15 επίκαιρες πολιτικές και ιστορικές μελέτες(του Σπύρου Κακουριώτη)

0
223

 

του Σπύρου Κακουριώτη

 

Σε απόσταση… αναπνοής από τις τριπλές κάλπες της 26ης Μαΐου, είναι φυσικό οι πολιτικές μελέτες, ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται αμεσότερα με τα επίδικα των επερχόμενων εκλογών (και αυτά είναι πολλά) να προκαλούν το ενδιαφέρον μας, ακόμη και εκείνες των οποίων ο επικαιρικός χαρακτήρας είναι προφανής –ας μην βιαστούμε να υποθέσουμε ότι αυτό προδικάζει την ποιότητα της σκέψης και των επιχειρημάτων που περιλαμβάνουν…

 

Σταύρος Τσακυράκης, Δικαιοσύνη, η ουσία της πολιτικής, Μεταίχμιο

Τις ιδέες της δικαιοσύνης και της ελευθερίας που (θα πρέπει να) βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής υπηρέτησε αταλάντευτα, με όλο του το πνευματικό και ηθικό κύρος, ο Σταύρος Τσακυράκης, σε ολόκληρη τη ζωή του, που δυστυχώς διακόπηκε πρόωρα. Είτε ως στέλεχος του Ρήγα Φεραίου και της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης του Πολυτεχνείου το 1973 είτε ως γνήσια φιλελεύθερος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, αυτές οι ιδέες υπήρξαν το καθοδηγητικό νήμα του δημόσιου, ακαδημαϊκού και πολιτικού, βίου του. Σε αυτήν την μεταθανάτια έκδοση συγκεντρώνονται τα κυριότερα γραπτά που δημοσίευσε στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, σε εφημερίδες και ιστοσελίδες· κείμενα στα οποία καταγράφονται οι σκέψεις και οι αγωνίες ενός ώριμου και μαχόμενου πολίτη και πανεπιστημιακού, που εξέφραζε άφοβα και διαρκώς τις απόψεις του. Μέσα από αυτά τα –αναγκαστικά επικαιρικά– κείμενα, ο αναγνώστης μπορεί να έρθει σε επαφή με τις ιδέες του για μια σειρά εξόχως πολιτικών ζητημάτων: από τη δημοκρατία, την πολιτική και το Σύνταγμα μέχρι τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία του λόγου και τη δικαιοσύνη.

 

Νίκος   Μαραντζίδης – Γιώργος Σιάκας, Στο όνομα της αξιοπρέπειας. Οι ανατροπές της κοινής γνώμης στα χρόνια των Μνημονίων, Παπαδόπουλος

Πολιτικοί επιστήμονες και στελέχη της Μονάδας Ερευνών του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, οι δύο πανεπιστημιακοί παρακολούθησαν βήμα το βήμα την ελληνική κρίση και τις ανατροπές που προκάλεσε στις στάσεις της κοινής γνώμης από το ξέσπασμά της, πριν από δέκα χρόνια. Συνδυάζοντας έναν μεγάλο όγκο δημοσκοπικών δεδομένων με επιλεγμένες μαρτυρίες καθημερινών ανθρώπων, στη μελέτη τους αυτή επιχειρούν να σκιαγραφήσουν τις τεκτονικές μετατοπίσεις της κοινής γνώμης –και, εμμέσως, του εκλογικού σώματος– από το πρώτο μούδιασμα στην οργή και την αγανάκτηση κι από εκεί στην ελπίδα, την απογοήτευση και, εντέλει, στην παραίτηση. Η προσέγγιση των δύο ερευνητών, παραμένοντας σε αυστηρά επιστημονικό πλαίσιο, χαρακτηρίζεται από ενσυναίσθηση για το αντικείμενο της μελέτης τους, για την αγανάκτηση όσων κατέκλυσαν τις πλατείες, αλλά και για την αναγνώριση των στοιχείων εκείνων, μέσα από τα πολυποίκιλα αιτήματά τους, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αναζωογονητικά για τη δημοκρατία μας. Πέρα από τις αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας στα μεγάλα θέματα της περιόδου, από τα Μνημόνια και το ευρώ έως το προσφυγικό και το Μακεδονικό, στις σελίδες της ανά χείρας μελέτης εικονογραφείται με ζοφερά χρώματα ένα τοπίο συναισθημάτων, τα οποία κινητοποίησαν τους πολίτες μέσα στην κρίση. Ένα τοπίο όπου κυριαρχεί η οργή, η ανασφάλεια, μα πάνω απ’ όλα το αίσθημα της χαμένης αξιοπρέπειας…

