης Κιμούλης, Γκανιάν, εκδόσεις λογότυπο

Ο συγγραφέας γνωστός για την προσφορά του στον εκδοτικό χώρο από διάφορες θέσεις εκδίδει με την φροντίδα του μικρού εκδοτικού οίκου Λογότυπο ένα γκα γκαν βιβλίο που ούτε ΄Ίκαρος Μπαμπασάκης δεν θα φανταζόταν. Σε μικρά κείμενα που τρέχουν πάνω σε ένα δρακουλιάρικο  πράσινο/μαύρο χαρτί αφηγείται τις εμμονές τους σαν σε όνειρα. Και λέω «σαν σε όνειρα» γιατί μοιάζουν να απλώνονται συνειρμικά, το ένα μετά το άλλο, χωρίς κάποιο σχέδιο αλλά όπως ανασύρεται ξαφνικά ένα θέμα ονείρου για να δώσει τη θέση του ξαφνικά σε ένα άλλο μπαίνοντας το ένα μέσα στην αχλή του άλλου. Ανοίγει με τον εκκεντρικό Μπορίς Βιαν που τον γνώρισε εξίσου εκκεντρικά από ένα φλιπαρισμένο φίλο του που διάβαζε ασταμάτητα χαχανίζοντας τον Αφρό των Ημερών. Μιλάει τηλεφωνικά υποθετικά με την Μαργαρίτα Καραπάνου, συναντά στα όνειρά του τον Κάμμινγκς, τον Μπέικον σε μια τρώγλη/ μπαρ κάπου στην Αθήνα και τον Τζιμ Μόρρισον σε ένα τσιπουράδικο και μοιάζει με βάτραχο. Σε μια παρουσίαση για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μποντλέρ  ο ίδιος ο ποιητής θα διαμαρτυρηθεί για την υγρασία στον τάφο του στο Μονπαρνάς. Σειρά έχουν οι φαντασιώσεις με τον Λούσιαν Φρόιντ, τον Παζολίνι, την Τζέιν Μπόουλς και άλλους/ες για να κλείσει με δύο ανατολίτισσες τραγουδίστριες, την αιγύπτια Ουμ Καλσούμ και την σαλονικιά Στέλλα Χασκίλ. Ένα ταξίδι χωρίς προδιαγραφές γεμάτο με καλά αισθήματα.

 

Stephane Carlier, Η Κλάρα διαβάζει Προυστ, μτφρ. Χαρά Σκιαδέλλη, Ίκαρος

Οι κομμώτριες είχαν πάντα μια ελκυστική επίδραση στους διανοούμενους, εξού και οι πολλές σχετικές ταινίες. Θυμάμαι μια γαλλική όπου ένας καθηγητής επισκέπτεται για λίγα μαθήματα μια επαρχιακή πόλη της Γαλλίας, γνωρίζει και συνδέεται ερωτικά με μια κομμώτρια. Ανάμεσα στο σεξ την μυεί στο διάβασμα βιβλίων. Και στο μυθιστόρημα του Στεφάν Καρλιέ η ηρωίδα του Κλάρα  μαζεύει το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο του Προυστ, από κάποιον που το ξέχασε στο κομμωτήριο που εργάζεται. Θες ότι ο ωραίος εραστής της δεν την συγκινεί πιά, θες από βαρεμάρα πέφτει με τα μούτρα στο βιβλίο. Και από εδώ αρχίζει η μύηση στον κόσμο του Προυστ για την Κλάρα αλλά΄ και τον αναγνώστη. Το μυητικό παιχνίδι που κάνει ο συγγραφέας είναι πολύ προσεκτικό: αρχίζει με φράσεις που της προκαλούν έκπληξη (ακουμπούσα τρυφερά τα μάγουλά μου πάνω στα ωραία μάγουλα του μαξιλαριού, που, γεμάτα και δροσερά, είναι σαν τα μάγουλα της παιδικής μας ηλικίας). Η Κάρλα ψαρεύει φράσεις που «κάτι τις λένε». Συν τω χρόνω ανακαλύπτει τους ήρωες και τις ηρωίδες του «Χαμένου χρόνου…», νιώθει τις σχέσεις τους, τις αμφιβολίες, τις εμμονές τους. Και κυρίως νιώθει ότι η λογική του μυθιστορήματος υπεισέρχεται στη δική της ζωή αφού την κάνει να αναρωτιέται προυστικά «μήπως τίποτα δεν είναι ποτέ ισάξιο της επιθυμίας που προηγείται;». Ο συγγραφέας δεν προτρέχει, δεν καταφεύγει σε άλματα ή εξυπνακισμούς. Η Κλάρα εξακολουθεί να έχει χαμηλή λογοτεχνική κουλτούρα αλλά πια έχει μπει σε έναν κόσμο γεμάτο θαύματα. Κάποιο από αυτά (μια δημόσια ανάγνωση του αγαπημένου της, πια, συγγραφέα) θα της αλλάξει οριστικά τη ζωή. Είναι ένα βιβλιαράκι σοφό μέσα στην απλότητά του και επιπλέον μπορεί να λειτουργήσει και ως κίνητρο και για τον αναγνώστη του, να ανακαλύψει κι αυτός τον δικό του «Χαμένο χρόνο».

