100 Μεγάλα Ινδικά Ποιήματα, «Να κερδίζεις τον χρόνο, γιατί δεν το επιδίωξες» (του Μανώλη Γαλιάτσου)

0
161

του Μανώλη Γαλιάτσου

Μια εταίρα αναρωτιέται αν μπορεί να διαψευσθεί ο Βούδας και να μη μαραθεί ποτέ το περιβόλι της με τα μάνγκο· ο καταπράσινος κήπος της. Κοιτάζει με την απορία της θλίψης τα κάλλη της στον καθρέφτη και προσπαθεί να εννοήσει πώς γίνεται να έρθει κάποτε η στιγμή που η σπάνια ομορφιά της, όπως όλα διαβαίνουν,  έτσι θα περάσει κι αυτή.

Ένας ποιητής κατατρύχεται από την εμμονική σκέψη ότι μπορεί να πεθάνει ανά πάσα στιγμή, πριν προλάβει να εκδώσει τα ποιήματά του. Τελικά προλαβαίνει να τα εκδώσει, αλλά ο άφθονος χρόνος που του προσφέρεται δεν του φέρνει μόνον αυτό: για κακή του τύχη προλαβαίνει επίσης να δει τα ποιήματά του να γερνούν, και λίγο αργότερα να πεθαίνουν: πριν από τον ίδιο, ασφαλώς.

Είναι το μόλις τρίτο και τέταρτο ποίημα μιας, από κάθε άποψη, αρχής γενομένης από την αισθητική του εξωφύλλου της, άρτιας έκδοσης με τα 100 Μεγάλα Ινδικά Ποιήματα, σε ανθολόγηση του Abhay K. και μετάφραση της ποιήτριας Σάρας Θηλυκού. Και τα δύο μιλάνε για τη φθορά, την πλάνη, τη φαινομενικότητα, την αυταπάτη, τη ματαιότητα. Παρά ταύτα, και τα δύο αναφερόμενα πρόσωπα κατάφεραν και διασώθηκαν μέσα από την ποίηση. Πιο σκληρή στάθηκε  η μοίρα με τον καταβεβλημένο από το άγχος του, φιλόδοξο ποιητή: δεν κέρδισε την ποθητή υστεροφημία μέσα από τα δικά του ποιήματα αλλά από το ποίημα ενός φίλου του που επέδειξε την πρόνοια να τον μνημονεύσει, μόνον όμως για να στηλιτεύσει τη ματαιοδοξία του. Πιο τυχερή η εταίρα, αφού η ομορφιά της ξεπέρασε το φόβητρο του χρόνου κι έφτασε ώς εμάς μέσα σε όλη τη λάμψη της, έτσι ασύγκριτη  όπως ήταν όταν θαυμάστηκε η ίδια στον καθρέφτη της, την πρώτη εκείνη μέρα της δύσκολης συνειδητοποίησης του επερχόμενου κενού, στις πιο γκρίζες ώρες της άφατης θλίψης της.

«Η Αμπαπάλι κοιτάζει στον καθρέφτη

Και ρωτά τα υπέροχα μάτια της,

φωτεινά σαν πετράδια

Ρωτά τις τρυφερές της μπούκλες,

μαύρες σαν σμήνος από μέλισσες

Ρωτά τα καμπυλωτά της φρύδια

Ρωτά το ευωδιαστό, ζωγραφιστό της σώμα

Ρωτά τις επιθυμίες που τρέμουν στα χείλη της

Ρωτά τα πυρωμένα κάρβουνα της ύπαρξής της –

Ρωτά η Αμπαπάλι –

Δεν μπορεί αυτά που λέει ο αληθινός Ταθάγκατ αλλιώς να γίνουν;»

 

Φέρνει στο μυαλό, κατά κάποιον ανορθόδοξο ίσως τρόπο, έναν άλλον αρχαίο πολιτισμό, με τους Κινέζους ποιητές από την Κατάη, του Έζρα Πάουντ: Μια πανώρια κουρτιζάνα μελαγχολεί και πλήττει πλάι στο ποτάμι, αφού ο άντρας της ολημερίς γυροφέρνει τα καπηλειά παραδομένος στο πιοτό, αφήνοντας μόνη εκείνην και ανεκμετάλλευτα τα κάλλη της.

