15 + 1 Διάφορα αλλά όχι … αδιάφορα Νο 3 (του Γιάννη Μπασκόζου)

0
1100

 

του Γιάννη Μπασκόζου

Στην πληθώρα των βιβλίων που εκδίδονται παρουσιάζονται πολλά βιβλία ειδικού ενδιαφέροντος. Δεν συγκεντρώνουν πάντα την προσοχή των κριτικών και πολλές φορές “χάνονται” μέσα στα μυθιστορήματα και τα μεγάλα best seller. Είναι βιβλία non fiction, μελέτες, έρευνες, διατριβές αλλά και συλλογές  άρθρων για ειδικά θέματα, οι οποίες  δεν απευθύνονται μόνον σε ειδικούς. Η ποικιλία στη θεματολογία τους σε εκπλήσσει και θαυμάζεις το πόσο δημιουργικός και ανεξάντλητος είναι  ο βιβλιολογικός πλούτος.

 

 

Cecile Belavoine, Η σαγήνη του πιάνου, μτφτ.Γιάννης Σιδέρης, Άγρα

Είναι το πιάνο που έπαιζε η Έμμα Μποβαρύ το «όργανο της μοιχείας» καθώς τόνιζε το πάθος που τη συνέχεε σε αντίθεση με τον επαρχιωτισμό του κυρίου Μποβαρύ ; Είναι το όργανο που ενώνει συναισθηματικά τον Σαιν – Πρε και την Κλαίρ στη Νέα Ελοϊζα του Ζαν Ζακ Ρουσσώ , τη στιγμή που τα χέρια τους συναντώνται πάνω στο κλαβιέ; Είναι η μελωδία μιας σονάτας του Diabelli  το μουσικό ισοδύναμο με την κραυγή της γυναίκας που την ίδια στιγμή δολοφονείται στο έργο της Μαργκερίτ Ντυράς «Moderato Cantabille»; Και τελικά πώς έφτιαξε ο Μπόρις Βιαν το περίφημο «πιάνο κοκτέιλ» , όπου σε κάθε νότα αντιστοιχεί ένα ποτό λικέρ ή ένα αρωματικό εκχύλισμα; Το πιάνο και η σαγήνη του σε διάφορες εκφάνσεις είναι το κυρίως θέμα σε αυτό το κομψό βιβλιαράκι. Μια καλειδοσκοπική περιδιάβαση στις πολλαπλές εκδοχές του πιάνου στη ζωή μας όπως την αντιλαμβάνονταν μουσικοί και συγγραφείς. Πως έβλεπε την εξέλιξη του πιάνου ο Μότσαρτ και πως την σχολίαζε ειρωνικά ο Έκτωρ Μπερλιόζ.  Ποια είναι η σωστή μέθοδος για έναν μαθητή πιάνου, όπως την εννοούσε ο Φρανσουά Κουπερέν. Πώς έβαλαν  το πιάνο στα μυθιστορήματά τους  η Φρανσουάζ Σαγκάν στο «λουρί», ο Ζολά στο Rougon- Macquart, ο Ντενί Ντιντερό στον «Ανηψιό του Ραμώ», ο Αλεσσάντρο Μπαρίκο στο «1900». Σκέπτομαι ότι δεν έχουμε κάτι ανάλογο για την ελληνική λογοτεχνία. Για παράδειγμα το  πιάνο δεσπόζει ως όργανο στα χέρια των γυναικών στα περισσότερα έργα του σκληρού πυρήνα της γενιάς του ΄30, του Άγγελου Τερζάκη, του Κοσμά Πολίτη, του Γιώργου Θεοτοκά.  Η Cecile Balavoine που έκανε την ανθολόγηση των κειμένων στην εισαγωγή της κάνει ιδιαίτερη μνεία για τη σχέση του πιάνου με τις γυναίκες, αφού μόνον αυτό και η άρπα θεωρούνταν κατάλληλα για αυτές μέχρι και τον 20ο αιώνα. Η ανθολογία της περιλαμβάνει κείμενα για το πιάνο ως όργανο και για την τεχνική του, το πιάνο στη διαδρομή του από την καλή ανατροφή στον αισθησιασμό, κείμενα για τους πιανίστες , αυτά τα μοναδικά πλάσματα, κείμενα για αυτό το θαυματουργό όργανο και τη σημειολογία του. Μια σαγήνη που δεν τελειώνει.

Βρες το εδώ

 

Π. Μήνη, Κ. Γεωργιάδη, Ι.Πιπίνα, Α.Σταυρακοπούλου (επιμ), Υπηρέτριες και Υπηρέτες, Ιστορικά υποκείμενα και καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις στον ελληνόφωνο χώρο, Παπαζήσης