 

John Taylor, Σκληρός από τρυφερότητα, μτφρ. Γιώργος Ι. Αλλαμανής, εκδόσεις δίχτυ

Ο υπότιτλος του βιβλίου είναι διαφωτιστικός: «ο έλληνας ποιητής και λαογράφος του άστεως Ηλίας Πετρόπουλος». Ο συγγραφέας John Taylor έζησε 24 χρόνια κοντά στον Ηλία Πετρόπουλο, μετέφρασε πολλά βιβλία του στα αγγλικά και σε αυτό το βιβλίο παρουσιάζει τη βιογραφία του γεμάτη με απρόσμενα περιστατικά. Οι εξομολογήσεις αυτές έχουν  κάτι από τις εμμονές του μεταφραστή, αφού ο συνάδελφος Γιώργος Αλλαμανής είχε γνωρίσει το 1984 τον Ηλία Πετρόπουλο στο Παρίσι και έκανε τρεις συνεντεύξεις μαζί του. Ο Πετρόπουλος στη χώρα μας είναι γνωστός από τα σκάνδαλα γύρω από κάποια βιβλία του: τα πιο γνωστά Τα Ρεμπέτικα Τραγούδια και Τα Καλλιαρντά (λεξικό ομοφυλοφιλικής αργκό) για τα οποία και τραβήχτηκε σε δίκες. Μετά τα μούτζωσε όλα και έμεινε αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Ο Πετρόπουλος άλλαξε τον προσανατολισμό των ελλήνων λαογράφων που κυνηγούσαν ακόμα τη χαμένη αγροτοποιμενική ζωή, ενώ ο ίδιος έστρεψε τις έρευνες του στα πιο απίθανα στοιχεία της αστικής ζωής: μπαλκόνια, περίπτερα, παράθυρα, τάφοι, χαμάμ, μπουρδέλα, αποχωρητήρια,ψείρες βρακιά και άλλα προκάλεσαν τον καθωσπρεπισμό των πανεπιστημιακών και άλλων λαογράφων.  Τον γοήτευε να αναζητά τις επιδράσεις της τούρκικης πολιτιστικής κουλτούρας στα ελληνικά πράματα και σε πολλά από τα βιβλία του βρίσκεις αναπάντεχα προκλητικές ερμηνείες κοινών λέξεων και συνηθειών μας.  Στη βιογραφία του μαθαίνουμε πολλά και για την προσωπικότητά του: τη γενναιοδωρία, την ξεροκεφαλιά, τη φιλία σε αυτούς που εκτιμούσε, την ανυποχωρητικότητα του στις διαπραγματεύσεις με τους εκδότες του. Ο Taylor περιλαμβάνει στο βιβλίο του και αρκετές στιχομυθίες τους, όπως πολλά για τους εβραίους της Θεσσαλονίκης που τους συμπαθούσε, για τους γονείς του, για κοινούς φίλους. Μεταφέρει και πολλές εμμονές του όπως τη συλλογή φωτογραφιών και κειμένων πορνογραφικών που ζητούσε από τους φίλους του  με στόχο να δημιουργήσει μια «Pornographia Maxima» (που δεν τελείωσε ποτέ). Ήταν ένας ηδονιστής αλλά κάποιες φορές και συνεσταλμένος, όπως γράφει ο βιογράφος του. Σίγουρα ήταν μια περίεργη , αυτοαναφλεγής προσωπικότητα. Με εχθρούς που τον χλεύασαν και φίλους που τον αποσιώπησαν. Έβρισκε το ενδιαφέρον σε πράγματα ποταπά και ξαφνικά τα ανήγαγε ερευνώντας τα σε σημαντικά ντοκουμέντα.   Σίγουρα ήταν μια περίεργη, ιδιόμορφη, γοητευτική και άγνωστη εν πολλοίς προσωπικότητα.

 

Πέτερ Χάντκε, Η ιστορία του παιδιού, μτφρ. Θοδώρα Τσόκα, εκδόσεις Κουκκίδα

Στη νέα σειρά των εκδόσεων Κουκκίδα, οποία περιλαμβάνει μικρά κλασικά κείμενα, κυκλοφορεί το βιβλίο του νομπελίστα Πέτερ Χάντκε αφιερωμένο «στο παιδί». Είναι το τρίτο μέρος ενός συγγραφικού έργου που αρχικά σχεδιάστηκε με τον τίτλο εργασίας “Into Deep Austria”, το οποίο τελικά κατέληξε σε μια τετραλογία με το Slow Homecoming, The Teaching of Sainte-Victoire, Children’s Story και About the Villages. Το παιδί που αναφέρεται είναι η κόρη του Αμίνα, την περίοδο των πρώτων δέκα χρόνων της ζωής της. Είναι ένα τρυφερό, ποιητικό βιβλίο για το πως η γέννηση του παιδιού (δεν τη λέει κόρη ή απόγονό του αλλά παιδί) επηρεάζει την ίδια την οπτική του για τον κόσμο. Στην αρχή η αγάπη και η φροντίδα για το παιδί τον αποτραβά από την «επίκαιρη παγκόσμια ιστορία», από τους οργανωμένους σε πολιτικές ομάδες φίλους  του που του υπόσχονται ένα «αναγκαστικό μέλλον». Ο συγγραφέας ταυτίζει το μέλλον με την ανάπτυξη του παιδιού. Στο πρόσωπο ενός κοιμισμένου παιδιού βλέπει μια διαφορετική παγκόσμια ιστορία. Το παιδί επηρεάζει τη σχέση με τη γυναίκα του, παύει να την βλέπει όπως παλιά. Από το παιδί έμαθε να ανακαλύπτει την ομορφιά, να ελέγχει τα πάθη και την οργή του. Το παιδί κρύβει με τη λάμψη του όλα όσα καταγράφονται ως «ο κόσμος του ενήλικα».  Το κείμενο, που γράφτηκε στο Σάλτσμπουργκ, ουσιαστικά αναφέρεται στην περίοδο από το 1969 έως το 1979 που ο Χάντκε πέρασε με την κόρη του στη Γερμανία μέχρι το 1973 και στη συνέχεια στη Γαλλία (Παρίσι), και μετά το ταξίδι του στην Αμερική όταν επέστρεψε στο Σάλτσμπουργκ. Εκδόθηκε το 1980. Ένα ποιητικό βιβλίο που μου θυμίζει τη ρήση της άλλης νομπελίστριας Λουίς Γκλικ : «Τον κόσμο τον μαθαίνουμε μία μόνο φορά όταν είμαστε παιδιά, μετά όλα είναι αναμνήσεις».