Στον λυρικό πραγματισμό του Κινέζου ποιητή, ο Ινδός παραθέτει προσθετικά τον διάλογο με την ιδέα, το δέος από την ακηδεμόνευτη, χωρίς πρόθεση προσηλυτισμού, αίσθηση της παρουσίας του θεϊκού, στη γύρω του και την εσωτερική του πραγματικότητα. Ο Κινέζος, με άλλα λόγια, αποσπά από την πραγματικότητα την εικόνα της ζωής και την αποθέτει, πλήρης ευφρόσυνης διάθεσης, μέσα στο ποίημά του. Ο Ινδός εισάγει στη δική του εικόνα το μεταφυσικό και έτσι ανοίγει διάπλατα την πόρτα της Ποίησης για την είσοδο της Φιλοσοφίας στο προσκήνιο του διαλόγου· το ποίημά του έρχεται από τη βαθύτερη δυνατή ρίζα, αγγίζει τα έγκατα του χρόνου: εκεί όπου η αναζήτηση της έκφρασης αποτελεί τον ζωτικό χώρο της πιο αδήριτης υπαρξιακής ανάγκης. Η Τέχνη του ανήκει στη σφαίρα της λυτρωτικής θεραπείας, μάλλον, παρά της ευχαρίστησης.

Και μία σύντομη –επί τη σχετική ευκαιρία- ειρωνική εκδοχή, της δυτικού τύπου αυτήν τη φορά, επίδειξης παρακμιακού «πρακτικού πνεύματος», σ’ ένα κατοπινότερο ποίημα της συλλογής που έχει το σθένος να αποκαλύπτει τα πλείστα λέγοντας τα ελάχιστα:

«Ο Πορτογαλο-αναθρεμμένος συνάδελφός μου

πήρε έναν πήλινο φαλλό του Σίβα

μια μέρα και είπε:

Αυτό είναι τασάκι;

Όχι, είπε ο πωλητής.

Αυτό είναι ο θεός μας».

 

Θα το εκλαμβάναμε ως δηκτικό ή παγερό χιούμορ, φυσική αντίδραση στην ενόχληση από μιαν, έστω αθέλητη, προσβολή, αν δεν προείχε να εννοήσουμε την αδυναμία του Ινδού πωλητή να συναισθανθεί -ή να συμμεριστεί- την κτητική αντίληψη του πελάτη, που καλύπτεται πίσω από το κενό πρόσχημα της χρηστικότητας. Τι άλλο υποδηλώνει το συνεκδοχικό σχήμα λόγου που – με υπόγειο υπαινιγμό – επιλέγει το ποίημα, από την κατάδειξη μιας ακέραιας, μεταξύ των δύο πολιτισμών, «διαφοράς φάσης» περί της τέχνης του ζην και του αισθητικώς ζην; Περί της ίδιας της Τέχνης, εν τέλει; Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, δίκην τίτλου, την κεφαλαιώδη αυτή διαφορά, θα την επιγράφαμε: Η χρηστικότητα και το ιερό…

 

Τα δύο επόμενα, εξίσου έξοχα ποιήματα, έχουν τον ίδιο τίτλο: Εωθινό. Όχι τυχαία, αφού όλα σχεδόν τα ποιήματα θα μπορούσαν να παριστούν τις απαρχές του κόσμου, στην αυγή της ανακάλυψής του. Όχι προφανώς γιατί είναι παλιά αλλά γιατί αυτό που μεταγγίζουν είναι η μονάκριβη αίσθηση της πρώτης επαφής. Η κάθε στιγμή είναι μια μοναδική στιγμή – που μόλις γεννιέται. Και είναι αυτή η μονιμότητα των διαρκειών που κρατά τον κόσμο συνεχώς εωθινό. Ο χρόνος είναι το θεμέλιο όλων των ψευδαισθήσεων: Αυτός ο κόσμος, ο πάντα νέος.

Κάθε θέση, βέβαια, οριοθετείται από την αντίθεσή της και έτσι, αυτός ο πάντα νέος κόσμος μπορεί να είναι εξίσου και πάντα παλιός: όμοιος με Οστό Του Χρόνου, όπως λέγεται ένα επόμενο ποίημα. Και σε άλλο:

«Λένε ξέρουν τον κόσμο κι όλη του την αμαρτία

κι αποτυγχάνουν, Κύριε, να δουν εντός!»

