100 χρόνια Boris Vian και οι ζαζού (του Σάκη Παπαδημητρίου)

0
204

 

του Σάκη Παπαδημητρίου (*) 

Πέρασαν εξήντα ένα χρόνια από το θάνατο του Boris Vian κι όμως το πολύπλευρο έργο του και ο τρόπος που έζησε δεν έχουν ξεχαστεί. Σε ένα από τα πολλά αφιερώματα που του έγιναν, διαβάζουμε στο Magazine littéraire του 2005: «Το έργο του είναι μια προειδοποίηση. Η αυθάδειά του, νεανική και σχεδόν ανεξέλεγκτη, είναι ο δικός του τρόπος για να διεκδικήσει αυτό το εύθραυστο πράγμα που ανήκει σε όλους, νέους και γέρους, και που ονομάζεται ελευθερία… Ο Vian ξέρει καλά ότι η ελευθερία δεν είναι εύκολο πράγμα. Έχει πειστεί όμως ότι ο άνθρωπος οφείλει, κάθε στιγμή, να προσπαθεί να την κατακτήσει, με τη φαντασία, το όνειρο και το καλαμπούρι. Ο ίδιος έπαιξε το παιχνίδι πάρα πολύ τίμια. Και το έργο του δείχνει ότι το κέρδισε».

                             

“Ο Boris Vian ζούσε μόνο με την τζαζ, άκουγε με την τζαζ, εκφραζόταν με την τζαζ”                                                                                   Henri Salvador

 

 

Από την τζαζ τρυπώνει στον κινηματογράφο και από το 1945 αρχίζει μια παράλληλη καριέρα κομπάρσου, πρώτα στην ταινία «Η κυρία και το φλερτ της». Αργότερα εμφανίζεται και σε άλλες ταινίες στις οποίες μάλιστα συμμετείχαν ηθοποιοί όπως ο Orson Welles, η Gina Lollobrigida, o Anthony Quinn κ.α. Η πιο γνωστή ταινία είναι μάλλον «Οι επικίνδυνες σχέσεις» του Roger Vadim όπου ο Boris Vian συνομιλεί με την Jeanne Moreau.

Από τις εμπειρίες του ως κομπάρσος προέρχεται το αφήγημα «Ο κομπάρσος» – κυκλοφορεί το 1984 σε μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη από τις εκδόσεις Νεφέλη. Φυσικά όλα γίνονται άνω κάτω και τα απρόοπτα, ως συνήθως, πέφτουν βροχή. Αναφορές (και τρυφεροί παραλογισμοί) στα όργανα της τζαζ, στα κομμάτια σουίνγκ της εποχής, τις ορχήστρες, τους μουσικούς. Μερικά στιγμιότυπα:

«…ένα τρομπόνι κατάφερε να ξεφύγει, και κάνοντας διάφορα ζιγκ-ζαγκ, έτρεχε κατά μήκος των λευκών πλινθόκτιστων τοίχων, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Βοήθησε στη σύλληψή του, έπειτα στην επαναφορά του μέσα στο κουτί και σκέφτηκε ότι η μέρα του άρχιζε καλά …Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και αφού γέλασαν όπως συνήθως, σε φα δίεση μείζονα, άρχισαν ένα παλιό ντίξιλαντ που πέταξε φωτιές μέσα στο καμαρίνι, ενώ η θερμοκρασία ανέβαινε από νότα σε νότα… Μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη ο ντράμερ χόρευε μενουνέτο σηκώνοντας το παντελόνι πάνω από τις κάλτσες του και η Μπεατρίς του έδειχνε κινήσεις κλασικού χορού στη δοκό».