Οι πρόσφατες κινηματογραφίες επιτυχές «Παράσιτα» και «Ρόμα» όπου κυρίαρχο θέμα ήταν η σχέση υπηρετών/τριών με τον αφέντη τους έφεραν στο προσκήνιο μια σχέση που έχει την καταγωγή της στους απώτερους χρόνους. Μια σχέση που έχει αποτυπωθεί καλλιτεχνικά από τα αρχαία αιγυπτιακά ουσάμπι –  μικρά ομοιώματα υπηρετών που συνόδευαν στον τάφο τους νεκρούς αφέντες τους –  μέχρι το πλήθος της ολλανδικής και φλαμανδικής ζωγραφικής  και τις πολυδιάστατες φιγούρες των υπηρετών στα έργα του Ζενέ και του Μπέκετ. Στον παρόντα τόμο συνυπάρχουν εργασίες ερευνητών από πολύ διαφορετικούς χώρους, – ιστορικούς κοινωνιολόγους, κριτικούς τέχνης – που ανέπτυξαν   μια πολυδιάστατη εικόνα για τον θεσμό. Στο πρώτο μέρος δημοσιεύονται άρθρα για την εργασιακή καθημερινότητα των υπηρετριων/υπηρετών στον 19ο και 20ο αιώνα, με πολλά φωτογραφικά τεκμήρια. Τα υπόλοιπα τρία μέρη του βιβλίου αφιερώνονται στις αναπαραστάσεις υπηρετών/τριών στη ζωγραφική(του Ράλλη, του Γύζη, του Λύτρα), τη λογοτεχνία (από τον Πίθηκο Ξουθ του Ι.Πιτζιπίου έως έργα του Κ.Π.Καβάφη), το θέατρο ( από τον Ξενόπουλο στον Θανάση Παπαθανασίου), τον κινηματογράφο (από το Προξενιό της Άννας στους Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας)ακόμα και στα τηλεοπτικά σίριαλ. Μέσα από τις επιμέρους μονογραφίες  παρουσιάζονται ποικιλία χαρακτηριστικών της νεοελληνικής κοινωνίας του 19ου και 20ου αιώνα, παθογένειες, ετερότητες, σχέσεις παλιές και εκσυγχρονιστικές, χαρακτηριστικές ανθρώπινες φιγούρες, ζητήματα λυμένα και άλυτα. Ιδιαίτερο και πρωτότυπο!

Βρες το εδώ

 

 

Κυριακή Μπεϊόγλου, λίγο ακόμα μαζί, Εύμαρος

Συλλογή χρονογραφημάτων της περιόδου 2016-18 που η συγγραφέας δημοσίευσε στην Εφημερίδα των Συντακτών. Το χρονογράφημα έχει εκλείψει στην πλειονότητα του έντυπου λόγου. Το facebook και τα άλλα κοινωνικά δίκτυα το κατέστησαν ανενεργό. Το χρονογράφημα παραμένει δύσκολο είδος, καθώς για να είναι επιτυχημένο πρέπει να συνταιριάζει αρμονικά την επικαιρότητα με την διάθεση για ευρύτερες σκέψεις, την ευφυολογία με τον κριτικό σχολιασμό, την ειρωνεία με τον ρεαλισμό, το παλιό με το σύγχρονο θεματολογικό πυρήνα και μαζί με όλα αυτά να παραμένει ευχάριστο και διασκεδαστικό στην ανάγνωση. Είναι ελάχιστοι όσοι το συντηρούν ακόμα, ανάμεσά τους και η Κυριακή Μπεϊόγλου. Η θάλασσα, το νησί, ο κήπος, ένα σπουργίτι είναι μια κατηγορία λυρικών θεμάτων που αναπτύσσονται σε λίγες λέξεις. Ακολουθούν οι ανθρώπινοι τύποι, άνεργος, ο μετανάστης, ο παλαιοπώλης, ο οδοκαθαριστής…ακολουθούν οι επώνυμοι ήρωες σε απροσδόκητες εμφανίζεις όπως ο Πούσκιν και το άγαλμα, ο Μπομπ Ντύλαν και την απάντηση που παίρνει ο άνεμος, ο Μαρξ που εισβάλλει στο Σόχο. Και μετά οι αφηρημένες έννοιες η ευτυχία, η επιστήμη, η φιλοσοφία, η πολιτική, η ευγένεια, η παρεξήγηση και ακολουθούν τα αντικείμενα, τα φυτά, τα ζώα. Δεν υπάρχει λέξη ή εικόνα που δεν μπορεί να εμπνεύσει τη συγγραφέα. Ανάμεσα τους μπαινοβγαίνουν οι άνθρωποι. Φτωχικοί, αιθεροβάμονες, σκεπτικοί, εργατικοί, άνεργοι, βιαστικοί, κοριτσάκια που πουλάνε βασιλικούς, οδοκαθαριστές που τραγουδάνε, σκηνοθέτες, συγγραφείς, νεαρά κορίτσια και αγόρια του δρόμου. Η ανθρωπογεωγραφία του αστικού ιστού μέσα από μικρά ενσταντανέ, τα οποία αναδεικνύει με την παρατηρητικότητά  της η χρονικογράφος. Η αίσθηση της ζωής σε λίγες λέξεις.

Αναζητήστε το εδώ

 

Μάνος Ελευθερίου, Μαλαματένια λόγια, Αυτοβιογραφική αφήγηση, (Επιμ. Σπύρος Αραβανής- Ηρακλής Οικονόμου), Μεταίχμιο

