Ο πόλεμος καλλιτεχνική πανστρατιά (της Αγγέλας Καστρινάκη)

0
1221
Από το Μέτωπο, από αριστερά στη φωτογραφία όρθιοι: Δ. Γαλερίδης (δημοσιογράφος), Γεώργιος Καρτάλης (υπουργός), Δ. Θιβαδόπουλος ( καθηγητής), Γεώργιος Θεοτοκάς ( συγγραφέας), Συμεόνογλου (βιομήχανος) Κώστας Μάγερ (δημοσιογράφος). Καθιστοί: Ευ. Μαγκλιβέρας (βαρύτονος), Λάμπρος Κωνσταντάρας (ηθοποιός) Κώστας Σάμιος ( τενόρος) και Τσαλίκης (έμπορος)

 

Η Αγγέλα Καστρινάκη στο πρώτο κεφάλαιο της μελέτης της για τη λογοτεχνία στη δεκαετία 1940-1950 αναφέρει ότι η πανστρατιά στον ελληνοϊταλικό πόλεμο δεν είναι μύθος. Μύθος, όπως σημειώνει σήμερα είναι ότι οι λογοτέχνες αντιστάθηκαν μεμιάς, μόλις ξεκίνησε η Κατοχή. Αυτό δεν ισχύει: τον πρώτο ενάμιση χρόνο έγραφαν για ευτυχισμένα καλοκαίρια σε ηλιόλουστα νησιά, για μεγάλους έρωτες, για την ανάγκη της πανανθρώπινης αγάπης – μια τέχνη φυγής που επίσης οφείλουμε να καταλάβουμε.

 

Μέρος Πρώτο: Κατοχή
Κεφάλαιο 1
Ο πόλεμος· καλλιτεχνική πανστρατιά
Πράγματι νυν υπέρ πάντων ο αγών
Ζήτω η Ελλάς
Ζήτω η Αγγλία
Που πολεμάν γι’ αυτά που αγαπάμε

Όταν ακόμα και ο υπερρεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος συντάσσει τέτοιους στίχους στις 28.10.1940, μπορούμε εύκολα να εννοήσουμε το κλίμα της ψυχικής και καλλιτεχνικής πανστρατιάς, την ώρα που κηρύχτηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος (1).
Πράγματι: η 28η Οκτωβρίου του 1940 σήμανε για την ελληνική λογιοσύνη μια γενική συστράτευση. Όλοι επιδίωξαν να βρεθούν στο μέτωπο, ακόμα και όσοι είχαν προβλήματα υγείας, όπως ο Γιάννης Μπεράτης, ακόμα και όσοι δεν γίνονταν ανεπιφύλακτα δεκτοί για πολιτικούς λόγους, όπως ο Γιώργος Θεοτοκάς. «Αξίζει να είναι κανείς Έλληνας τις μέρες αυτές», γράφει ο τελευταίος στο ημερολόγιό του(2).
Στο μέτωπο, στην πρώτη γραμμή ή στη δεύτερη, βρέθηκαν πολλοί από όσους είχαν διαδραματίσει κιόλας κάποιο ρόλο στα ελληνικά γράμματα, ο Ελύτης, ο Τερζάκης, ο Ξεφλούδας, ο Σαραντάρης (που σκοτώθηκε), ο Νίκος Καββαδίας, ο Εγγονόπουλος, ο Μπεράτης, ο Λουκής Ακρίτας, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Καραντώνης, καθώς και νεότεροι, όπως ο Άγγελος Βλάχος, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Άρης Δικταίος, ο Λευτέρης Ιερόπαις, ο Αστέρης Κοββατζής. Το κλίμα του μετώπου, κατά το πρώτο διάστημα τουλάχιστον, το αποδίδει εύγλωττα, με την αφελή του αυθορμησιά, το γράμμα που στέλνει ο τελευταίος, νεαρός υπαξιωματικός τότε, στη Νέα Εστία: «Τούτες τις ημέρες, από τότε που βρέθηκα ξαφνικά απέναντι στην πολεμική πραγματικότητα, έχω νιώσει τον εαυτό μου πολύ μεγάλο, ειλικρινά θαυμαστό. Πώς άλλαξα, σε μια νύχτα μέσα, κι έγινα άλλος άνθρωπος;»(3).
Αλλά και στα μετόπισθεν η τέχνη στρατεύεται, με πολεμικά ποιήματα, εμβατήρια, παιάνες. Ο γέροντας Παλαμάς θα συνδέσει αμέσως τον σημερινό πόλεμο με το ’21, δίνοντας έναν από τους βασικούς κοινούς τόπους των πολεμικών ημερών, καθώς και όλων των πατριωτικών κειμένων, όσων θα γραφούν στη δεκαετία αυτή: «Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα: μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα».
Ο Σικελιανός, που θα αναδειχθεί στον κατεξοχήν πρωταγωνιστή της ταραγμένης δεκαετίας, γράφει πληθώρα από ορμητικούς στίχους, ενώ διαβάζει δημόσια με φλογερό πάθος τη Σίβυλλα, μια τραγωδία όπου επιχειρεί έναν ιστορικό παραλληλισμό ανάμεσα στους αλλοτινούς Λατίνους και στους τωρινούς Ιταλούς (4). Αλλά και κάθε ποιητής ή στιχουργός κάνει οπωσδήποτε μια δοκιμή εξύμνησης της πατρίδας σε στίχους. Πατριωτική ποίηση θα γράψει ακόμα και ο μετρημένος Τέλλος Άγρας:
Οι Νέοι, ο Λόχος ο ιερός,
σιμά και πέρα ως πέρα!
Σωπάστε τη φλογέρα!
Είναι για σάλπιγγα ο καιρός.