 

Θανάσης Πέτρου, Τα Νεοπολίτικα. Οδοιπορικό παιδικών αναμνήσεων, Graphic novel , Oblik editions

Το πιο γλυκό αυτοβιογραφικό βιβλίο που έχω διαβάσει. Ο σκιτσογράφος και σεναρίστας κόμικ ξαναγυρνά στη γειτονιά που γεννήθηκε, στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης και σκιτσάρει τα παιδικά του χρόνια. Ο δημιουργός του Γιούσουρι, του Γιαννούλη Χαλεπά, του Οι όμηροι του Γκαιρλιτς, του 1922, του 1923 και του περίφημου Γρα-γρου και πολλών άλλων σκιτσάρει τη ζωή του. Το σκίτσο του αναγνωρίσιμο (νομίζω στη γραμμή Ιωάννου), ευκρινές, λεπτό, διάφανο. Στην αρχή σκιτσάρει τα σπίτια της περιοχής σε ύφος Άρη Κωνσταντινίδη, τα συνδυάζει με πληροφορίες για τους κατοίκους τους, τα περισσότερα παρατημένα πια. Μετά περνά στο πατρικό του, με τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής τους. Ακολουθούν τα παιδικά χρόνια με τις παρέες εντός και εκτός σχολείου. Καθώς ξεδιπλώνει τη μνήμη του επισκέπτεται σκιτσογραφικά τους δημόσιους χώρους, δρόμους, εκκλησίες, νεκροταφεία, μνημεία, σχολεία, δημόσια κτίρια. Δεν τους ξεφεύγουν μπαζωμένα ρέματα, αστικά λεωφορεία, εργοστάσια, χριστιανικά΄ εντευκτήρια κ.λ.π. Επίσης καταγράφει επαγγέλματα : σαλεπιτζήδες, μανάβηδες, χασάπηδες, μπακάληδες, φουρναρέοι, παπουτσήδες, μουσικάντηδες, ροκάδες κ.ά. Μέσα από τα καρέ και εκτός από αυτά στα κείμενα διασώζονται ιστορίες ανθρώπων, αφηγήσεις τρίτων για τέταρτους, παιδικά παιχνίδια, συνήθειες, μικρές τραυματικές εμπειρίες που δεν τις αποκάλυψε ποτέ ή άλλες δημόσιες που τον συγκλόνισαν ως παιδί όπως ο μεγάλος σεισμός στη Θεσσαλονίκη 1978. Οι εικόνες συνιστούν ένα στόρι, μια αφήγηση που ρέει, ένα οδοιπορικό στη μνήμη του συγγραφέα-κομικογραφου. Τρυφερή αναπόληση, μινόρε ελεγεία μιας πλούσιας σε αισθήματα εποχής.

 