Οι δύο επιμελητές της έκδοσης μαγνητοφωνούσαν για μεγάλο διάστημα τον Μάνο Ελευθερίου να διηγείται τα της ζωής του. Σήμερα έχουμε στα χέρια μας την αυτοβιογραφία. Λιτός λόγος – είναι σα να τον ακούω- περιπαιχτικός όπου νομίζει ότι χρειάζεται, υπαινικτικός αλλού και σκεφτικός ενίοτε, κρυφά πικραμένος όταν αναφέρεται σε γεγονότα που τον στενοχώρησαν. Τα παιδικά του χρόνια ιδιαίτερα φτωχικά με έναν πατέρα ναυτικό, ξένο, τα σημαδεύει η ισχυρή παρουσία της μητέρας.  Ο ίδιος μικρός δεν έχει δώσει στίγμα προς τα που κλίνει. Η ναυτοσύνη τον περιμένει, μοναδική επιλογή για τα φτωχόπαιδα του νησιού του(Σύρος). Η Αθήνα θα τον προσανατολίσει στα γράμματα. Οι φίλοι θα παίξουν κυρίαρχο  ρόλο στο να διαμορφωθεί ο εφηβικός και μετεφηβικός χαρακτήρας του. Αρχίζουν τα διαβάσματα, η γνωριμία με διανοούμενους, και βεβαίως η πρώτη και καθοριστική επαφή με το θέατρο. Στα παρασκήνια του Εθνικού Θεάτρου θα πάρει μαθήματα ζωής και τέχνης από μεγάλους δασκάλους όπως ο Μινωτής. Για δεκαπέντε χρόνια έκανε χαμαλοδουλιές σε έναν εκδοτικό οίκο. Δεν τον ένοιαζε, ήθελε μόνον να γυρίζει σπίτι και να γράφει στο τραπεζάκι του. Αργότερα έγινε επιμελητής σε άλλον εκδοτικό οίκο, τα τελευταία χρόνια ήταν αρθρογράφος στα ΝΕΑ.  Εξέδωσε πρώτα ποιητικές συλλογές και κάποια διηγήματα μέχρι που βρήκε τον εαυτό του στον στίχο. Στίχος ποιητικός, αλλά και λαϊκός. Στίχος που έκρυβε μέσα του τη μελωδία πριν καν μελοποιηθεί. Αργότερα θα περάσει και στο μυθιστόρημα, κάνοντας μεγάλη επιτυχία με τον Καιρό των χρυσανθέμων. Τον επηρέασε ο Γιάννης Ρίτσος, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Γιώργος Σαραντάρης και θαύμαζε τον Ντοστογιέφσκι, τον Τόμας Μαν, τον Σαίξπηρ…Μάθαινε από τους μεγάλους. Αξίζει να διαβάσει κάποιος την αυτοβιογραφία του Μάνου Ελευθερίου για την αμεσότητα, την ειλικρίνεια, τη χαμηλή φωνή και να γνωρίσει τον γλυκό αυτόν άνθρωπο που χρόνια τώρα σιγοψιθυρίζουμε τα τραγούδια του, ακόμα και  όταν δεν  γνωρίζουμε ότι τα έχει γράψει αυτός.

Βρες το εδώ

 

Αχιλλέας Κυριακίδης, Φωτεινό σκοτάδι, Κείμενα για τον κινηματογράφο, Πατάκης

Ο Αχ. Κυριακίδης δεν βλέπει την τελευταία ταινία του τάδε αλλά πάει σινεμά. Θα τον δείτε μοναχικό μέσα στο σκοτάδι να βλέπει ταινίες που τον ενδιαφέρουν. Είναι ο σινεφίλ που βλέπει σινεμά όπως ο βιβλιοφάγος διαβάζει βιβλία και ο εικαστικός περιδιαβαίνει τα Μουσεία και τις γκαλερί.  Στόχος του η κατάκτηση του κινηματογραφικού βλέμματος κάθε σκηνοθέτη. Είναι σαφώς τοποθετημένος με τον κινηματογράφο του δημιουργού. Του Θεού- δημιουργού που φτιάχνει τους δικούς του κανόνες βάζοντας αινίγματα στον  οξυδερκή και σχετικά ενημερωμένο θεατή. Για τον Α.Κ. ο καλλιτέχνης σκηνοθέτης είναι ένα  υποβρύχιο που στρέφει κατά διαστήματα το περισκόπιο του στον πάνω κόσμο και ορισμένες φορές στον ίδιο τον εαυτό του. Στο τομίδιο αυτό ο Α.Κ. παρουσιάζει τα κινηματογραφικά του ενδιαφέροντα, τις δικές του εμμονές. Επειδή οι σκηνοθέτες και οι ταινίες που επιλέγει είναι σημαντικές το όλο σώμα των άρθρων του συνιστούν ένα προσωπικό κανόνα ερμηνείας της ιστορίας του σύγχρονου κινηματογράφου.  Ο αναγνώστης θα διαβάσει την ενδελεχή ανάλυση της τριλογίας του Κλοντ Σαμπρόλ ενώ θα διακρίνει τις δύο αποχρώσεις του νουάρ. Θα εντρυφήσει στο σύγχρονο αιματοβαμμένο γουέστερν του Σαμ Πέκινπα. Θα προσπαθήσει να βρει το κλειδί για να διαβεί τα σαφή όρια μεταξύ παρελθόντος – παρόντος – μέλλοντος στις ταινίες του Ταρκόφσκι. Θα αποκρυπτογραφήσει τις τελευταίες ταινίες των ιερών τεράτων Ζαν Λυκ Γκοντάρ και Αλαίν Ρενέ. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η συζήτηση που ανοίγει για τη σχέση του μυθιστορήματος με τον κινηματογράφο και πως ταλαντεύτηκε αυτή στη διάρκεια των χρόνων. Φυσικά πανταχού παρούσα είναι η σκέψη του Μπόρχες, συγγραφέα με τον οποίο έχει ταυτίσει σχεδόν τη δημιουργική του έμπνευση ο Αχιλλέας Κυριακίδης.  Ένα βιβλίο που διαβάζεται ως υλικό για συζήτηση. (Και σε προτρέπει να ξαναδείς κάποιες ταινίες!).

Βρες το εδώ

 

JeanPaul Fitoussi, Τι μας κρύβουν οι λέξεις. Πως η νεογλώσσα επηρεάζει τις κοινωνίες μας, μτφρ. Α.Παπαγιαννίδης, Πόλις