 

Άλλοτε, η γνώση μπορεί να είναι η εμπειρία που δεν ζήσαμε, αλλά είναι η αρχαία κληρονομιά αυτού του γέρικου κόσμου που την κάνει εγγενές κτήμα μας:

«Μη ρωτάς τον σιδηρουργό

τη γεύση του σίδερου,

Ρώτα το άλογο με το λουρί στο στόμα».

 

Το άχρονο μας περιβάλλει: Αυτός,  ο διαρκώς παλιός κόσμος.

Και αλλού, η αναπόφευκτη σύζευξη, όπως στο συγκλονιστικό, οδυνηρά αποκαλυπτικό: Η Νεαρή Ανθοπώλις.

«Για να ρουφήξουν το νέκταρ του κορμιού της

σαν άγριες μέλισσες, βουίζουν τριγύρω της

πολλοί νέοι άνδρες

Σήμερα, η διεύθυνσή της είναι

μία κρυμμένη αλέα στην αγορά

όπου, για να νικήσει την πείνα της, μετέτρεψε το σώμα της σε μαγαζί».

 

Το άχρονο περιβάλλει τον πραγματικό χρόνο της ύπαρξης: Αυτός ο κόσμος ο παλιός, ο νέος.

Εωθινό του κόσμου, βέβαια, σημαίνει –αυτονόητα- και εωθινό της ποίησης. Πρόκειται, πράγματι, για ποίηση των αφηγήσεων σε πρώτο, δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο που, συχνά, ανάμεσα σε πλήθος άλλων μορφών, θυμίζει μικρά, αυτοτελή μυθιστορηματικά στιγμιότυπα. Η Ινδία, χώρα αρχέγονη, μήτρα των ευρωπαϊκών γλωσσών και, συνεπώς, του δυτικού πολιτισμού, ίσως ενδόμυχα να νιώθει την ευθύνη του θεματοφύλακα αυτής της παράδοσης · ακόμα κι αν πρόκειται για τα κομμάτια εκείνα που αυτονομήθηκαν και αναπτύχθηκαν μακριά της (το μυθιστόρημα). Όπως μια μητέρα παρακολουθεί από μακριά την πρόοδο του παιδιού της που ξενιτεύτηκε – ή ενός λατρεμένου γιου που την εγκατέλειψε, σφίγγοντας στην καρδιά της το διαρκές, τρυφερό σκίρτημα της ελπίδας για επανένωση· το χαρμόσυνο σμίξιμο της επιστροφής. Έτσι η Ινδία δείχνει σαν να κρατά πάντα φυλαγμένη στους κόλπους της -όχι μόνο για τον εαυτό της αλλά και για όλους τους απόντες- την αρχή των πραγμάτων, μαζί με το ιερό σπέρμα της εξέλιξής τους. Αυτός ο πόθος για επανένωση έχει ήδη τον ευδιάκριτο ήχο του σ’ έναν στίχο από τις «προαιώνιες» Ουπανισάδες: «Όλος ο κόσμος είναι μια οικογένεια». Βαπτισμένη στον Γάγγη του θρησκευτικού της αισθήματος, η ποίηση αυτή δεν μπορεί να διαχωρίσει τα ίχνη της από την εποχή των μύθων και των εικόνων, αυτών που δίνουν το πρώτο έναυσμα για τη γέννηση της Φιλοσοφίας. Η Θρησκεία, η Ποίηση, η Τέχνη, η πρώιμη Επιστήμη και η Φιλοσοφία, ήταν το αμάλγαμα απ’ το οποίο αντλήθηκαν οι απαντήσεις στα μεταφυσικά και υπαρξιακά ερωτήματα που έθετε επιτακτικά η συνείδηση του αρχέγονου ανθρώπου. Η Φιλοσοφία υπήρξε μέρος της μυθικής αλήθειας, μέχρι την αρχαιοελληνική (Σωκρατική – Πλατωνική, πρωτίστως) απομάγευσή της. Στην Ινδία, ο διαχωρισμός απ’ αυτήν την απομάγευση δεν συντελέστηκε ποτέ. Οι εικόνες της ποίησης, θρησκευτικής ή εκκοσμικευμένης, παρέμειναν το βασικό βιβλίο ανάγνωσης του κόσμου. Οι μεγάλες, παραδοσιακές μορφές των μυθικών προσεγγίσεων εξακολούθησαν  να συνυπάρχουν αρμονικά, διατηρώντας την πρώτη, αδιάσπαστή τους ενότητα, και έτσι συνέχισαν να προχωρούν· εξ ου και η εμφατική, απ’ άκρη σ’ άκρη, επικράτηση των αφηγήσεων σ’ αυτήν την ποίηση. Όχι έννοιες εδώ, λοιπόν, αλλά μύθος, εικόνα, εξιστόρηση, πρόσωπο – και από εκεί θα προκύψουν και οι έννοιες. Χωρίς τον «διδακτισμό της σοφίας», τη διασκεπτική γνώση, αλλά με την αναγκαία υποκειμενική κατανόηση του βιώματος, απόρροια της προσωπικής πρόσληψης. Το βάθος των πραγμάτων, άλλωστε, δεν είναι άλλο απ’ αυτό που βλέπουμε· κρύβεται μέσα στις μορφές που παίρνουν τα πράγματα, και δεν έχουμε παρά να προσέξουμε για να μπορέσουμε να το διακρίνουμε. Ίσως κάποτε να βρούμε ένα όνομα για όλο αυτό και τότε να το πούμε, όχι χωρίς κάποιαν απορία για την πρωθύστερη ανακάλυψη: υπέρβαση – ή υπερβατικό. Ποίηση, λοιπόν, όπως: υψηλή Τέχνη των αλληγοριών, με τον τρόπο που τις συλλαμβάνει και τις αποτυπώνει το πιο ισχυρά βιωμένο ανθρώπινο συναίσθημα, στη διαρκώς απρόβλεπτη και εκπλήττουσα καθημερινότητά του· ποίηση, όπως αρχετυπικά την έχει καταγράψει η κληρονομημένη μνήμη των κυτταρικών μας καταβολών· ποίηση, όπως προσεκτικά μετράμε, με διακεκομμένο ρυθμό, τις εκστατικές ανάσες μας μέσα της.