Στην αυλή του σπιτιού τους στην Ville-d’Avray, κοντά στο Παρίσι, κατασκευάζουν μια αίθουσα για πρόβες η οποία όμως να δέχεται δεκάδες ακροατές που να μπορούν να χορέψουν όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Γιατί τότε κυριαρχούσαν τα surprise parties, η γερμανική κατοχή πλησίαζε στο τέλος της και το σουίνγκ της νίκης και της χαράς ήταν στο δρόμο. Εκεί λοιπόν δημιουργήθηκε το πρώτο συγκρότημα με τον Boris Vian και τους αδελφούς του Alain στα ντραμς και Lelio κιθάρα ή ακορντεόν. Το 1937 γίνεται μέλος του Hot Club de France και γνωρίζει σημαντικά πρόσωπα της σκηνής και τον Charles Delaunay, του συλλέκτη που κατέθεσε παγκοσμίως μία από τις πρώτες δισκογραφίες της τζαζ. Τα surprise parties απασχολούν τον Boris Vian, όχι μόνο στην καθημερινή του ζωή αλλά και στα γραπτά του και ιδίως στο βιβλίο του Vercoquin et le plancton (1947). Μεταφράστηκε από τον Παναγιώτη Παπαδόπουλο ως «Ο σκουληκοσκανδαλιάρης και το πλαγκτόν», εκδόσεις Μπαρμπουνάκη.

Βρισκόμαστε στην περίοδο της γερμανικής κατοχής αλλά η ζωή συνεχίζεται. Το πάθος για το χορό, το σουίνγκ, τα πάρτι, τους έρωτες. Όλο το μυθιστόρημα έχει ως κινητήρια δύναμη τα surprise parties. Ο Boris Vian, από την μια μεριά αναλύει με τεχνικές δήθεν λεπτομέρειες πώς οργανώνονται τα πάρτι και από την άλλη διαλύει με τον τρόπο του, δηλαδή με άγριο κυνισμό και σάτιρα, τον κόσμο των επιχειρήσεων, την γραφειοκρατία, την εξουσία των προϊσταμένων, την ασημαντότητα των προϊόντων.

Τα πρόσωπα διεκδικούν διαρκώς την ελευθερία τους. Με νεανική αυθάδεια, με ανεξήγητες πράξεις, κοροϊδεύοντας τα πάντα, ακόμη και τον θάνατο. Η τζαζ πανταχού παρούσα, όχι μόνο ως μουσική, όργανα, πρόσωπα, νότες αλλά ως το πνεύμα του απρόοπτου και των εκπλήξεων, το πνεύμα του γαλλικού σουρεαλισμού, του υπαρξισμού και του καλλιτεχνικού αναρχισμού ή και της μόδας. Στο μυθιστόρημα αυτό αναφέρονται και οι ζαζού (Ζajous). Έτσι ονόμαζαν οι Γάλλοι, κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τους νέους που λάτρευαν το σουίνγκ και την τζαζ και που ξεχώριζαν για την εκκεντρική τους κομψότητα στο ντύσιμο. Η κυβέρνηση του Βισύ δεν τους βλέπει με καλό μάτι, όπως και η ναζιστική Γερμανία δεν ανέχεται τους swing kids, γιατί το σουίνγκ συνδέεται και με κάποια μορφή αντίστασης στο καθεστώς. Βέβαια, στη Γαλλία οι ζαζού δεν αποτελούν πολιτικοί κίνημα ούτε ανατινάζουν γέφυρες. Αρνούνται όμως να υπακούσουν στο σύνθημα του Βισύ «Δουλειά, Πατρίδα, Οικογένεια» (κάτι μου θυμίζει, κάτι μου θυμίζει…) και γενικώς πάνε αντίθετα στο ρεύμα. Η Judith Simony γράφει στον τόμο Larousse «Ο αιώνας των ανατροπών», εκδόσεις Οξύ, 2004, ότι «το φαινόμενο ζαζού ήταν πάνω απ’ όλα μια παιχνιδιάρικη μάχη κατά της κατήφειας. Τελικά, συγγενεύει με κάποιο είδος επανάστασης».