Ο πολύ γνωστός Γάλλος οικονομολόγος Ζαν Πολ Φιτουσί, ένας από αυτούς που τροφοδοτούν με ιδέες και σκέψεις για προβληματισμό την δυτική κοινότητα στο νέο του βιβλίο αναρωτιέται σχετικά με το μέλλον του δυτικού ευρωπαϊκού κόσμου. Πιστεύει ότι σε μεγάλο βαθμό οι λαοί έχουν καταδικαστεί σε μια παθητικότητα καθώς μια νέα γλώσσα – η νεογλώσσα – που εκφέρουν η πολιτική και οικονομική εξουσία συνεπικουρούμενη από τα μέσα επικοινωνίας – είναι ένας βασικός παράγοντας που έχει υποτάξει τους πολίτες μετατρέποντας τους σε μια αδιαβάθμητη παθητική μάζα.  Ως αφορμή παίρνει την κρίση του κορονοϊού, την οποία οι εξουσίες έχουν εργαλειοποιήσει  ζητώντας από τους πολίτες περισσότερη λιτότητα στο όνομα της αποτροπής της μεγέθυνσης του χρέους. Η παρότρυνση «και αυτό θα περάσει και θα επιστρέψουμε μετά από κάθε κρίση στην κανονικότητα» δεν είναι τίποτα άλλο από τη δικαιολογία συνέχισης της ίδιας καταπιεστικής κατάστασης που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Επικαλούμενος το 1984 του Όργουελ  βλέπει παρόμοιους μηχανισμούς , οι οποίοι γράφουν και ξαναγράφουν το παρελθόν, το παρόν και σχεδιάζουν το μέλλον έτσι ώστε να συντηρείται η παραπλάνηση. Κατά τον Φιτουσί το ευρωπαϊκό σύμπαν περιγράφεται με μια φτωχή νεογλώσσα που έχει χάσει την ποικιλομορφία της αλλά κυρίως έχει απομονώσει σε επίπεδο εργαλείων τις πιθανές λύσεις: ονομάζονται «μεταρρυθμίσεις και μάλιστα διαρθρωτικές»  λύσεις που αν δεν συντηρούν την ίδια κατάσταση την οδηγούν σε χειρότερα επίπεδα. Και επιπλέον η εξουσία πείθει τους λαούς της ότι «φταίνε οι ίδιοι» που κάτι δεν αλλάζει. Η φτωχοποίηση της γλώσσας όλο και περισσότερο στενεύει τα όρια των πιθανών λύσεων οδηγώντας τους πολίτες σε ένα νέο μιθριδατισμό. Από την άλλη ο μηχανισμός της νεογλώσσας αλλάζει τα εργαλεία . Π.χ. στο πεδίο της οικονομίας δεν μιλάμε πια για «πολιτική της ζήτησης» αλλά για «επιμερισμό των κινδύνων», δεν μιλάμε για «νομισματική χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών» αλλά για «ποσοτική χαλάρωση ή μη συμβατική νομισματική πολιτική».  Ας μη ξεχνάμε και τα δικά μας, η «τρόϊκα» που έγινε «οι θεσμοί», το «μνημόνιο» που έγινε «νέο συμβόλαιο» κ.ά. Αποφεύγονται δηλαδή συγκεκριμένες λέξεις για να εξαλειφθούν και τα πράγματα που εκείνες δηλώνουν. Ο Φιτουσί δεν είναι επαναστάτης αλλά ένας κεϋνσιανός οικονομολόγος που θα ήταν ευτυχής αν οι προτάσεις του Κεϋνς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Αλλά κι αυτές έχουν παραφθαρεί. Ένα βιβλίο που μιλάει για την κρατούσα ευρωπαϊκή πολιτική με άλλον τρόπο.

Βρες το εδώ

 

 

Άγγελος Χανιώτης, Θεατρικότητα και δημόσιος βίος στον ελληνιστικό κόσμο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

O Άγγελος Χανιώτης , γνωστός από την υπέροχη έκθεση όσο και ιδιαίτερη για τον «Κόσμο των συναισθημάτων στην Αρχαία Ελλάδα», ερευνά ακόμα ένα ιδιόμορφο θέμα: τη σχέση πολιτικού και θεάματος. Παρατήρησε πως τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας παρουσιάζουν τον πολιτικό και τον λόγο του ως ένα μονοδρομικό θέαμα. Οι πρωταγωνιστές της εξουσίας γνωρίζοντας ότι  απέναντι τους έχουν θεατές σκηνοθετούν την εικόνα τους. Γεγονός που υπονομεύει την ουσία του λόγου τους. Εκκινώντας λοιπόν από αυτές τις παρατηρήσεις επιλέγει να διερευνήσει ανάλογα γεγονότα στον ελληνιστικό κόσμο , αυτόν που αρχίζει με τον θάνατο του  Μ. Αλεξάνδρου (323 π.Χ ) και φθάνει ως τον θάνατο της Κλεοπάτρας (30π.Χ.).Αναζητά στοιχεία θεατρικότητας  στο δημόσιο βίο των αρχαίων Ελλήνων ιδιαίτερα στην ελληνιστική εποχή , στην οποία παρατηρείται αυξάνουσα παρουσία στοιχείων θεατρικής συμπεριφοράς , κάτι που μετέτρεψε την τότε κοινωνία σε κοινωνία θεατών.  Για παράδειγμα στο τρίτο κεφάλαιο της μελέτης του ανιχνεύει την επίδραση της σκηνοθεσίας, της δραματουργίας και της ηθοποιίας στην πολιτική ρητορεία , όπως και την εισαγωγή δραματικών στοιχείων σε λόγους στην εκκλησία του δήμου. Ως εκ τούτου στην ελληνιστική εποχή η πρόσληψη του δημοσίου βίου είναι μια σκηνοθετημένη παράσταση και το πολιτικό πρόσωπο ενδύεται τον μανδύα του ηθοποιού.  Ως θέαμα όμως δεν εμφανίζονται μόνον οι πολιτικές εκδηλώσεις αλλά και άλλες πολύ διαφορετικές όπως η εκτέλεση ενός τυράννου, η δημόσια εμφάνιση ενός βασιλιά, μια θρησκευτική γιορτή, η τιμητική εκδήλωση για έναν ευεργέτη, αθλητικοί ή μουσικοί αγώνες, πομπές, θυσίες  κ.ά. Ο Α.Χ. στο τέλος θα αναρωτηθεί και θα αποδείξει το πως η ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος επηρεάστηκε από αυτά τα «προσωπεία» της πολιτικής. Με αυτόν τον τρόπο οδηγεί τον αναγνώστη  στις ατραπούς σύγχρονων προβληματισμών για τον λαϊκισμό, την  αντιπροσωπευτικότητα των θεσμών, τη δυνατότητα διάδρασης των  πολιτών έναντι της εξουσίας.