Αν κάποιος μας μιλούσε για την Τάμπα με τους εφτά αδελφούς που η μουσκεμένη τέφρα της έχει ακόμη τη δύναμη μετά από μια νύχτα γεμάτη βροχή να χαμογελά το επόμενο πρωί έξω από κάθε πόρτα του χωριού, σε ποια μορφή Λόγου ή Τέχνης και σε ποιο αφηγηματικό είδος θα την εντάσσαμε; Με ποιον τρόπο θα θέλαμε να την αποδώσουμε εμείς; Με εικόνα, λέξη, σχήμα, ήχο; Και τι περιεχόμενο θα της δίναμε; Γι’ αυτό αναφέρθηκα ανενδοίαστα προηγουμένως στο μυθιστόρημα και την αδιάσπαστη, διατηρημένη ενότητα που συνέχεται γύρω από το μυθικό. Και στο δικό μας Δημοτικό τραγούδι, για παράδειγμα, ή σε θρύλους άλλων λαών, μπορούμε να βρούμε παραπλήσιες ιστορήσεις, αλλά ως αρχικά βίαιες παρεκκλίσεις, «λαθραίες εισχωρήσεις», παγανιστικά επιβιώματα που ο χρόνος σταδιακά «νομιμοποίησε», με το άλλοθι της επίπλαστης ενότητάς του. Ο παγανισμός, ευλόγως, βρισκόταν πάντοτε, καίτοι διωκόμενος και σπαρασσόμενος, πλησίον στις πηγές. Η Ινδία δεν απομακρύνθηκε ποτέ απ’ αυτές και γι’ αυτό δεν γνώρισε παρεκκλίσεις -ο Ινδουισμός είναι η αρχαιότερη και κυρίαρχη θρησκεία και έτσι δεν χρειάστηκε την προσφυγή σε καμιάν ετεροχρονισμένη παρέμβαση αναγκαστικής «νομιμοποίησης»: όλα εδώ κυλάνε με τον μόνο τρόπο που ξέρουν, ενωμένα και αδιατάρακτα, στη γνώριμη και ήρεμη -μέχρι το απώτερο βάθος της- φυσική τους κοίτη.