Η τέχνη της σάλπιγγας, λοιπόν, σιγάζει την ειρηνική τέχνη της φλογέρας, και το ποίημα γίνεται πολεμικός παιάνας (5). Για πέντε μήνες η ελληνική τέχνη συντονίζεται στα βήματα του στρατού. «Το παίνεμα των αντρειωμένων», «Μακάρια η νιότη», «Λεβεντιά», «Το ελληνικό θαύμα»: μερικοί μόνο από τους τίτλους ποιημάτων που μπορεί κανείς να βρει στα λογοτεχνικά περιοδικά· δίπλα σε αυτά, και πολλά ποιήματα που τιτλοφορούνται απλώς «Ελλάδα».
Η τέχνη βέβαια περνά σε δεύτερη μοίρα στα μάτια των ίδιων που τη διακονούν. Γιατί τώρα η ποίηση –λένε– γίνεται στα χαρακώματα: Ποίηση είναι οι πράξεις των ανθρώπων, είναι ο εθελοντής στρατιώτης που δηλώνει «είμαι ένας μες στους πολλούς», κάτι που συνιστά «διάκριση πολύ μεγαλύτερη από του να ξεχωρίζεις απ’ τους πολλούς»6, όπως γράφει ο κριτικός Γ. Χατζίνης(6). Ο ίδιος κάπου αλλού επισημαίνει:Ο λογοτέχνης είδε ξαφνικά τα συνηθισμένα καθημερινά του θέματα να χάνουν το ενδιαφέρον τους, και διερωτάται με κάποιο σκεπτικισμό, μέσα στο φοβερό σάλαγο των γεγονότων, αν τα θέματα αυτά άξιζαν, ακόμη και πριν […]. Τ’ αδέλφια μας γράφουν επάνω στα βουνά της Ηπείρου, στα φαράγγια της Αλβανίας, σελίδες επικές, υπέροχες, που στέκει μπροστά τους ανίσχυρη η φαντασία (7).
Ο Σικελιανός θα εκφράσει κι αυτός με τον γνωστό ενθουσιώδη του τρόπο την υπέρβαση της τέχνης από την πράξη:
Όχι πια λόγια,


όχι τα μάταια, τα τριμμένα λόγια του Έπους!
Με τη λόγχη Σας μόνο,
με τη λόγχη σας και με την ψυχή Σας(
8).
«Ανάξιος είναι ο Λόγος», θα πει και ο Τέλλος Άγρας υμνώντας τον στρατό στο ποίημα «Στράτεμμα Ελληνικό» (9). Το μοτίβο αυτό, την αυτοακύρωση του καλλιτέχνη, θα το ακούσουμε ξανά κατά την Απελευθέρωση και έπειτα πάλι στο τέλος του Εμφυλίου. Είναι το λάιτ μοτίφ μιας εποχής όπου η ιστορία βαραίνει συντριπτικά πάνω στην τέχνη.
Παρά ταύτα, η λογοτεχνική παραγωγή βέβαια δεν ανακόπτεται, απλώς η λογοτεχνικότητα ως αισθητική αξία περνά σε δεύτερη μοίρα. Τώρα τον πρώτο λόγο τον έχει η ρητορική. Και στη ρητορική αυτής της εποχής επιστρατεύεται όχι μόνο το ’21, αλλά το σύνολο της ελληνικής ιστορίας και πρωτίστως οι Μηδικοί πόλεμοι. Οι Πέρσες του Αισχύλου έχουν την τιμητική τους: «Τα ερείπια, οι Πέρσες του Αισχύλου, τα ονόματα των βυζαντινών αυτοκρατόρων και των ηρώων του ’21, ο αισθητός κόσμος και η μνημοσύνη, μας πολιορκούν καθημερινώς με ενθύμια αρετής και αντρείας», γράφει, ας πούμε, ο Παντελής Πρεβελάκης (10).
Τη ρητορική αυτή θα την εγκολπωθεί και ένας ξένος: «Περηφάνια, χαρά, παρηγοριά να ζεις τέτοιες μέρες γιομάτες μεγαλείο, μέσα σ’ ένα κλίμα πυρετού, όπου αγγίζεις το τραγικό και ξαναζείς τους Πέρσες του Αισχύλου», σημειώνει ο 28χρονος διευθυντής σπουδών στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας Ροζέ Μιλλιέξ στο ημερολόγιό του, παρά την προσπάθειά του να κρατηθεί, όπως λέει, μακριά από τη μεγαλοστομία (11).
Το κυρίαρχο ιδεολογικό στίγμα των ημερών συνίσταται στην αντίθεση ύλης και πνεύματος, όπου το πνεύμα νικά πάντα την ύλη, κατά το γνωστό στερεότυπο. Η Ελλάδα έχει πλέον σχεδόν εξαϋλωθεί: «Οι μυστικές δυνάμεις που δούλευαν τον Έλληνα ήσαν και είναι πάντα πνευματικές. Σαν οντότητα πνευματική υπάρχει στην ιστορία, πνευματική αποστολή θα εκτελεί πάντα» (12).