 

Σωτήρης Βαλντέν, Η Αριστερά στην κυβέρνηση, Πρέσπες, Ευρώπη, Θεμέλιο

«Κείμενα για μια περιπετειώδη πενταετία» χαρακτηρίζει τα άρθρα που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο ο Σωτήρης Βαλντέν, πρώην στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθηγητής σήμερα στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ για τις ευρωεκλογές. Πρόκειται για κείμενα παρέμβασης, γραμμένα κατά την πενταετία 2014-2019, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα, τα οποία αναφέρονται στην πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία, το δραματικό πρώτο εξάμηνο και την τετραετία της δεύτερης κυβέρνησης Τσίπρα, καθώς και στις εξελίξεις και τα διλήμματα στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Το δεύτερο μέρος ασχολείται με το Μακεδονικό, τη Συμφωνία των Πρεσπών και την εξωτερική πολιτική, καθώς και με τις εξελίξεις και την κρίση στην Ευρώπη. Εδώ ο συγγραφέας αναλύει τη Συμφωνία των Πρεσπών και αντικρούει τα εθνικιστικά επιχειρήματα εναντίον της, ενώ αναφέρεται και σε πτυχές των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν στις σελίδες του βιβλίου τα επίκαιρα ευρωπαϊκά θέματα, όπου συζητά τη στρατηγική για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς και αναλύει την εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εγνωσμένων φιλοευρωπαϊκών πεποιθήσεων, το ιστορικό στέλεχος της ανανεωτικής και δημοκρατικής Αριστεράς αντιμάχεται τις πολιτικές που παράγουν λιτότητα, ανεργία, ακραίες ανισότητες και ανασφάλεια, με αποτέλεσμα την άνοδο της ακροδεξιάς και του εθνικισμού, σε Ελλάδα και Ευρώπη, καλώντας σε συστράτευση όλων των προοδευτικών δυνάμεων σε αυτήν την προοπτική.

 

Γιάννης Μπαλαμπανίδης (επιμ.), ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα εν κινήσει, Θεμέλιο

Μπορεί το έργο του Meynaud Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα να αποτελεί, τρόπον τινά, το θεμέλιο για τη συγκρότηση της ελληνικής πολιτικής επιστήμης, όμως μεταπολιτευτικά μόνο το ΠΑΣΟΚ ήταν εκείνο που συγκέντρωσε το ερευνητικό ενδιαφέρον των πολιτικών επιστημόνων, με αποτέλεσμα μια σειρά μονογραφιών και συλλογικών τόμων που επιχειρούσαν να ερμηνεύσουν και να ταξινομήσουν το «φαινόμενο ΠΑΣΟΚ». Ο ανά χείρας τόμος είναι η πρώτη απόπειρα μιας νεότερης γενιάς ερευνητών να μελετήσουν πολύπλευρα ένα ‘άλλο «φαινόμενο», τον ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που αναδύθηκε αιφνιδίως, προκάλεσε (και συνεχίζει να προκαλεί) έντονα πάθη, για να εκτοξευθεί Από τη διαμαρτυρία στη διακυβέρνηση, όπως υπογραμμίζει και ο υπότιτλος του έργου. Αυτή ακριβώς η διαρκής κίνηση και μεταμόρφωση αποτελεί και τη μεγαλύτερη πρόκληση για τους μελετητές του –να εξετάσουν ένα κόμμα εν κινήσει, που ήδη πριν την κρίση επανεπινοεί ριζικά τον εαυτό του και μέσα στην κρίση επαναπροσδιορίζεται διαρκώς. Αποφεύγοντας να προσεγγίσουν δεοντολογικά το «φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ», να το εντάξουν, δηλαδή, με το ζόρι, σε ήδη έτοιμες κατηγοριοποιήσεις της πολιτικής επιστήμης ή, πολύ χειρότερα, να εγκλωβιστούν σε μια συζήτηση περί δικαίωσης ή προδοσίας, οι συγγραφείς εξετάζουν τον ΣΥΡΙΖΑ μέσα από προσεγγίσεις που αφορούν την εκλογική κοινωνιολογία, την κομματική οργάνωση και στρατηγική, τα κοινωνικά κινήματα, τον πολιτικό λόγο και την ιδεολογία, την ιστορία, το κράτος και τις δημόσιες πολιτικές, τον κομματικό ανταγωνισμό, τη συγκριτική πολιτική. Κοινή, όπως σημειώνει ο επιμελητής του τόμου, είναι η διερώτηση: «πώς θα μπορούσαμε να εννοιολογήσουμε το πολιτικό πρόταγμα που εκλεκτικιστικά συνθέτει ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και να ερμηνεύσουμε την ανθεκτικότητα που δείχνει να έχει, καθώς διά της ιδεολογικής (του) αμφισημίας εγκαθίσταται ως βασικός πόλος της ελληνικής πολιτικής ζωής».