Είναι ίσως «κρίμα» που δεν μπορεί να γίνει ειδική μνεία για το κάθε ξεχωριστό ποίημα, αλλά κανένα κείμενο δεν νοείται –και δεν επιτρέπεται- να επιχειρεί την ισοστάθμισή του κατά την αναφορά του σ’ ένα πρωτότυπο έργο. Αλλά και τι να πρωτοδιαλέξει κανείς; Καθετί εδώ είναι κι ένα αναπάντεχο sine qua non. Μόνο γενικεύσεις, λοιπόν, για τη χαρά της ανακάλυψης μιας  ποικιλίας πτυχώσεων σε αυτήν τη σημαντική, και ήδη απολύτως απαραίτητη, εκ των ων ουκ άνευ, αλλεπάλληλη παράθεση ποιητικών αποσταγμάτων.

Θα έλεγε κάποιος ότι τα ποιήματα αυτά ανέλαβαν, από τη στιγμή της γέννησής τους, τον πιο περίεργο, δισυπόστατο και οξύμωρο ρόλο για τον εαυτό τους. Η δύναμη της μορφικής τους ανάπτυξης και το ποιητικό εκτόπισμα που προβάλλουν, καταλήγουν να «αντιστρατεύονται»  τις ιδέες του ψευδαισθητικού κόσμου, της πλάνης, της φθαρτότητας, απ’ τις οποίες εμφορούνται και εμπνέονται. Κουβαλάνε την ευλογία αυτής της αντίφασης εντός τους: καθώς περιγράφουν το φευγαλέο και το αενάως εναλλασσόμενο, και ενώ το Ινδουιστικό και Βουδιστικό, κατά βάση, περιεχόμενό τους, αμφισβητεί κάθε πιθανότητα για την έννοια της υστεροφημίας, τα ίδια βρίσκονται εδώ, διαχρονικά, και δεν παύουν ποτέ να ανανεώνουν τη συνομιλία τους μαζί μας. Εκτός και αν οι ποιητικές μορφοποιήσεις πρέπει να νοηθούν ως μια ακόμα μεταμόρφωση των άπειρων ψευδαισθήσεων αυτού του κόσμου. Και εκτός και αν κάθε καινούργια ανάγνωσή τους αποτελεί και μια νέα μεταμφίεση, ως κάποιου τύπου αναγκαίο αποδεικτικό, που θα αναιρούσε την προηγούμενη φαινομενικότητα της ύπαρξής τους. Τα ποιήματα αυτά όμως είναι μεγάλα όχι γι’ αυτούς τους λόγους, ούτε φυσικά γιατί ως τέτοια τα αναφέρει ο τίτλος της ανθολόγησης που τα φιλοξενεί, αλλά γιατί η ανθρώπινη αγωνία τους διανύει αναλλοίωτη τα χρόνια, τις δεκαετίες, τους αιώνες και τις χιλιετίες και φτάνει μέχρι το σήμερα, στην πιο αναπάντεχη και αδέσμευτη συνάντηση, για να συνομιλήσει -επί ίσοις όροις- με τις (ακόμη;) σύγχρονες ευαισθησίες μας.

Η μεταφράστρια Σάρα Θηλυκού, ποιήτρια και η ίδια με συμπαγές ήδη έργο στο ενεργητικό της, δείχνει να έχει από καιρό αποσαφηνισμένη άποψη για το τι σημαίνει η απόδοση ενός κειμένου –και δη ποιητικού- σε άλλη γλώσσα. Το σημαντικότερο είναι ότι η βαθιά ελληνομάθειά της δεν διανοείται καν τον πειρασμό –έστω ποιητική αδεία- της λογιότητας: προτιμά τη συμμετέχουσα αισθαντικότητα από την ακκιζόμενη πνευματική επίδειξη. Καμιά σκόπιμη ή άσκοπη απόπειρα λεξιθηρίας εδώ: ορίζοντας αυτής της γραφής είναι ο Λόγος της καθημερινής ομιλίας. Λόγος μουσικός, που γράφεται  για να «διαβαστεί» από το αυτί – όχι από  το μάτι. Με αρκετά πρόσφατη την ευκαιρία της κριτικής ενασχόλησής μου με δύο από τις ποιητικές της συλλογές, Στον Κήπο Γυναίκα και Ένα, αλλά και την αναγνωστική εμπειρία δημοσιευμένων της μεταφράσεων σύγχρονων ποιητών, μπορώ πλέον με βεβαιότητα να εντοπίσω την ενιαία αντίληψη που χαρακτηρίζει τη γλωσσική συμπεριφορά της ως δημιουργική χειρονομία και χρήση. Τι άλλο σημαίνει αυτό όμως από το ότι οι μεταφράσεις της απαρτίζουν ποιητικές ανασυνθέσεις, καθώς προϋποθέτουν προσωπική ανάμειξη, στην εκ νέου σύσταση του ποιητικού βιώματος για την επίτευξη του μεταφραστικού γεγονότος; Αλλ’ αυτός δεν είναι και ο μόνος τρόπος προκειμένου να καλυφθεί το χάσμα μεταξύ των διαφορετικών γλωσσών; Και η μουσική, ως μελωδία, ήχος, ρυθμός, αρμονία, δεν αποτελεί μήπως ένα από τα βασικότερα προβλήματα που ταλανίζουν κάθε αντάξιο του ονόματός του μεταφραστικό εγχείρημα; Η ανάγνωση, παρ’ όλα αυτά, σε αυτά τα 100 Μεγάλα Ινδικά Ποιήματα, της οφείλει κάτι πολύ περισσότερο από την αισθητική της απόλαυση: της οφείλει ακριβώς το ξεπέρασμα αυτής της απόλαυσης, με την επαναφορά της πρωτογενούς ποιητικής ύλης στο επίπεδο της αφετηριακής της θέσης: του τελετουργικού της δημιουργίας, ως πρωταρχικής πράξης πνευματικότητας και γνώσης. Όπως συνέβαινε από την πρωτινή αυγή του κόσμου…