Ο Boris Vian είναι και δεν είναι ζαζού. Χορός, τζαζ, πάρτι, διασκέδαση, ναι πολύ ωραία, αλλά και κάποιες βαθύτερες ανησυχίες. Στα άρθρα που έγραφε για το περιοδικό Jazz Hot δεν περιοριζόταν στα θέματα της μουσικής. Ήθελε να απευθυνθεί στο νεανικό κοινό των αναγνωστών και να τονίσει «ότι δεν είναι δυνατόν να είναι η τζαζ η μοναδική πηγή ενδιαφέροντος και ότι ο καθένας, όποιος και να’ ναι, πρέπει να καταβάλει προσπάθειες για να μορφώνεται για τα πάντα όσο μπορεί. Αυτό είναι που λέγεται κουλτούρα». (Διαβάζουμε σε κείμενο του Jean Clouzet  «Ο Boris Vian και η τζαζ» του 1966. Δημοσιεύτηκε πρώτα στο περιοδικό Τζαζ και αργότερα στο Jazz & τζαζ σε μετάφραση του Άρι Γεωργίου). Κι αυτός ο αθεόφοβος, αν και βλέπει με συμπάθεια τους ζαζού, δεν τους χαρίζεται και στο «Ο σκουληκοσκανδαλιάρης και το πλαγκτόν» περιγράφει σαρκαστικά την εμφάνισή τους. «Το αγόρι φορούσε μια φριζέ παλιοπερούκα κι ένα σιελ κοστούμι που το σακάκι του έπεφτε μέχρι τις γάμπες. Τρία σχισίματα στην πλάτη, επτά μπαλώματα, δύο σιρίτια στον ώμο κι ένα κουμπί, συμπλήρωναν το σύνολο. Το παντελόνι, που μόλις και μετά βίας ξεπερνούσε σε μάκρος το σακάκι, ήταν τόσο στενό, που οι γάμπες του αγοριού φάνταζαν σαν καλάμια μέσα σ’ αυτό το αλλόκοτο είδος ξιφοθήκης. Ο γιακάς έφτανε μέχρι το πάνω μέρος των αφτιών που ξεπρόβαλαν μέσα από μια σχισμή που υπήρχε σε κάθε πλευρά. Φορούσε μια γραβάτα από κάποιο ξεφτισμένο κορδόνι, μ’ έναν επιμελώς δεμένο κόμπο, κι είχε μια πορτοκαλί και μια μοβ τσέπη… Ήταν πολύ σουίνγκ».

Το μυθιστόρημα «Ο σκουληκοσκανδαλιάρης και το πλαγκτόν» τελειώνει με μια αναπάντεχη καταστροφή, με την ανατίναξη ολόκληρου του οικοδομικού τετραγώνου. Οι μόνοι επιζήσαντες είναι οι πρωταγωνιστές οι οποίοι εξήλθαν σώοι αν και κάηκαν τα πάντα. Σ’ αυτό το σημείο αναδύεται μία ανάλογη κινηματογραφική εικόνα. Πρόκειται για την ταινία Zabriskie Point (1970) του Michelangelo Antonioni. Ο Πλάτων Ριβέλλης, στο ογκώδες σύγγραμμά του «Η φανερή γοητεία και η κρυφή συγκίνηση του κινηματογράφου», εκδόσεις Φωτοχώρος το 2008, γράφει τα εξής: «Από όλες τις σκηνές της ταινίας αυτή που καταγράφεται και μένει στο μυαλό μας είναι σίγουρα η τρομακτική έκρηξη του τέλους, που συμπαρασύρει το κατεστημένο, τους επιχειρηματίες, τον αμερικανικό τρόπο ζωής, την εξουσία στο σύνολό της».

 

Οι μουσικοί Don Byas (γονατιστός), Claude Luter, Boris Vian, Aimé Barelli και Jacques Diéval (από δεξιά προς τα αριστερά), γύρω από τη Michelle Vian, κάνουν πρόβες στο Lido de Paris στις 4 Μαΐου 1948 πριν από το έναρξη του Διεθνούς Φεστιβάλ Τζαζ

 

 

(*) Περισσότερα στο βιβλίο «Η Τζαζ της
λογοτεχνίας» που θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις «Σαιξπηρικόν»

 

Αναζητήστε τα βιβλία του Μπορίς Βιαν εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here