Βρες το εδώ

 

 

Θανάσης Καράβατος, Φρενολογία στα ελληνικά, εκδ. συνάψεις

Η φρενολογία ανήκει στην ιστορία των αντιλήψεων για τις εγκεφαλικές εντοπίσεις των ψυχονοητικών λειτουργιών . Προς το τέλος του 19ου αιώνα θεωρήθηκε παρωχημένη από τους ιδεαλιστές και αποσιωπήθηκε από τους υλιστές.  Η φρενολογία δεν ήταν άγνωστη στην Ελλάδα ως επιστήμη και μάλιστα έχει αναφερθεί και ο Εμ. Ροΐδης σε αυτήν, έρχεται δε στη χώρα μας  μέσω της ψυχολογίας. Ειδικότερα μέσω του βιβλίου Στοιχειώδης Ψυχολογία που εξέδωσε το 1841 ο λόγιος γυμνασιάρχης της Ερμούπολης Γεώργιος Σερούιος (1783-1849). Η φρενολογία ασχολείται με την μετατόπιση των ψυχονοητικών λειτουργιών από τις κοιλίες του εγκεφάλου , όπου «κατοικούσαν από τον 4ο αι. μ.Χ στον εγκεφαλικό φλοιό. Η πρώτη φρενολογική «χαρτογράφηση» του εγκεφαλικού φλοιού «εντόπιζε» 27 ιδιότητες που καθόριζαν συμπεριφορές, χωρίς αντίστοιχη μελέτη των εγκεφαλικών περιοχών. Βασική αρχή της ήταν η παραδοχή του «έμφυτου», χωρίς να παραγνωρίζεται η επίδραση της εκπαίδευσης και των συνθηκών ζωής. Η ψυχή δεν ταυτίζεται με τον εγκέφαλο, αλλά για να παραχθεί ψυχισμός απαιτείται η λειτουργία  του. Η φρενολογία είναι ένα «πεδίο έρευνας» των επιπτώσεών της, θετικών μεν στο σωφρονιστικό και το παιδαγωγικό σύστημα, αρνητικών δε με τις ρατσιστικές τους προεκτάσεις. Ένα «ειδικό» αλλά απολύτως κατανοητό  βιβλίο με πολλές συνδηλώσεις για τον σημερινό αναγνώστη.

Βρες το εδώ

 

Γιάννης Κιουρτσάκης, Το θαύμα και η τραγωδία. Το Εικοσιένα από τον κόσμο του Ομήρου στην παγκόσμια επαρχία. Πατάκης

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης από τους λίγους που διακονούν στον λογοτεχνικό δοκιμιακό λόγο καταπιάνεται σε αυτό το βιβλίου με σειρά ερωτημάτων που σχετίζονται με την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821. Ανιχνεύει τι σημαίνει για μας τους σύγχρονους Έλληνες τούτη η ριζική τομή στην τρισχιλιόχρονη πορεία της χώρας μας.Τι αντιπροσωπεύει για τη διαχρονική Ελλάδα μια τόσο συνταρακτική ρήξη στον αρχέγονο τρόπο του κοινού μας βίου. Αν και πόσο μας μεταμόρφωσε μέσα σε δύο αιώνες. Τι κερδίσαμε και τι χάσαμε στη χορεία των χωρών της νεωτερικής Ευρώπης. Ποια πρόοδο πετύχαμε, που ηττηθήκαμε, ποιες αντιφάσεις και άλλα γεγονότα δικαιώνουν τη σημερινή μας ύπαρξη. Τι μαθαίνουμε από την ιστορία εμείς και οι ευρωπαίοι.  Ήταν ένα ρίσκο, ένα θαύμα, ένα αναπάντεχο γεγονός κόντρα σε πολλές ιστορικές αντιξοότητες η εδραίωση του νέου ελληνικού κράτους.  Όμως ακόμα και μέσα από τους δικούς της εμφυλίους η χώρα ορθοπόδησε και ανάγκασε και την υπόλοιπη Δύση να την αναγνωρίσει. Το σημερινό διακύβευμα είναι η δική μας αυτογνωσία. Η αναζήτηση «ενός νέου πατριωτισμού που δεν αντιστρατεύεται τον κοσμοπολιτισμό αλλά τον προϋποθέτει».  Ο Γιάννης Κιουρτσάκης αναρωτιέται μήπως τελικά αυτό που μας έχει προφυλάξει και διασώσει είναι το «αρχαϊκό» στοιχείο του εαυτού μας. Αυτό που κάποιοι το ονομάζουν καθυστέρηση ή κακοδαιμονία λειτουργεί από μια άλλη οπτική ως διαπαιδαγώγηση σε μια σκληρή ζωή ενώ ταυτόχρονα αυτός ο αρχαϊσμός μας χαρίζει την ελπίδα μέσα στην άκρα απελπισία. Πολλές από τις σκέψεις του Γ.Κ.  φθάνουν ως τι μέρες μας διαβλέποντας ρωγμές μιας άλλη ανάτασης μέσα από μια κρίση που σημαδεύει το σύνολο του δυτικού κόσμου.