Κάθριν Μάνσφιλντ, Κάτι παιδιάστικο μα τόσο φυσικό, μτφρ. Λίζα Σαμάογλου, Πατάκης

Την  αγαπημένη λεπταίσθητη Κάθριν Μάνσφιλντ του διάσημου Γκάρντεν Πάρτυ (εκδ. Σμίλη,μτφρ.Μαρία Λαϊνά) την ξαναβρίσκουμε σε αυτή τη σπάνια συλλογή διηγημάτων που εκδόθηκε μετά το θάνατό της από το σύζυγό της Μάρρυ. Αν και ο τελευταίος κατηγορήθηκε από ορισμένους κύκλους ότι τα «στρογγύλεψε»  το απαράμιλλο ύφος της είναι διακριτό. Το πρώτο και μεγαλύτερο διήγημα «Κάτι παιδιάστικο μα τόσο φυσικό» είναι μια ερωτική ιστορία μεταξύ ενός 18χρονου και μιας δεκαεξάχρονης που γνωρίζονται στο τρένο. Tο θέμα της σύνδεσης, της αγάπης, του φόβου, της αβεβαιότητας, της απογοήτευσης, της δέσμευσης, της αλλαγής, της σύγκρουσης και της αθωότητας  είναι τα κυρίαρχα σε αυτή τη μικρή ιστορία. Επηρεασμένος ο νεαρός Χένρυ από ένα ποίημα που βρίσκει τυχαία σε μια ανθολογία νιώθει έναν ξαφνικό, αναπάντεχο σε ένταση έρωτα για την μικρή Έντνα.  Το ειδύλλιο αναπτύσσεται σαν παραμύθι με μικρούς περιπάτους στην εξοχή. Οι εραστές φαντασιώνονται ότι θα ζήσουν μαζί σε κάποια άδεια σπίτια που επισκέπτονται. Η αγάπη τους είναι παιδιάστικη, ακόμα και το φιλί μοιάζει απαγορευμένο αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να ζουν το έρωτά τους σαν παιχνίδι. Ένα τηλεγράφημα αγνώστου προελεύσεως θα σκοτεινιάσει την ευδαιμονία τους, ίσως ο προάγγελος αυτού που έρχεται και που κατά βάθος φοβούνται ότι κάποτε θα έρθει. Ένα άλλο τηλεγράφημα είναι το κρυφό μυστικό στο τελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο «Φαρμάκι». Ένα ζευγάρι ζει εδώ και μερικούς μήνες τον ερωτά του σε ένα όμορφο σπίτι. Η γυναίκα, πιο πεπειραμένη, δηλώνει ότι οι δύο προηγούμενοι εραστές της την πότισαν συμβολικά φαρμάκι, με αποτέλεσμα να χωρίσουν. Τα ερωτόλογά τους και οι δεσμεύσεις για αιώνια πίστη διακόπτονται συχνά από την αγωνία της γυναίκας να λάβει ένα γράμμα. Τι γράφει αυτό δεν γίνεται γνωστό. Όμως ο άνδρας το εκλαμβάνει ως κάτι που θα σημάνει πιθανόν χωρισμό, κάτι που ίσως είναι μια πρώτη σταγόνα από το «φαρμάκι», που θα τον ποτίσει. Και στα δύο διηγήματα το τέλος είναι αμφίσημο. Δυσοίωνο σίγουρα αλλά όχι εκπεφρασμένο. Και αυτή είναι η γοητεία της Μάνσφιλντ να υπονομεύει τις ευτυχισμένες σελίδες των γραπτών της με δόσεις αμφισημίας βάζοντας τον αναγνώστη στο παιχνίδι της.

 

Γιώργος Συμπάρδης, Πλατεία Κλαυθμώνος, Μεταίχμιο

Ο Γιώργος Συμπάρδης είναι ο κατ΄εξοχήν ερευνητής αισθημάτων. Όχι των μεγάλων και των φανταχτερών αλλά αυτών που υφέρπουν μέσα σε καθημερινά πρόσωπα, σε αναπάντεχες στιγμές ζωής, σε μικρά, άτσαλα, πετυχημένα ή αποτυχημένα μικρά γεγονότα.

Στην Πλατεία Κλαυθμώνος υπάρχει ο ήρωας και η προβληματική οικογένεια του. Είναι μόλις 19 ετών, φοιτητής Νομικής και άμαθος. Αναζητώντας το σεξ στα ουρητήρια της Πλατείας Κλαυθμώνος θα συλληφθεί και θα έχει την πρώτη προσωπική του αποτυχία. Το γεγονός αυτό θα τον φέρει σε επαφή με έναν κύκλο ομοφυλοφίλων της εποχής που συχνάζουν σε σπίτια. Ο πατέρας λείπει, η μητέρα νεάζει και αλλάζει συχνά εραστές. Σε αυτή την γεμάτη τραύματα οικογένεια υπεισέρχεται ο Νίκος ένας φίλος του πατέρα και εραστής όπως φαίνεται επ’ ολίγον της μητέρας, ο Θεόφιλος, ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός με αμφίσημη σεξουαλικότητα , η κόρη του που μυεί άτεχνα τον κεντρικό ήρωα στη σχέση του με το γυναικείο σώμα. Οι σχέσεις όλων αυτών δεν είναι δεδομένες. Ο ήρωας θα προσπαθήσει να επανασυνδεθεί με τον πατέρα του ενώ θα βρίσκεται συνεχώς σε κόντρα με τη μητέρα του- όχι χωρίς αγάπη. Ο Συμπάρδης από την εποχή του Άχρηστου Δημήτρη είναι ο μετρ της αμφισημίας των αισθημάτων και των σχέσεων. Ποτέ δεν μαθαίνουμε ακριβώς τα γεγονότα: γιατί ο πατέρας έχασε τη δουλειά του, γιατί εξαφανίστηκε ο φίλος, ποια είναι η σεξουαλικότητα του εραστή της μητέρας, τι ρόλο παίζει η κόρη του και άλλα για τα οποία ο αναγνώστης παίρνει μισές πληροφορίες, κυρίως μέσα από φήμες, μένοντας πάντα μέσα στην ομίχλη των γεγονότων. Αυτό το παιχνίδι της ασάφειας και της αμφισημίας που γίνεται μέσα από την υπονόμευση της αφήγησης είναι και το γοητευτικό παιχνίδι του συγγραφέα με τον αναγνώστη.

 