Όσο για την εικόνα του εχθρού, αν οι Ιταλοί γελοιοποιούνται στις λαϊκές επιθεωρήσεις με στίχους και νούμερα (13), στον χώρο της διανόησης ανασύρονται οι πρόγονοί τους, οι Λατίνοι, είτε για να τονιστεί ότι οι Έλληνες είχαν απαντήσει στην αλλοτινή τους επικράτηση κατακτώντας τους πνευματικά, είτε για να ασκηθεί ένα είδος αναθεώρησης αυτής της περίφημης αντίστροφης κατάκτησης: το ελληνικό πνεύμα ποτέ δεν τους επηρέασε πραγματικά, θα υποστηρίξει ο Σικελιανός καταγγέλλοντας τη λατινική τέχνη, γιατί οι Ρωμαίοι δεν ήταν ικανοί να επηρεαστούν από έναν τόσο υψηλότερο ως προς αυτούς πολιτισμό. Κάποτε οι αναφορές στους προγόνους των Ιταλών αποκτούν και αντιφασιστικό χαρακτήρα, η βασική, ωστόσο, τάση της εποχής δεν υπήρξε αντιφασιστική, αλλά απλώς πατριωτική (14).
Ενίοτε θα βρούμε και ιδιότυπες αναμίξεις. Στα Πειραϊκά Γράμματα, το περιοδικό του λιμανιού που ξεκινά την έκδοσή του στις αρχές του 1940, θα συναντήσουμε ταυτόχρονα την αγανάκτηση εναντίον των Ιταλών «για το αδίκημα της επιβουλής του φασιστικού κράτους κατά των ελευθεριών του Έθνους μας», αλλά και έναν ύμνο στον Μεταξά(15). Στα Νεοελληνικά Γράμματα πάντως, μέσα από τα οποία εκφράζεται η Αριστερά, αφθονούν οι αναφορές στον ιταλικό φασισμό και στο νόημα του αγώνα εναντίον του, κάτι που δεν υπήρξε άλλωστε χωρίς συνέπειες: αρκετοί διανοούμενοι αναγκάστηκαν να περάσουν μερικές όχι εύκολες ώρες στην Ασφάλεια(16).
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) «Ένα ανέκδοτο ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου για τον πόλεμο του ’40», Ο Πολίτης, τχ. 57 (23.10.1998), σ. 4-5. Εκδίδει ο Γ. Γιατρομανωλάκης.
(2) Γιώργος Θεοτοκάς, Τετράδια ημερολογίου (1939-1953), επιμ. Δ. Τζιόβας, Αθήνα χ.χ. [=1987], σ. 179 (στο εξής: Ημερολόγιο).
(3) «Οι νέοι λογοτέχνες στο μέτωπο», Νέα Εστία 28 (1.12.1940), σ. 1441-1442. Και παρακάτω: «Πώς ξαφνικά ξαναγεννήθηκαν μέσα μας οι πρόγονοί μας, αυτοί οι τρακόσιοι Σπαρτιάτες, αυτή η χούφτα που αργότερα λευτέρωσε το 1821 τούτα τ’ άγια χώματα; Τώρα μονάχα αισθάνομαι ποια ξεχωριστή μοίρα μας έφτιασε Έλληνες. Και πόσο διαφορετικοί και προνομιούχοι είμαστε από κάθε άλλη φυλή». Ολόκληρο το τχ. 335 της Νέας Εστίας (1.12.1940), στα ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ του ΕΚΕΒΙ, http://www.ekebi.gr/magazines/flipbook/showissue.asp?file=68258&code=8755 (τελευταία επίσκεψη 13.5.2015).
(4) Για την παράδοξη σε καιρό πολέμου θέση της Σίβυλλας, βλ. Θ. Χατζηπανταζής, «Η περίπτωση της Σίβυλλας του Άγγελου Σικελιανού», Η Ελλάδα του ’40. Επιστημονικό συμπόσιο, Αθήνα 1993, σ. 111-123.