Βρες το εδώ

 

Λάκης Προγκίδης, Τα μυστήρια του μυθιστορήματος, Από τον Κούντερα στον Ραμπελαί, μτφρ. Γ.Καράμπελας, Εστία

Ο Λάκης Προγκίδης χρόνια παλεύει με το μυθιστόρημα,  Παπαδιαμάντη και την σχέση του με το δυτικό μυθιστόρημα.  Έχει δώσει τροφή για πολλές σκέψεις αλλά και αντίλογους. Στο βιβλίο αυτό καταγίνεται πάλι με  το αγαπημένο του θέμα, την αρχή του μυθιστορήματος, τη συνέχεια και το παρόν του.  Παράλληλα αυτοβιογραφεί τις σκέψεις του. Μας κάνει κοινωνούς των δαιδαλωδών ατραπών που τον οδηγούν από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα. Αρχίζει από το «Αστείο» του Μίλαν Κούντερα, που τον έκανε να γελάσει όταν βγήκε από την φυλακή της Χούντας, προχωράει στη σύγκριση Ομήρου, Δάντη και Ραμπελαί, για να διατυπώσεις τις απαρχές του μυθιστορήματος.   Ο Ραμπελαί και δευτερευόντως ο Κούντερα μαζί με τον Παπαδιαμάντη είναι οι άξονες που τροφοδοτούν τις σκέψεις του.  Το γέλιο είναι το κλειδί , κατά τον Λ.Π. , με το οποίο ο Ραμπελαί εγκαινίασε μια καινούργια αισθητική κατηγορία της τέχνης του  μυθιστορήματος. Και μάλιστα πιστεύει ότι το φαρσικό γέλιο, στο οποίο αφιερώνει εκτενείς αναφορές είναι η αληθινή πηγή του μυθιστορηματικού γέλιου που αντιστοιχεί σε ένα ολόκληρο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Μόνον που η Ευρώπη απεμπόλησε αυτή την ιδέα από την νεωτερική της αυτό- αντίληψη. Επικαλούμενος τον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου θα τονίσει την αντιπαράθεση της «οπτικής της νεωτερικότητας» με την «ελληνική οπτική». Οι λέξεις/ έννοιες που τον παιδεύουν είναι η πρόοδος, το άτομο, η απόλαυση, ο εξανθρωπισμός. Στο μυθιστόρημα βρίσκονται οι  απαντήσεις του, ακόμα κι αν ο σύγχρονος αναγνώστης τις αγνοεί.

Βρες το εδώ

 

Thomas Wolfe, Η ιστορία μιας νουβέλας, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, Στιγμός

Έχει πάντα μεγάλο ενδιαφέρον να διαβάζεις πράγματα για την κουζίνα του συγγραφέα, πόσο μάλλον όταν ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται για το πρώτο του βιβλίου όπου τα εμπόδια αντικειμενικά και υποκειμενικά είναι απείρως υψηλότερα. Ο Thomas Wolfe έγινε νεαρός πολύ γνωστός με το Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου (1929), μυθιστόρημα που έγινε αμέσως ευπώλητο  στην Αμερική και το δεύτερο μυθιστόρημά του, ένας ποταμός λέξεων με τίτλο το Περί χρόνου και ποταμού (1935), με το οποίο έμεινε στην ιστορία της αμερικάνικης λογοτεχνίας. Στο βιβλιαράκι αυτό ο Γουλφ εισάγει τον νεαρό που θα ήθελε να γίνει συγγραφέας στα μυστικά και τις δυσκολίες του επαγγέλματος. Φυσικά για κάθε συγγραφέα οι δυσκολίες διαφέρουν αλλά πάντα βοηθά να γνωρίζεις τις δυσκολίες του άλλου. Ο Γουλφ άρχισε να γράφει χωρίς να ξέρει που θα βγει, τον καθοδηγούσε η μεγάλη αισιοδοξία του. Περιγράφει το τραυματικό κενό στο διάστημα που έχει στείλει το βιβλίο σε εκδότες και περιμένει απάντηση. Μετά αρχίζει ο γολγοθάς τού να γράψεις ένα δεύτερο βιβλίο. Νομίζει ότι αν αλλάξει τόπο συγγραφής θα εμπνευστεί και γι αυτό εγκαθίσταται στην πατρίδα του μυθιστορήματος, το Παρίσι. Εκεί ανακαλύπτει ότι η μνήμη είναι αυτή που θα τον οδηγήσει στο υλικό ενός δεύτερου βιβλίου. Γράφοντας συνειδητοποιεί ότι ναι μεν η εμπειρία οδηγεί το χέρι του αλλά αυτή δεν έχει σχέση πάντα με την αλήθεια, καθώς η φαντασία συμπληρώνει ή και αλλάζει την «αλήθεια» της «πραγματικής πραγματικότητας». Το επόμενο στοιχείο που έπρεπε να ανακαλύψει είναι η γλώσσα για να μεταγγίσει στο χαρτί αυτά που μαζεύονταν σαν εγκυμονούσα καταιγίδα στο μυαλό του. Ακολουθεί  η εύρεση και το στήσιμο των χαρακτήρων, η παρατήρηση της ανθρώπινης κατάστασης, ο κόσμος γύρω του και η αναπαράσταση του, όχι όπως ήταν στην πραγματικότητα αλλά όπως την δούλευε ο ίδιος στο μυαλό του. Και σε όλο αυτό το διάστημα της συγγραφής του δεύτερου ογκώδους βιβλίου του (Περί χρόνου και ποταμού) έπρεπε να τιθασεύει κάθε στιγμή το υλικό του, να το σμιλεύει και να το μετατρέπει σε μυθοπλασία.  Το βιβλιαράκι αυτό ανήκει στη χορεία των λίγων και εκλεκτών βιβλίων που απευθύνεται σε νέους συγγραφείς, με μυαλό και αίσθημα.