Στεύη Τσούτση, Να θυμηθώ να μη φάω, εκδόσεις Νίκας

Σε αυτή την επιλογή με τα βιβλία για αισθήματα χωράει οπωσδήποτε το χιούμορ. Το ειλικρινές, αδιαμεσολάβητο, πηγαίο χιούμορ της συγγραφέως. Με σπουδές Μάστερ δημιουργικής γραφής η Στεύη Τσούτση  επιλέγει ένα «εύκολο» σε πρώτη ανάγνωση θέμα αλλά πολύπτυχο και με σαφείς κοινωνικές συνδηλώσεις. Όπως κάθε χιουμοριστικό βιβλίο που σέβεται τον εαυτό του αρχίζει με μια κηδεία. Είναι η κηδεία του πατέρα της αφηγήτριας Σμαραγδής. Η Σμαραγδή είναι εύσωμη κάτι που ψυχολογικά και κοινωνικά την καταπιέζει. Το βάρος γίνεται δυσβάσταχτο καθώς ο πατέρας της για όσα χρόνια ζούσε ήταν ο επίσημος «βασανιστής» της. Από μικρή τη ζύγιζε, την πίεζε να μη τρώει, της δημιουργούσε ψυχολογία απαξίωσης.   Ο θάνατος του, την απελευθερώνει εν μέρει αλλά η κοινωνία παραμένει σκληρή απέναντί της. Στην πορεία θα συναντηθεί σε κάποιο γυμναστήριο και θα συνάψει φιλία με την Καλλίστη, μια όμορφη, κομψή νεαρή γυναίκα, που είναι το αντίθετο από αυτήν. Η Καλλίστη δοκιμάζει συνεχείς δίαιτες με σκοπό να παραμείνει ερωτεύσιμη για τον άνδρα της. Μια απρόοπτη συνέχεια στις σχέσεις των δύο γυναικών  θα ανατρέψει τις κοινωνικές συμβάσεις και θα τις κάνει να ανακαθορίσουν  το πως βλέπουν το σώμα τους. Όλα αυτά που θα μπορούσαν να ειπωθούν ως μία τετριμμένη ιστορία αποκτούν ένα δεύτερο νόημα μέσα από το χιούμορ που τσακίζει, ειρωνεύεται, αποδομεί, ενοχλεί, τσαλακώνει όταν χρειάζεται ανθρώπους και καταστάσεις. Οι ήρωες της είναι πραγματικοί, με ανησυχίες, αμφιβολίες, αδύναμοι μπροστά στο σκληρό κοινό, δυνατοί όταν θα χρειαστεί. Η συγγραφέας διαθέτει ένα βασικό όπλο : χιούμορ δηκτικό, που στοχεύει στην κοινωνική κριτική και καθιστά τη νουβέλα αυτή αξιανάγνωστη.

 

Αργύρης Χιόνης, Όντα και μη όντα, Κίχλη

Η επανέκδοση αυτής της συλλογής του Αργύρη Χιόνη (1942-2011) συνιστά μια ευκαιρία να (ξανά) διαβάσει κάποιος και να γνωρίσει μια πλευρά του, πολύ ιδιαίτερη. Να γνωρίσει κάποιες ποιητικές στιγμές του (γιατί ο Χιόνης ήταν εξαίρετος ποιητής αλλά και πεζογράφος) μέσα από αυτά τα ιδιότυπα μικρά πεζά. Το θέμα του είναι τα όντα – υπαρκτά και μη. Τα υπαρκτά είναι ζώα και φυτά. Τα μη όντα είναι φανταστικά ή μιγαδικά, υβριδικά. Στα κείμενα υφέρπει ένα χαμόγελο, η παρωδία. Υπάρχει ολόκληρη μελέτη στο επίμετρο του βιβλίου από την εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη γι αυτό το είδος- αλλά δεν είναι απαραίτητο να το διαβάσεις για να καταλάβεις τα κείμενα του Χιόνη. Εξάλλου ο Αργύρης Χιόνης ήταν πάντα απλός και σοφός ως απλός. Παίζει με τα κείμενά του, με τις λέξεις, με τον εαυτό του και βεβαίως με τον αναγνώστη. Στην αφήγηση έχει κάποιες αδιόρατες στιγμές που προκαλεί την πραγματικότητα με ένα τόσο απλό και λιτό τρόπο που μεταστοιχειώνεται σε ποιητική. Τα μέσα του ποικίλα : μεταφορές, παρομοιώσεις, συμβολισμοί, αναχρονισμοί, το ψευδοκίμιο, το παίγνιο, η ασάφεια. Όπως έχει τονιστεί από μελετητές του Χιόνη ο συγγραφέας κινείται πάνω στη γραμμή των ορίων περνώντας από τη μια πλευρά στην άλλη : ανάμεσα σε λογοτεχνικά είδη, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη ψευδαίσθηση, ανάμεσα στη φαντασία και την επινόηση, ανάμεσα στην τρέλα και τη λογική.  Όλα είναι ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη και με την ποίηση, διατυπωμένα όμως σε πεζό λόγο. Οπωσδήποτε!

 

Θάνος Σταθόπουλος, Η διασκευή του εαυτού μου στις 06.30, Ίκαρος

Ο Θάνος Σταθόπουλος , ποιητής/στοχαστής, παρουσιάζει σε ένα μικρό τόμο όλα τα προηγούμενα έργα του μαζί με το τελευταίο του ποιητικό πόνημα με τίτλο Η διασκευή του εαυτού μου στις 06.30. Συνεπής με τον ποιητικό του κανόνα ο Σταθόπουλος παραδίδει στον αναγνώστη τον ίδιο του εαυτό. Χρησιμοποιώντας ένα παζλ  διαφορετικών υλικών, σπαράγματα δοκιμίων, ποίησης, πεζού, καθημερνών σημειώσεων, λέξεων. Οι εικόνες που σχηματίζει είναι πειραγμένες, σαν εκείνες τις παλιές κάρτες που όταν τις κουνούσες εμφάνιζαν άλλη εικόνα. Η καθημερινότητα είναι στο πρώτο πλάνο υπονομευμένη με χιλιάδες τρόπους, μετουσιωμένη σε ποίηση. Ο χώρος, ο χρόνος, οι άνθρωποι είναι ρευστά σχέδια στο μυαλό του ποιητή. Ο ίδιος διακτινίζεται (αν και ακίνητος) με διαφορετικές διαθέσεις, σε εναλλασσόμενες περιοχές του επιστητού. Ή όπως θα έλεγε ο Μαξ Μπλέχερ που τον μνημονεύει κινείται στην προέκταση της μέρας προς ένα εξωπραγματικό σύμπαν. Τα πράγματα συμβαίνουν αλλά ο Σταθόπουλος επιμένει να ανιχνεύει τον τρόπο με τον οποίον αυτά συμβαίνουν. Τα εργαλεία ερμηνείας τα δίνει η υπαρξιακή του κλίμακα και κάθε στιγμή είναι έτοιμος να την αναιρέσει.