Καταληκτικά, μέσα από την πιο παράδοξη «αντιπαράθεση» με τις ίδιες τις ιδέες τους, τα ποιήματα αυτά φτάνουν ώς εμάς επίκαιρα και –κυρίως- με όλη τη λάμψη και την ακμή της πρώτης νιότης τους: Κερδίζουν τη μάχη με τον ακατάβλητο χρόνο γιατί ήταν μια αναμέτρηση, όπως όλα μας δείχνουν,  εξαρχής έξω από τις προθέσεις τους, που φαίνεται ότι δεν τη διανοήθηκαν, δεν την επιθύμησαν και μάλλον δεν την επιδίωξαν ποτέ. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι οι ποιητές έκαναν απλώς καλά τη δουλειά τους· λειτούργησαν ως αυθεντικοί ποιητές, ανεξαρτήτως λοιπών πεποιθήσεων. Από σεβασμό στον εαυτό τους, στην Τέχνη τους, στο θείο ή στη ζωή. Και όμως, υπάρχουν ποιήματα πυρακτωμένου αισθησιακού πάθους που έχουν ως αποδέκτη τους τον Θεό· μέρος και αυτό της ινδουιστικής λατρείας, φυσικά, αλλά… Μήπως να εννοήσουμε ότι το ενωτικό αρχέγονο είχε ανακαλύψει τι σημαίνει να αντλείς τις δυνατότητές σου από τις ανοιχτές ερμηνείες της δύναμης των συμβόλων σου, και αυτό ήταν ανέκαθεν το μυστικό νάμα της νεότητάς του; Εύγλωττο παράδειγμα ο ιερός Λωτός! – που όταν πέσει το φως παγιδεύει για πάντα μέσα του τη μέλισσα που τον τρυγά. Τι σύμβολο για τη Ζωή… Άλλωστε, καθώς διατείνεται ένας Ινδός ποιητής, το ποίημα είναι όπως το στήθος μιας γυναίκας: Δεν πρέπει να είναι εντελώς καλυμμένο, ούτε και να αφήνεται ολότελα ακάλυπτο: σωστό είναι να μένει κατά το ήμισυ καλυμμένο και ακάλυπτο κατά το άλλο μισό. Αλλ’ ακριβώς απ’ αυτό το «ανάμεσα» δεν είναι που αναβλύζουν πάντοτε οι χυμοί κάθε γνήσιας ποίησης;

 

100 Μεγάλα Ινδικά Ποιήματα, σελ. 174, Ανθολόγηση-Επιμέλεια: Abhay K., Μετάφραση: Σάρα Θηλυκού, Εκδόσεις Νίκας, 2023.

Προηγούμενο άρθροΗ ιδέα και η πράξη της φυγής στον Απόστολο Στραγαλινό (του Αλέξη Καλοφωλιά)
Επόμενο άρθροΠέθανε η ποιήτρια Άντεια Φραντζή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