Βρες το εδώ

 

Μισέλ Ονφρέ, Οι χιονοστιβάδες του Σιλς – Μαρία, μτφρ. Μαρία Θεοχάρη, Θύραθεν

Το Σιλς- Μαρία είναι μια γραφική περιοχή στις ελβετικές Άλπεις. Τη γνωρίσαμε και από το φίλμ του Ολιβιέ Ασαγιάς «Τα σύννεφα του Σιλς – Μαρία». Είναι ο τόπος όπου ο Νίτσε εμπνεύστηκε και έγραψε τον Ζαρατούστρα. Στην περιοχή ο Νίτσε νοίκιαζε για επτά χρόνια (1881-1888) ένα μικρό οίκημα και πήγαινε τα καλοκαίρια. Κάνει μεγάλους περιπάτους οδηγώντας τα βήματά του  βαθιά μέσα στο δάσος. Αν και μισότυφλος περπατά επί ώρες σε επικίνδυνα μονοπάτια. Είναι ήδη καταβεβλημένος με πολλά προβλήματα υγείας και έχει συχνές κρίσεις. Ο ήλιος και το οξυγόνο απαλύνουν τους σωματικούς του πόνους. Εκεί γράφει τον «Ζαρατούστρα» και συλλαμβάνει την ιδέα της «αιώνιας επιστροφής».  Θεωρεί το Σιλς – Μαρία τον γενέθλιο τόπο του ήρωα του. Η Λου Σαλομέ θα γράψει ότι στον τόπο εκείνο βρήκε το ιδανικό συνδυασμό φύσης και σκέψης.  Ο συγγραφέας πιστεύει ότι οι φιλόσοφοι που τον μελέτησαν και τον αξιολόγησαν , κυρίως οι Γάλλοι νιτσεϊστές όπως οι Ζωρζ Μπατάιγ, Πιερ Κλοσοφσκί, Ζιλ Ντελέζ, Μισέλ Φουκ΄, Ζακ Ντεριντά και άλλοι δεν έδειξαν το παραμικρό ενδιαφέρον για τη ζωή του Νίτσε ως υπαρξιακή εμπειρία- πράγμα άρρηκτα συνδεδεμένο με τη σκέψη του.  Ο Ονφρέ πιστεύει ότι μελετώντας τη ζωή του Νίτσε στο ορεινό χωριό της Ελβετίας θα δούμε έναν άλλο άνθρωπο , ο οποίος δεν εξηγείται με «φασιστικές ή σταλινικές αναγνώσεις». Υποστηρίζει ότι αφήνοντας απέξω από τη μελέτη του φιλοσόφου το υπαρξιακό του προβληματισμό, στην ουσία διαστρεβλώνουμε το πνεύμα του , ειδικά με το δημοφιλές και σημαντικό έργο του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα».

Βρες το εδώ

 

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Τρεις διαλέξεις, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων

Ένα βιβλιαράκι για τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, από τη σειρά Πρόσωπα Άξια Τιμής στη βάση εκδηλώσεων που διοργανώνει το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915-2004) ήταν μια προσωπικότητα καθοριστική για την ελληνική γραμματεία. Στοχαστικός και μοναχικός, ολιγογράφος στην αρχή, επιδραστικός, συνομιλητής με τον Σεφέρη, τον Ν.Δ.Τριανταφυλλοπουλο, έδωσε ένα δικό του στίγμα στην κίνηση ιδεών της γενιάς του ΄30 και αργότερα της μεταπολεμικής πεζογραφίας. Σε αυτό το βιβλιαράκι μπορεί ο αναγνώστης να προσεγγίσει την προσωπικότητά του Ζ.Λ.   Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης δίνει με αδρές γραμμές το λογοτεχνικό/φιλοσοφικό του στίγμα και κυρίως το ποια είναι η Ελλάδα του. Τέσσερις μορφές παίρνει η χώρα στα έργα του. Εν αρχή είναι ο τόπος και κυρίως «η θαλασσινή, καλοκαιρινή Ελλάδα». Η ζωντανή σχέση με τον τόπο, τα μέτρα του και τη ζωή του αποτελεί θεμέλιο κάθε ζωντανής ερμηνείας της παράδοσης.   Το δεύτερο στοιχείο είναι οι άνθρωποι. Υποστηρίζει «τον απλό λαό, τη σοφία του και την πρωτιά του παντού στα ουσιαστικά και τα καίρια». Καλεί μάλιστα τους σπουδαγμένους να καταλάβουν ότι δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο χωριό και στα σπουδάγματά τους , «ανάμεσα στην υποθήκη της Δονούσας και στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος». Η τρίτη όψη της Ελλάδας είναι η γλώσσα, αυτή που στην ουσία διαμορφώνει την ιστορία της. Αντίθετος στο σχήμα της συνέχειας του Παπαρηγόπουλου πιστεύει ότι η γλώσσα είναι αυτή που μας καθιστά συνεχιστές ενός παλιότερου πολιτισμού. Τέλος είναι η παράδοση, όπου ο Ζ.Λ. αναμετράται με τη σχέση ορθοδοξίας και παράδοσης για να καταλήξει στην «ενότητα ελληνισμού και χριστιανισμού». Οι άλλοι δύο ομιλητές θίγουν επί μέρους ζητήματα της κληρονομιάς του Λ. Ο Μανόλης Παπουτσάκης διερευνά μια συνομιλία του Ζ.Λ. με τον Γιώργο Σεφέρη σχετικά με το ποιον δρόμο παίρνει ο διανοούμενος, αυτόν που αγνοούν οι άλλοι ή τον πιο δύσκολο και ανηφορικό. Τέλος ο Γιάννης Δημητρακάκης διερευνά την άποψη του Ζ.Λ. για την ιστορία σε σχέση με την παράδοση και τον «μύθο της αιώνιας επιστροφής».

Βρες το εδώ

 

Βάσος Καραγιώργης, Με τον Όμηρο στις μέρες του κορονοϊού, Καπόν.