Αν και τα περισσότερα κείμενά της συλλογής του είναι πεζά εντούτοις διαβάζονται ως ποιήματα, όπως ο ίδιος διαβάζει τον ρεαλιστή Φλωμπέρ ως ποιητή. Τον συνεπαίρνει η ιδέα ότι αυτός ο φανατικός του τεκμηρίου ήθελε να γράψει ένα βιβλίο για το τίποτα. Ο Υβ Μπονφουά είχε δίκιο «το ύφος είναι ο άνθρωπος» κι εδώ έχουμε ένα «ύφος Σταθόπουλου».

 

Jhumba Lahiri, Στις δικές μου διαδρομές, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, Gutenberg

Την Τζούμπα Λαχίρι είχαμε καιρό να την διαβάσουμε, τα πρώτα βιβλία της στα ελληνικά έχουν εξαντληθεί και υπάρχει μόνον το προτελευταίο της  Εκεί που ανθίζουν οι υάκινθοι (Μεταίχμιο). Βραβευμένη με Πούλιτζερ, ινδή της Αμερικής που ζει στη Ρώμη γράφει στα ιταλικά αυτή τη σπονδυλωτή ελεγεία ενός μοναχικού ανθρώπου. Η ηρωίδα της μια νεαρή γυναίκα που περιπλανιέται σε μια ανώνυμη μεγάλη πόλη και καταγράφει με τη σκέψη της (που λειτουργεί φωτογραφικά) μικρές καθημερινές σκηνές ανθρώπινης ευαισθησίας. Μια συνάντηση σε ένα βιβλιοπωλείο, μια ξαφνική ανάγκη να επισκεφθεί το Πρώτων Βοηθειών όπου θα συνομιλήσει με μία ασθενή που περιμένει, η συνάντηση στην πλατεία με ένα νέο κορίτσι, κόρη φίλων της, στην ταβέρνα ένας χωρισμένος μπαμπάς συναντάται με την αδιάφορη κόρη του.  Οι συναντήσεις της με διάφορους τύπους ανθρώπων δεν έχουν τίποτα το συνταρακτικό. Τους παρατηρεί στο τρένο, σε μια πλατεία, σε ένα κατάστημα, σε ένα φιλικό γεύμα. Πιο πολύ την κάνουν να συλλογιέται την έννοια του πεπερασμένου, να αξιολογεί την ανάγκη της επαφής, έστω μικρής αλλά ειλικρινούς, να είναι σκεπτική μπροστά στην ανθρώπινη ματαιοδοξία, να χαίρεται τη φρεσκάδα ενός νέου μυαλού, να σέβεται τους ηλικιωμένους που αποτραβιούνται στις «φωλιές» τους σα να μη θέλουν να ενοχλούν αλλά και θα τσακωθεί με κάποια που είναι «ξερόλας» και στις διαλογικές συζητήσεις ακούει μόνον τον εαυτό της.  Σχολιάζει την πόλη πάνω στον φρενήρη ρυθμό της αγοράς αλλά και στην ραστώνη των θερινών διακοπών. Τελικά σχολιάζει τη δική της μοναξιά, μια όχι «μοναχική μοναξιά» αλλά μια πορεία μαζί με τους γύρω της. Αισθαντικό, απλό, γοητευτικό.

 

Ruth Pandel, Οι κόρες του λαβυρίνθου, μτφρ. Στέλιος Βαφέας, Ποταμός

Η Ρούθ Πάντελ έχει ζήσει χρόνια στην Κρήτη, εργαζόμενη σε ανασκαφές, έχει διδάξει αρχαία ελληνικά στην Οξφόρδη και αλλού, είναι γνώστρια της ελληνικής λογοτεχνίας αλλά και της ζωής στο νησί της Κρήτης. Δεν είναι τυχαίο ότι το μυθιστόρημα της αναφέρεται στο αγαπημένο της νησί. Η ιστορία αρχίζει στο Λονδίνο όπου η ηρωίδα με το όνομα Ρι είναι χήρα ζωγράφος. Στο πρώτο κεφάλαιο, παραμονές μιας σημαντικής έκθεσης της ζωγραφικής της  θα συναντήσει την ινδή φίλη της και ζωγράφο Νασίτα η οποία παρατηρώντας τα νέα έργα της φίλης της σχολιάζει το μπλε χρώμα λέγοντας της ότι επιστρέφει κατά κάποιον τρόπο στην Κρήτη. Ένα τηλεφώνημα από την Κρήτη και η Ρι θα αναγκαστεί να επιστρέψει στο νησί μιας και η μητέρα της βρίσκεται με έμφραγμα στην εντατική. Εκεί θα ξαναπιάσει επαφή με την οικογένεια, τον παπά Αντώνη, τον ευεργέτη της Μιχαήλ που είχε φροντίσει να πάει στο Λονδίνο να σπουδάσει εικαστικά. Η περιέργεια της για το παρελθόν της μητέρας της θα την οδηγήσει να αναζητήσει την ιστορία  της οικογένειας της, να μάθει τι υπάρχει «εκεί πίσω» που το αγνοεί. Σε αυτές τις ανασκαφές της μνήμης θα ανακαλύψει την ιστορία των εβραίων Κρητών και την οδυνηρή συνέχεια που τους επιφύλαξε μέρος της κρητικής κοινωνία.