 

Γιώργος Ν. Πολίτης, Εξουσιαστική αριστερά, Αλεξάνδρεια

Σε αντίθεση με τους συναδέλφους του πολιτικούς επιστήμονες, ο καθηγητής κοινωνικής φιλοσοφίας Γ. Πολίτης αντιμετωπίζει τη σχέση Αριστεράς και εξουσίας μάλλον με δεοντολογικούς όρους, συγκροτώντας έναν κανόνα με βάση τον οποίο επιχειρεί να «μετρήσει» επαγγελίες και πρακτικές, εντοπίζοντας αντιφάσεις και αναδεικνύοντας, παράλληλα, τον πειρασμό του αυταρχισμού που διακρίνει στην «εξουσιαστική Αριστερά» –ιδιαίτερα στην πεποίθηση ότι αυτή μόνη κατέχει τα κλειδιά του βασιλείου της γνώσης, αντίληψη η οποία απουσιάζει από την (γνήσια) φιλελεύθερη και αναρχική σκέψη. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην πολεμική απέναντι στο «επιχείρημα» του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς, η αποδοχή του οποίου, κατά τον συγγραφέα, οδήγησε στη μεταπολιτευτική ιδεολογική κυριαρχία της, η οποία, όπως ισχυρίζεται, προσφεύγοντας στην προπαγάνδα και στον ανορθολογισμό, βύθισε την κοινωνία σε ένα τέλμα προκαταλήψεων και ανοησίας –εξ ου και ο, ανοίκειος μάλλον, υπότιτλος …και η κρυφή γοητεία της ανοησίας.

 

Jason Stanley, Πώς λειτουργεί ο φασισμός, Μεταίχμιο

Η Ευρώπη γίνεται και πάλι μια σκοτεινή ήπειρος, όπου οι δυνάμεις που μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο θεωρούνταν ηττημένες για πάντα κάνουν ξανά απειλητικές την εμφάνισή τους, έχοντας ή μετέχοντας στην κυβερνητική εξουσία ή κάνοντας θορυβωδώς την είσοδό τους στα δημοκρατικά κοινοβούλια. Όμως το φαινόμενο δεν είναι μονάχα ευρωπαϊκό· τραγική απόδειξη η Βραζιλία του Μπολσονάρο ή και τα κινήματα της «λευκής υπεροχής» στις ΗΠΑ. Παιδί προσφύγων του Β’ Παγκόσμιου πολέμου, ο καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Γέιλ Jason Stanley επιχειρεί να παράσχει τα κατάλληλα εργαλεία στους αναγνώστες του προκειμένου να μπορούν να αναγνωρίζουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του φασιστικού φαινομένου, έτσι όπως ανιχνεύονται (και) στη σύγχρονη πολιτική πρακτική. Αντλώντας στοιχεία από την ιστορία, τη φιλοσοφία και παραδείγματα από την Αμερική του 19ου έως τη Γερμανία του 20ού και την Ινδία του 21ου αιώνα, προχωρά σε μια ταξινόμηση των χαρακτηριστικών της φασιστικής πολιτικής, που παραμένουν ενεργά ακόμη και σήμερα: προπαγάνδα για το μυθικό παρελθόν, αντιδιανοουμενισμός, ψέμα, ιεραρχία, θυματοποίηση, νόμος και τάξη, σεξουαλικό άγχος, διάλυση της κοινωνικής πρόνοιας, αποτελούν μερικά από αυτά, εύκολα αναγνωρίσιμα σε πλευρές της πολιτικής ζωής των σύγχρονων κοινωνιών μας.