(5) Για τους κοινούς τόπους της πατριωτικής ποίησης, πβ. Vincenzo Rotolo, «Τα κυριότερα γνωρίσματα της ελληνικής αντιστασιακής ποίησης», Πρακτικά έκτου συμποσίου ποίησης, Αθήνα 1987, σ. 256-257. Επίσης, Δ. Ν. Μαρωνίτης, «Ο τύπος του εθνικού ποιητή. Ο αντίκτυπος του αλβανικού έπους στην ποίησή μας», Όροι του λυρισμού στον Οδυσσέα Ελύτη, Αθήνα 1980, σ. 73: «Κατά κανόνα πρόκειται για ποιήματα (ή στιχουργήματα) γνήσιας συναισθηματικής θερμοκρασίας αλλά πρόχειρης και ρητορικής κατασκευής». Βλ. και το βιβλίο Ήταν κάποτε ένας πόλεμος, για τους 41 δημοσιογράφους του μετώπου, http://www.biblionet.gr/book/160035/%CE%89%CF%84%CE%B1%CE%BD_%CE%BA%CE%AC%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82_%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82,_28-10-1940 (τελευταία επίσκεψη 11.5.2015).
(6) Γ. Χατζίνης, «Ελλάδα καρδιά της οικουμένης», Νεοελληνικά Γράμματα, τχ. 224 (22.3.1941), σ. 5.
(7) Γ. Χατζίνης, «Πόλεμος και λογοτεχνία», Νεοελληνικά Γράμματα, τχ. 260 (14.12.1941), σ. 1.
(8) Άγγ. Σικελιανός, «Κλεισούρα», τώρα στο Λυρικός βίος, Ε΄, Αθήνα 1968, σ. 128-131.
(9) Τέλλος Άγρας, «Στράτεμμα Ελληνικό», Νέα Εστία 28 (1.12.1940), σ. 1417.
(1)0 Π. Πρεβελάκης, «Υποθήκες του Ελληνισμού», Νέα Εστία 28 (1.12.1940), σ. 1425-1428. Πβ. Φάνης Μιχαλόπουλος, «Το πνεύμα της ελευθερίας και οι Πέρσαι του Αισχύλου», ό.π., σ. 1397-1399.
(1)1 Ροζέ Μιλλιέξ, Ημερολόγιο και μαρτυρίες του πολέμου και της Κατοχής, Αθήνα 1982, σ. 22.
(12) Κλ. Παράσχος, «Μυστικές δυνάμεις», Νέα Εστία 28 (15.11.1940), σ. 1393-1394

(13) Γλυκερία Καλαϊτζή, Ελληνικό θέατρο και ιστορία. Από την Κατοχή στον Εμφύλιο, διδακτορική διατριβή στο ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2001. Βλ. επίσης την πρώτη animation ελληνική ταινία (σχεδιάστηκε το 1942, γυρίστηκε το 1945), “τύπου Μίκυ μάους” όπως την αποκαλεί χαρακτηριστικά ο δημιουργός της, ο σίφνιος γελοιογράφος Σταμάτης Πολενάκης (1908-1987), http://www.youtube.com/watch?v=yOqR0-mdYSc (τελευταία επίσκεψη 6.4.2015).
(14) Αλέξ. Αργυρίου, «Ο πόλεμος του σαράντα στην ελληνική λογοτεχνία», Η Ελλάδα του ’40, ό.π., σ. 91-109.
(15) «Η πνευματική επιστράτευση», Πειραϊκά Γράμματα, τχ. 4 (Οκτ.-Δεκ. 1940), σ. 34.
(16) Αλέξ. Αργυρίου, Ιστορία, Γ΄, σ. 31-32.

Περισσότερα στο

https://repository.kallipos.gr/handle/11419/168

epos2
Γιώργος Θεοτοκάς και Γιώργος Σεφέρη
Ο Ελύτης στο μέτωπο ανάμεσα σε συναγωνιστές
Ο Ελύτης στο μέτωπο ανάμεσα σε συναγωνιστές

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΠοιοι είναι οι «Αφερέγγυοι και πλάνητες»του Γιώργου Αριστηνού
Επόμενο άρθροΠοια είναι πραγματικά η Έλενα Φεράντε; (της Λίλας Κονομάρα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