Ο αρχαιολόγος και καθηγητής Βάσος Καραγιώργης, 91 ετών σήμερα, διευθυντής επί 26 χρόνια του Τμήματος Αρχαιοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και από το 1989 ως το 2010 του Ιδρύματος Αναστάσιος Γ. Λεβέντης (Λευκωσία), έγραψε από τον Μάρτιο ως τον Απρίλιο (τις μέρες του lockdown δηλαδή) το βιβλίο Με τον Όμηρο στις μέρες του κορωνοϊού. Με τον Όμηρο τον συνέδεε μια παλιά αγάπη, από τα παιδικά του χρόνια έως τα φοιτητικά και μετέπειτα τα επαγγελματικά του. Σήμερα με τον Όμηρο εκτός από τη φιλολογία ασχολείται και η αρχαιολογία και ο συγγραφέας ως αρχαιολόγος εντρυφεί  στην ομηρική μυθολογία. Στο πόνημά του ασχολείται με τις διάφορες φάσεις της ομηρικής σκέψης και ζωής. Είναι θα λέγαμε συνομιλίες με ομηρικούς ήρωες και ομηρικά γεγονότα. Στο εισαγωγικό του κείμενο αναφέρεται διεξοδικά στην αρχαιολογική έρευνα με πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Στη συνέχεια θα συνομιλήσει με το λ της Οδύσσειας για να εντρυφήσει σε αυτό που λένε γλυκιά ζωή στην ομηρική εποχή. Σε άλλο κεφάλαιο  θα αναζητήσει την έννοια του θανάτου (τανηλεγής θάνατος) στα ομηρικά έπη ενώ πιο κάτω θα τον απασχολήσουν τα χαλεπά γηρατειά. Στη συνέχεια θα ασχοληθεί με τη γυναίκα ως σύζυγο και μητέρα με προεξάρχουσες την Ανδρομάχη και την Πηνελόπη. Χωριστό κεφάλαιο θα καταλάβει η αναζήτηση του ομηρικού έρωτα και μάλιστα του σαρκικού έρωτα ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους. Φυσικά θα διερευνήσει θέματα «αιώνια» για τον γάμο, την προίκα και την «κρεβατομουρμούρα», τους γονείς, τους ξένους, τους φίλους κ.ά Μια λοξή ματιά στα ομηρικά έπη για να κατανοήσει ο αναγνώστης το υλικό αυτού του μυθικού κόσμου.

Αναζητήστε το εδώ

 

Αλίκη Βαξεβάνογλου, Οι φτωχοί και ο κοινωνικός δεσμός στον Δυτικό Μεσαίωνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Η έννοια της φτώχειας δεν ήταν πάντα η ίδια. Οι αλλαγές στην κοινωνία διαφοροποίησαν το περιεχόμενό της. Σήμερα η φτώχεια συνδέεται με την εργασία ή την απουσία εργασίας, το κοινωνικό κράτος πρόνοιας, τα επικουρικά συστήματα. Για τις νεωτερικές κοινωνίες ο ρόλος της εργασίας είναι καθοριστικός, η έλλειψη αυτής ορίζει την φτώχεια. Οι καλές εποχές στην δύση μαζί με την φροντίδα ενός κοινωνικού κράτους την ανάδειξαν στη μεγίστη σημασία της. Σήμερα η εργασία γνωρίζει την αποδόμηση της μέσα από πολλές έννοιες που κρύβουν ειδικές στρατηγικές : πλεονάζοντες εργαζόμενοι, κόστος εργασίας, ελαστική εργασία, παρτ ταιμ εργασία κτ.λ. Δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Την εποχή του Μεσαίωνα που εξετάζει η συγγραφέας το αντίθετο των φτωχών δεν ήταν οι πλούσιοι αλλά οι ισχυροί. Οι φτωχοί ήταν οι άρρωστοι, οι χήρες, τα ορφανά που προστάτευε κυρίως οι εκκλησία. Τους υπόλοιπους φτωχούς προστάτευε ο άρχοντας. Είναι οι ισχυροί άρχοντες που με τον στρατό τους έχουν υπό την ομπρέλα τους τους πληβείους. Στο τέλος του Μεσαίωνα αυτή η σχέση αλλάζει καθώς δημιουργούνται τα άστη και οι πλούσιοι που ελέγχουν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και το χρήμα. Η συγγραφέας/ερευνήτρια εξετάζει διεξοδικά την κατάσταση των φτωχών από τον 11ο αιώνα έως το τέλος του, τον 14ο αιώνα. Αν και όπως παρατηρεί η Α.Β. η κατάσταση των φτωχών στον Μεσαίωνα δεν μπορεί να υπολογιστεί με σημερινά μετρικά συστήματα, με την εργασία της φωτίζει πτυχές της ζωής τους, ξεδιαλύνει παρανοήσεις όπως π.χ. τη θρυλούμενη αλόγιστη εκμετάλλευση των αγροτών από τους χωροδεσπότες τους. Ακόμα και η οικονομία τότε είχε δικές της μεθόδους συναλλαγής μεταξύ των αγροτικών πληθυσμών, δικές τους μεθόδους ανακατανομής του πλούτου που δεν υπακούουν στις σημερινές οικονομικές στατιστικές. Η συγγραφέας καταλήγει ότι η ανισότητα δεν είναι μόνον οικονομική αλλά  πρωτίστως μια κοινωνική, ιδεολογική, πολιτιστική και πολιτική κατασκευή.

Βρες το εδώ

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΈνας λιγότερος αρραγής Χριστιανόπουλος (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)
Επόμενο άρθροΦερνάντο Σορεντίνο: Η διηγηματογραφία του ασυνήθιστου (συνέντευξη στον Ελ.Μακεδόνα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