 

  1. A. Kaspi – H. Harter, Οι αμερικανοί πρόεδροι, από τον Τζορτζ Ουάσιγκτον στον Ντόναλντ Τραμπ, Μεταίχμιο

Συχνά, αναφερόμενοι στον αμερικανό πρόεδρο, χρησιμοποιούμε τον όρο «πλανητάρχης», αναγνωρίζοντας έτσι, εμμέσως, τη μεγάλη ισχύ που συγκεντρώνει το προεδρικό αξίωμα, παρά τη σχετική υποχώρηση της συνολικής ισχύος των ΗΠΑ στη διεθνή κονίστρα. Η ενίσχυση της εκτελεστικής σε βάρος των άλλων δύο εξουσιών δοκιμάζει το περίτεχνο σύστημα ελέγχων και εξισορρόπησης που χαρακτηρίζει τους αμερικανικούς θεσμούς, όπως δείχνουν οι ποικίλες περιπέτειες της προεδρίας Τραμπ. Όπως όμως δείχνουν οι δύο γάλλοι ιστορικοί στη μελέτη τους, ο Τζορτζ Ουάσινγκτον διέθετε πολύ λιγότερες εξουσίες από τον 40ό διάδοχό του. Μέσα από την εξιστόρηση της διαδρομής από τους «Ιδρυτές Πατέρες» μέχρι τον Τραμπ, ξετυλίγουν την πολιτική ιστορία των ΗΠΑ, επικεντρώνοντας παράλληλα στην ιστορία της θεσμικής συγκρότησής της, εξηγώντας τις «εξωτικές» για τον ευρωπαίο αναγνώστη ιδιομορφίες της: από τις προκριματικές εκλογές και το σύστημα των εκλεκτόρων μέχρι την Σούπερ Τρίτη ή τις ενδιάμεσες εκλογές.

 

Φρ. Αμπατζοπούλου, Π. Μπουκάλας, Κ. Παπαγεωργίου (επιμ.), Τέχνη και Δημοκρατία, Ίδρυμα της Βουλής

Η πολύπλοκη σχέση τέχνης και δημοκρατίας, που δεν είναι δεδομένη, ούτε μονοδιάστατη, βρίσκεται στο επίκεντρο των αναλύσεων των κειμένων που συνθέτουν τον ανά χείρας τόμο, ο οποίος περιλαμβάνει τις ανακοινώσεις που παρουσιάστηκαν στο ομότιτλο συνέδριο το οποίο διοργάνωσε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, τον Δεκέμβριο του 2017. Εξετάζοντας πολυπρισματικά τα πεδία της δημοκρατικής πολιτικής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθώς και τις μεταξύ τους εντάσεις, ερευνητές από διαφορετικά γνωστικά πεδία (φιλοσοφία, πολιτικές επιστήμες, ιστορία των ιδεών, αισθητική, θεωρία και κριτική της λογοτεχνίας, μουσικολογία, θεατρολογία, επιστήμες του χώρου) προχωρούν σε έναν διεπιστημονικό διάλογο, επιχειρώντας «να γεφυρώσουν τη διαφορά ανάμεσα στους διαφορετικούς λόγους περί τέχνης», όπως σημειώνουν οι επιμελητές. Οι συμβολές στον τόμο οργανώνονται σε τέσσερις θεματικές, αλλά κυρίως χρονολογικές ενότητες, που καλύπτουν τους δύο τελευταίους αιώνες, αλλά και τη σύγχρονη εποχή («Τέχνη, δημοκρατία, κρίση: Άλλοι κόσμοι, άλλες γλώσσες, ίδιες έννοιες», «19ος αιώνας: Επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις και ο ρόλος του καλλιτέχνη», «Υπάρχουν “μικρόψυχοι καιροί για την τέχνη”; Μεταξύ δύο πολέμων», και «Οδεύοντας προς το σύγχρονο»).

