10 χρόνια “Α”: Βαρκάδα (του   Κώστα Καναβούρη) 

0
306

 

του   Κώστα Καναβούρη 

Χαράματα. Μόλις να σκάει μύτη ο ήλιος και η βάρκα να πηγαίνει προς τα κει διασχίζοντας όλα τα μαβιά, τα μοβ, τα βιολετί, τα ροζ, τα κόκκινα και τα χρυσαφιά. Μπουνάτσα κάλμα κι αυτή η ησυχία της θάλασσας. Θαρρείς σβήνει ακόμα και τον θόρυβο της μηχανής. Ο πατέρας γαλήνιος κρατάει το δοιάκι. Αργότερα, πολύ αργότερα, που θα διαβάσεις τον στίχο «κοιμούμαι και η καρδιά μου ξαγρυπνά», θα ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάει. Ο πατέρας είχε κοιμηθεί σε στρώματα πιο σκληρά κι από την ίδια την σκληρότητα. «Όταν σε χτυπούν» έλεγε, «ξεχνάς τον εαυτό σου». Αλλά τώρα είναι γαλήνιος. Μπορεί να θυμηθεί τον εαυτό του. Είναι ολόκληρος. Κάθε φορά αυτό γίνεται. Ποτέ δεν τον είδα τόσο γαλήνιο όπως μέσα στη θάλασσα. Στη στεριά ήταν λιγομίλητος, στη θάλασσα σιωπηλός. Μύριζε, θυμόταν, θεράπευε, κοίταζε και ονειρευόταν με μια λύπη υψηλού φρονήματος, μια λύπη γενεσιουργό των πάντων.

Χαράματα. Δεν είναι παρελθόν, ούτε και τότε ήταν. Ούτε παρελθόν, ούτε παρόν, ούτε μέλλον. Μονάχα η στιγμή μιας γαλήνης που πληρώθηκε με αίμα. Αυτή είναι η θάλασσα που αγαπώ. Κάθε καλοκαίρι, κάθε χειμώνα, κάθε χρόνο, όλα τα χρόνια.

Να σκάει ο ήλιος, η βάρκα να πηγαίνει προς τα κει κι εσύ μόλις να έχεις κλείσει τα δέκα σου χρόνια. Ένας ξιφιός πετάγεται λίγα μέτρα από τα έκθαμβα μάτια σου και τα έκθαμβα χείλη σου. Πώς να μιλήσεις και πώς να πεις τούτο τον καταιγισμό από σταγόνες όλων των χρωμάτων. Πώς να μιλήσεις για τον παφλασμό του χρόνου.

Ο πατέρας χαμογελάει. Ένα σκυλί γαυγίζει στην ακτή. Πότε πέρασε η ώρα, πότε πέρασαν τόσα χρόνια και είναι κιόλας δειλινό; Η «Περί λύχνων αφάς» γαλήνη. Ας επιστρέψουμε. Σε ένα τόπο που είναι κιόλας άλλος. Γιατί ό,τι ζήσαμε έγινε κιόλας συννεφιά. Κι ο πατέρας πάει καιρός που σήκωσε άγκυρα. «Τη ρότα σου, κράτα τη ρότα σου» μου λέει καθώς μου δίνει το δοιάκι.

Κοιτάζει τον ουρανό. «Θα βρέξει» αποφαίνεται κι εγώ ξέρω ότι θα βρέξει. Ο πατέρας δεν λέει ποτέ ψέματα. Θα βρέξει. Πρέπει να πάμε στο λιμάνι. Αποφεύγω το μονόπετρο, δεν είναι να το περνάς από την μέσα μεριά με το κύμα να φρεσκάρει, παίρνω αργά βόλτα τον κάβο της Παναγίας και τι να δω! Λιμάνι δεν υπάρχει. Γυρίζω στον πατέρα μου.

«Τι κάνουμε;» του λέω.

«Πρέπει να το ονειρευτούμε», μου απαντάει ήρεμα.

Έτσι ζήσαμε. Κι ούτε στιγμή δεν βγήκαμε από την ρότα μας.

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΘρησκεία και πολιτική στον πλανήτη των ξεριζωμένων (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)
Επόμενο άρθροΒραβεία Αναγνώστη 2022, Φωτογραφίες πριν και μετά (του Σπύρου Κατωπόδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