 

Κυριακή Μπεϊόγλου, Η ιστορία μιας στιγμής, Εύμαρος

Το χρονογράφημα είναι πάντα ένα δύσκολο πεζό. Το είδος λάμπρυναν μεγάλοι συγγραφείς στον ελληνικό τύπο δημιουργώντας ο καθένας τη δική του σχολή. Άλλο το ψυχρό χιούμορ του Φρέντυ Γερμανού, άλλη η πένα του δοκιμιογράφου Άγγελου Τερζάκη, η μουσική οπτική του Γιώργου Λεωτσάκου,  και στα πρόσφατα χρόνια διαφορετική η κοινωνική ματιά του Γιώργου Σκαμπαρδώνη ή του Παντελή Μπουκάλα.  Η δυσκολία είναι να βρεις διαφορετικό θέμα κάθε μέρα και ακόμα μεγαλύτερη είναι η δυσκολία να το γράψεις έτσι που να αφορά τους αναγνώστες. Η Κυριακή Μπεϊόγλου γράφει εδώ και μερικά χρόνια χρονογραφήματα σε μια προσωπική στήλη στην Εφημερίδα των Συντακτών. Έχει επιλέξει να ασχολείται με θέματα κυρίως, κοινωνικά που στιγματίζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων. Ο λόγος της είναι λιτός, κατανοητός. Αποφεύγει τις διδαχές και τον «παντογνωστισμό». Αποφεύγει τις λοιδορίες και τις προσβολές. Σκύβει με τρυφερότητα πάνω στο θέμα της. Η οπτική της δεν είναι πάντοτε ευθεία αλλά προσπαθεί να βρει εκείνη τη γωνία που θα φωτίσει μία πλευρά του θέματος. Σα μπάλα του μπιλιάρδου θα βρει την κατάλληλη γωνία ώστε να επιτύχει το καλύτερο αποτέλεσμα. Στόχος της μέσα από μία πτυχή να δώσει στον αναγνώστη  την ώθηση να σκεφτεί κάτι ανάλογο, μεγαλύτερο ή μικρότερο, σημαντικό ή ασήμαντο.  Ο χρόνος, ο χώρος – κυρίως η πόλη, οι ανήμποροι συνάνθρωποι, η καλοσύνη, η ηρεμία, τα ισχυρά αισθήματα αποτελούν το περιεχόμενο των μικρών αυτών ευγενικών χρονογραφημάτων.

 

Στέφαν Τσβάιχ, Ο φόβος, μτφρ. Αλέξης Καρρέρ, Σπύρος Λεβαντής, Γκοβόστης

Ένα αριστούργημα του Στέφαν Τσβάιχ επανεκδίδεται για πολλοστή φορά. Μαζί με την αρχική νουβέλα Ο Φόβος υπάρχουν ακόμα τα αριστουργηματικά Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ, Λεπορέλα, Απρόοπτη αποκάλυψη.  Το θέμα : η μοιχεία και ο φόβος της αποκάλυψης. Η Ιρένε, μια μεγαλοαστή γυναίκα, παντρεμένη με παιδί, γνωρίζει έναν μποέμ πιανίστα και συνάπτει σχέση μαζί του. Δεν είναι ο έρωτας αλλά περισσότερο η ανία που την παρακινεί σε αυτό το παιχνίδι. Η ερωτική παρανομία αποκτά στα μάτια της μια «κανονικότητα», είναι κάτι σα να βγαίνει για ψώνια ή να πάει στο θέατρο. Η πρώην ερωμένη του πιανίστα θα την εκβιάσει αποσπώντας της κατά καιρούς χρήματα και τιμαλφή. Από εκεί και μετά αρχίζει το βιβλίο, καθώς η Ιρένε διακατέχεται από τον ίλιγγο του φόβου. Κάθε της βήμα οδηγεί σε ένα ακόμα πιο ασφυκτικό πλαίσιο. Ο εκβιασμός απειλεί να διαλύσει το γάμο της και η ίδια δεν έχει απαντήσεις, διεξόδους από αυτό ον κυκεώνα αρνητικών συναισθημάτων. Ο γάμος είναι για την Ιρένε το απόλυτο κοινωνικό στήριγμά της, αδυνατεί να σκεφτεί ότι μπορεί να ζήσει χωρίς αυτό. Ο Τσβάιχ επιλέγει να κορυφώνει αργά και βασανιστικά το εφιάλτη της Ιρένε, σα μια βίδα που τη στρίβει και βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην ψυχή της πρωταγωνίστριας του. Η κορύφωση γίνεται μέσα από εικόνες ενός φιλμ νουάρ. Σαν τέτοιο το έχει αποδώσει στον κινηματογράφο και ο Ροσελίνι με πρωταγωνίστρια την Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Και δύο λόγια για το  Ο Παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ, μια νουβέλα που συνιστά μια ωδή στη βιβλιοφιλία. Ο Μέντελ ένας ζωντανός κατάλογος όλων των αξιόλογων βιβλίων ζούσε με αυτά και γι αυτά. Τα βιβλία ήταν η ερωμένη του, η μοναδική ζώσα ουσία που τον κρατούσε στη ζωή. Ένα λάθος του θα τον στείλει στη φυλακή και θα τον αποκόψει από την καθημερινή του τροφή. Γραμμένο από τον Τσβάιχ με αγάπη συγκινεί διαχρονικά τον αναγνώστη.