 

Σ. Βλαχόπουλος, Δ. Καιρίδης, Α. Κλάψης (επιμ.), Η δικτατορία των συνταγματαρχών: Ανατομία μιας επταετίας, Πατάκης, 2019

Η συμπλήρωση 50 χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 στάθηκε αφορμή για να δει το φως της δημοσιότητας μια πλούσια συγκομιδή από ερευνητικές μελέτες σχετικά με την έως τώρα παραμελημένη ιστορική περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Καρπός μιας από τις επιστημονικές εκδηλώσεις που διεξήχθησαν το 2017, ο ανά χείρας τόμος περιλαμβάνει εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν σε συνέδριο του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου. Προσανατολισμένες, οι περισσότερες, στην πολιτική ιστορία της περιόδου, εστιάζουν περισσότερο στην ιδεολογική και θεσμική διάσταση του καθεστώτος, τη θέση της ελληνικής περίπτωσης στην ευρύτερη διεθνή συζήτηση περί αυταρχικών καθεστώτων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων τη συγκεκριμένη εποχή, τη σχέση της δικτατορίας με το διεθνές σύστημα. Φωτίζονται έτσι λιγότερο γνωστές πτυχές της πολιτείας του δικτατορικού καθεστώτος, όμως ο αναγνώστης που θα αναζητούσε στοιχεία για την κοινωνική ιστορία της περιόδου, θα έκλεινε τον τόμο μάλλον απογοητευμένος. Είναι ενδεικτικό ότι τα κείμενα που φιλοξενούνται στο δεύτερο μέρος, σχετικά με την «αντίδραση της κοινωνίας των πολιτών» περιορίζονται στις (ήδη αρκετά μελετημένες) περιπτώσεις του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και του Γιώργου Σεφέρη, καθώς και σε μια περισσότερο πρωτότυπη έρευνα για τις κοινωνικές επιστήμες και την αντιδικτατορική αντίσταση –πρακτικά, τις θεωρητικές προϋποθέσεις δράσης της Δημοκρατικής Άμυνας.

 

Ιωάννης Βαρτζόπουλος (επιμ.), Ο ελληνικός εμφύλιος: Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, Αρμός

Η έννοια του τραύματος, κομβική για μεγάλο μέρος της σύγχρονης ιστοριογραφίας, ιδιαίτερα του 20ού αιώνα, αποτελεί δάνειο από την ψυχανάλυση –η οποία με τη σειρά της την έχει δανειστεί από την ιατρική. Ιστορικά γεγονότα «ολικά», κατεξοχήν το Ολοκαύτωμα, αλλά και η Κατοχή ή ο Εμφύλιος, μελετώνται συχνά μέσα από τις εννοιολογήσεις του τραύματος και της τραυματικής μνήμης. Η διαρκής, αλλά διαφοροποιημένη, επίδραση αυτών των γεγονότων στις επόμενες γενιές, μέσω της διαγενεακής μνήμης, επιτρέπει στην ψυχανάλυση να διεκδικήσει την «επιστροφή» του δανείου και να μελετήσει, με τα δικά της ερμηνευτικά εργαλεία, τις ιστορικές αυτές κατηγορίες, τα «ολικά» γεγονότα και το αποτύπωμά τους στο άτομο και στην κοινωνία. Ειδικά όταν έχει να κάνει με ένα γεγονός όπως είναι ο εμφύλιος πόλεμος, με καταλυτικές επιπτώσεις, ακόμη και σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά το τέλος των μαχών. Ο λόγος της ψυχανάλυσης, όπως εκφράζεται στον ανά χείρας τόμο από τις συμβολές των ψυχαναλυτών και ψυχιάτρων Δημήτρη Αναστασόπουλου, Ιωάννη Βαρτζόπουλου, Χρυσής Γιαννουλάκη, Κώστα Ζερβού, Νίκου Λαμνίδη και Στέλιου Στυλιανίδη, μας επιτρέπουν να ανιχνεύσουμε τους τρόπους ασυνείδητης διαγενεακής μεταβίβασης των βιωμάτων αυτών, και τη συμμετοχή τους στη διαμόρφωση της ενδοψυχικής πραγματικότητας των αναλυομένων, ενώ ο διάλογός τους με τους ιστορικούς Αντώνη Λιάκο και Τάσο Σακελλαρόπουλο, τον κοινωνιολόγο Αντώνη Παπαρίζο και τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα, συγκροτεί ένα γόνιμο πεδίο διεπιστημονικής έρευνας του Εμφυλίου και της «μακράς σκιάς» του στο σήμερα.

 

Δήμητρα Πατρωνίδου, Απόπειρες εκπαιδευτικού εκβουλγαρισμού, 1941-1944, Επίκεντρο

Αν επιχειρούσε κανείς να τοποθετήσει σε κάποια «αξιολογική» κλίμακα τις τρεις δυνάμεις του Άξονα που πρωταγωνίστησαν στην τριπλή κατοχή της Ελλάδας στα 1941-1944, με βάση τα αισθήματα των συγκαιρινών τους, αναμφίβολα η βουλγαρική κατοχή θα αποδεικνυόταν η πλέον απεχθής και επικίνδυνη, για το σύνολο των Ελλήνων που ζούσαν είτε σε κάποια από τις τρεις ζώνες κατοχής (βουλγαρική, ιταλική, γερμανική) είτε εκτός συνόρων, στη Μέση Ανατολή. Κι αυτό γιατί η φασιστική Βουλγαρία δεν επεδίωκε απλώς την κατοχή αλλά την κατάκτηση, την ενσωμάτωση της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας, στα εδάφη της οποίας εισήλθε για τρίτη φορά ως δύναμη κατοχής μέσα σε μια τριακονταετία. Ακριβώς γι’ αυτό ακολούθησε πολιτική βίαιου εκβουλγαρισμού, σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής. Η Δ. Πατρωνίδου μελετά αυτήν ακριβώς τη διαδικασία στον χώρο της εκπαίδευσης, ανιχνεύοντας τους μηχανισμούς που τέθηκαν σε λειτουργία, προκειμένου να επιβληθεί μια ενιαία εθνική γλώσσα και ιδεολογία στους πληθυσμούς που κατοικούσαν εκεί. Χρησιμοποιώντας αρχειακό υλικό της περιόδου 1941-1944, όπως τα αρχεία του βουλγαρικού Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, το βουλγαρικό περιοδικό Σχολική Επιθεώρηση κ.ά., αλλά και δευτερογενή βουλγαρική βιβλιογραφία, η μελέτη της έρχεται να ενταχθεί στη γενικότερη συζήτηση για τις διαδικασίες οικοδόμησης έθνους στα Βαλκάνια. Σε αυτήν την κατεύθυνση, εξετάζεται η προσπάθεια του σύγχρονου κράτους να παρέμβει στη διαδικασία των συνεχιζόμενων μεταλλάξεων των εθνικών ταυτοτήτων, γεγονός που αποτελεί και «τη σπονδυλική στήλη» του Μακεδονικού Ζητήματος, παλαιού και νέου.

 

Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου (επιμ.), Ιστορίες λιανικού εμπορίου, 19ος-21ος αιώνας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Ιστορίες των προσώπων, των εταιρειών, των αγορών, των αντικειμένων, ιστορίες συναισθημάτων και αναπαραστάσεων κρύβονται πίσω από την ιστορία του λιανικού εμπορίου, όπως αναδεικνύεται μέσα από τις συμβολές που συγκροτούν τον ανά χείρας τόμο. Με βασική αναλυτική και ερμηνευτική κατηγορία την κατανάλωση, οι συγγραφείς επιχειρούν να αναδείξουν την πορεία του λιανικού εμπορίου μέσα στους δύο αιώνες ελεύθερου βίου του ελληνικού κράτους. Επίκεντρο της ιστορικής αφήγησης η Αθήνα, η διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της οποίας συνδέεται άρρηκτα με την εκάστοτε χωροθέτηση των εδραίων αγορών, όπως δείχνει η Ευφροσύνη Ρούπα, μελετώντας τη μετάβαση από την οθωμανική στην οθωνική πόλη, ή η Ίρις Πολύζου, μελετώντας τις γεωγραφίες του εμπορίου των μεταναστών στη σύγχρονη πόλη. Αν η αγορά διαμορφώνει την πόλη, η διόγκωση αυτής της τελευταίας διαμορφώνει και τις μορφές του εμπορίου, επιτρέποντας την επί μακρόν επιβίωση προνεωτερικών μορφών εμπορίας, όπως οι πλανόδιοι που εξετάζει ο Νίκος Ποταμιάνος. Όμως και τα ίδια τα προϊόντα γράφουν τη δική τους ιστορία, όπως δείχνουν ο Ηλίας Καφάογλου, μελετώντας την εμπορία αυτοκινήτων κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, ή ο Κώστας Κατσούδας, διερευνώντας την τύχη των καφενείων και των καφεπωλών σε μια εποχή που το προϊόν εμπορίας τους σπάνιζε, στην περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Αθήνα. Τέλος, η κατανάλωση και η μόδα αφήνουν το αποτύπωμά τους –και συνεπώς μπορούν να μελετηθούν και να ιστορικοποιηθούν– μέσα από πηγές κάθε άλλο παρά οικονομικές, όπως είναι η λογοτεχνία, που μελετά η Έρη Σταυροπούλου, αναζητώντας τους μετασχηματισμούς που οδηγούν από την οικοτεχνία στο λιανικό εμπόριο στην αποτύπωση του ενδύματος στην πεζογραφία της περιόδου.

 

Μ. Ζ. Κοπιδάκης – Μ. Α. Καραγιάννη, Ελευθέριος και Μαρία Βενιζέλου: Η αλληλογραφία (1889-1890), Καστανιώτης

Μια διετία από τη ζωή του Ελευθερίου Βενιζέλου, όταν βρέθηκε εξόριστος στην Αθήνα, έπειτα από το αποτυχημένο επαναστατικό κίνημα του 1889, εξετάζεται, φαινομενικά, μέσα από την αλληλογραφία του εξόριστου νεαρού δικηγόρου –και ήδη εκλεγμένου πληρεξουσίου με τους Φιλελευθέρους στην Κρητών Συνέλευση που προέβλεπε η Σύμβαση της Χαλέπας του 1878 και το ημιαυτόνομο πολίτευμα που παραχώρησε η Πύλη στη Μεγαλόνησο. Ο Βενιζέλος, αν και διαφωνούσε με το κίνημα, στάθηκε αλληλέγγυος προς τους επαναστάτες και για να μη συλληφθεί κατέφυγε στην πρωτεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου, απ’ όπου αλληλογραφεί με την νεαρή μνηστή του, Μαρία Ελευθερίου, η οποία είχε παραμείνει στα Χανιά. Στην αλληλογραφία τους διακρίνει κανείς ανάκατα πολιτικές εκτιμήσεις, ερωτικά αισθήματα, αναπολήσεις και σχέδια για το κοινό μέλλον, προβλήματα της καθημερινότητας, όπως το δριμύ ψύχος ή οι ταλαιπωρίες του νεαρού Ελευθέριου με την εκμάθηση της γαλλικής κ.ά. Στην πραγματικότητα, όμως, το σώμα αυτών των 97 επιστολών, που επιμελήθηκε με εκτενή υπομνηματισμό η Μ. Καραγιάννη, δίνει την ευκαιρία στον Μ. Ζ. Κοπιδάκη, στην εκτενή εισαγωγή του (που καταλαμβάνει την μισή, περίπου, έκταση του τόμου) να σχολιάσει ευρύτερες πτυχές του Κρητικού Ζητήματος, την αλληλουχία των γεγονότων, την επανάκαμψη του ισλαμικού φανατισμού και την αποτυχία της οθωμανοποίησης των χριστιανών. Παράλληλα, διερευνώνται αναλυτικότερα η διαμονή του Βενιζέλου στην Αθήνα, καθώς και οι προσωπικότητες των δύο νεαρών εραστών.