 

Νεφί, Οι σαΐτες της οργής, μτφρ. Δημήτρης Χουλιαράκης, Το Ροδακιό

Ο Νεφί είναι ένα λιβελογράφος, κριτής των κακώς κειμένων και ιδιαίτερα αυτών που έχουν κάτι από εξουσία. Ο ποιητής Δημήτρης Χουλιαράκης κατά καιρούς μας εκπλήσσει καθώς βρίσκει άγνωστους (και για μας απίθανους) συγγραφείς για να μας ξαφνιάσει.  Θυμίζω τα εξαιρετικά χαικού των καμικάζι ιαπώνων ( Η εκδίκηση των ανέμων) και το πρόσφατο Σερμίν ένα τολμηρό βιβλίο για παιδιά από τα βάθη του τουρκικού παρελθόντος.  Εδώ μας συστήνει τον Νεφί, έναν ποιητή, στιχοπλόκο, στοχαστή και λιβελλογράφο που σχεδιάζει στίχους για να καυτηριάσει προύχοντες της τουρκικής εξουσίας καδήδες, ιμάμηδες, βεζίρηδες, κρατικοί λειτουργοί,, πασάδες και στρατιωτικούς. Ο λόγος του είναι καυστικός, επιθετικός, καίριος. Θα έλεγα ότι είναι αυθάδης, αναρχικός, αταξινόμητος αλλά πάντα κοινωνικός και οξύς.  Ο Νεφί είχε μια τραυματική παιδική ηλικία και ίσως αυτό να επέδρασε, όπως λένε οι μελετητές του στο να γίνει ένας στηλιτευτής κάθε εξουσίας, απάτης, διαφθοράς. Δεν θα διστάσει να κατακεραυνώσει τον πορωμένο και τυχοδιώκτη πατέρα του. Γνώρισε μεγάλη φήμη, η οποία δεν θα μπορούσε να κρατήσει αιώνια, θα εξοριστεί μακριά από την πρωτεύουσα, θα αναγκαστεί να υποκύψει και να γράψει αίνους για τον σουλτάνο, θα επανέλθει αλλά όχι για πολύ. Θα βρει άδοξο τέλος και το σώμα του θα ριχτεί δολοφονημένο στον Βόσπορο. Οι κατοπινοί του λογοτέχνες και κριτικοί δεν θα του κάνουν την χάρη, καθώς με τη σειρά τους θα τον κατεδαφίσουν. Σήμερα εμείς τον διαβάζουμε με ευχαρίστηση διαπιστώνοντας πως μια κοφτερή γλώσσα κρύβει μια ποιητική φλόγα κι ένα άδοξο ταλέντο.

 

 

Και ένα ακόμη εντελώς «αλλού» και διαφορετικό..

 

Κώστας Σιδέρης, Αργύρης Μπακιρτζής, Χειμερινοί κολυμβητές, μια εικαστική περιήγηση του Κ. Σιδέρη στα τραγούδια του Α.Μπακιρτζή, εκδόσεις Peties Maisons

Ο Κώστας Σιδέρης είναι μουσικός, φίλος του τραγουδοποιού Αργύρη Μπακιρτζή και πρωταρχικό μέλος του συγκροτήματος Χειμερινοί Κολυμβητές. Είναι όμως και κάτι ακόμα που δεν γνωρίζουν οι πολλοί: αισθαντικός ζωγράφος. Κάποια στιγμή εικονοποίησε τα τραγούδια του Αργύρη τα έδεσε ένα πακέτο και του τα πήγε δώρο. Θα είχαν μείνει σε καμιά βιτρίνα σε εκείνα τα περίτεχνα έπιπλα στο σπίτι του Αργύρη αν οι φίλοι τους και πολύ γνωστοί ζωγράφοι  Γιάννης Κόττης και Κύριλλος Σαρρής δεν τους προέτρεπαν να το εκδώσουν. Αποτέλεσμα ένα μικρό εκδοτικό συλλεκτικό γεγονός. Ο Κώστας Σιδέρης λέει ότι ίσως η καταγωγή του από την Φλώρινα και τα χρόνια που έζησε σε εκείνη την πόλη, όπου έζησαν πολλοί καλλιτέχνες, να τον βοήθησαν να συνδυάσει το λόγο με την εικόνα στα τραγούδια του Μπακιρτζή. Ο Αλέξης Ακριθάκης το είχε πει πιο σωστά : «Στη ζωγραφική είναι περιττά τα λόγια. Στην ποίηση είναι περιττά τα σχέδια. Κι όμως σχεδιάζεις ένα ποίημα ή γράφεις μια ζωγραφική». Το ξεφυλλίζω, διαβάζω τους στίχους και ακούω τα γρέζια στη φωνή του Μπακιρτζή, κοιτάω τις ζωγραφικές και ακούω το μεσομπούζουκο του Σιδέρη.

Προηγούμενο άρθροΈκτωρ Κακναβάτος: “Είμαι μεγάλος ποιητής!” (του Τέλη Σαμαντά)
Επόμενο άρθροΗθική και Πολιτική: Μια παλιά, δύσκολη σχέση (του Στέφανου Δημητρίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