 

Θάνος Βερέμης (επιμ.), Τριπολιτσά – Μεσολόγγι, πολιορκία και άλωση, Μεταίχμιο

Δύο αλώσεις, δύο κομβικά πολεμικά γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης, που προκάλεσαν τον αποτροπιασμό και τη συγκίνηση της διεθνούς φιλελληνικής κοινής γνώμης, εξετάζει μέσα από την ανθολόγηση των πηγών της εποχής ο καθηγητής Θάνος Βερέμης. Η πτώση της Τριπολιτσάς, της διοικητικής πρωτεύουσας των Οθωμανών στην Πελοπόννησο, στα χέρια των Ελλήνων κατά τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης, υπήρξε αναμφίβολα η πρώτη σημαντική νίκη των επαναστατικών δυνάμεων υπό την καθοδήγηση του Κολοκοτρώνη. Το λουτρό αίματος που συνόδευσε, όμως, την είσοδο των Ελλήνων στην πολιορκημένη πόλη, κατά παράβαση κάθε νόμου του πολέμου και της ανθρώπινης ηθικής, προκάλεσε την αποστροφή και τον αποτροπιασμό των ευρωπαίων φιλελλήνων. Όπως ακριβώς, λίγα χρόνια αργότερα, η πτώση του Μεσολογγίου στα χέρια των Οθωμανών προκάλεσε τον θαυμασμό αλλά την απογοήτευση, καθώς σήμανε το τέλος της Επανάστασης στη δυτική Στερεά Ελλάδα. Τα δύο αυτά γεγονότα καταγράφονται λεπτομερώς από αυτόπτες ή αυτήκοους μάρτυρες, λόγιους ή αυτοδίδακτους, στις σελίδες των απομνημονευμάτων που γράφτηκαν μετά το τέλος του πολέμου και την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Ανθολογώντας από τις μαρτυρίες των Δημητρίου Αινιάν, Νικόλαου Κασομούλη, Νικολάου Σπηλιάδη, Σπυρομίλιου, Γεώργιου Τερτσέτη, Φωτάκου κ.ά., ο Θάνος Βερέμης προσφέρει στον αναγνώστη μια συνεκτική εξιστόρηση των δύο αυτών κομβικών ιστορικών γεγονότων.

 

Michel Kaplan, Γιατί το Βυζάντιο; Μια αυτοκρατορία έντεκα αιώνων, Μεταίχμιο

Επιλέγοντας να τιτλοφορήσει το βιβλίο του όπως και το ομότιτλο έργο της Ελένης Αρβελέρ, ο γάλλος βυζαντινολόγος Μισέλ Καπλάν, ομότιμος πλέον καθηγητής και πρώην πρύτανης του πανεπιστημίου της Σορβόννης (Paris I), αποτίει φόρο τιμής στην προκάτοχό του, πάνω στα χνάρια της οποίας βαδίζει στη δική του σύνοψη της ιστορίας της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας. Ερμηνεύοντας τη μακροβιότητά της βάσει της αυτοκρατορικής ιδεολογίας που συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια των έντεκα αιώνων της ύπαρξής της, προσφέρει στον αναγνώστη μια ευσύνοπτη και ταυτόχρονα κριτική αποτίμηση της ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εστιάζοντας στην πολιτική ιδεολογία, τους θεσμούς, τη δημόσια διοίκηση, το φορολογικό σύστημα, την οικονομία, το δίκαιο, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό. Ταυτόχρονα, ο γάλλος βυζαντινολόγος εντάσσει την αυτοκρατορία στα πολιτικά συμφραζόμενα της εποχής της, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο επηρέασε και επηρεάστηκε από τις σχέσεις της με τους γείτονές της, βόρειους, ανατολικούς και δυτικούς (με μεγαλύτερη έμφαση σε αυτούς τους τελευταίους), ενώ παράλληλα εξετάζει με κριτική ματιά την πολιτεία αυτοκρατόρων που πολλές φορές χωρίς περίσκεψη τους αποδίδεται ο τίτλος του «μεγάλου», όπως ο Ιουστινιανός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here