10 χρόνια “Α”: Το τελευταίο ολόκληρο καλοκαίρι  (της Μαριαλένας Σπυροπούλου)

0
361

 

 

της  Μαριαλένας Σπυροπούλου

 

Εκείνο το καλοκαίρι εγώ βιαζόμουν να γίνω δέκα. O Σεπτέμβριος φαινόταν να αργεί, οπότε ήθελα να περάσουν οι διακοπές σε τροχιά επιτάχυνσης. Ήμουν η μικρότερη της παρέας, πώς να μου αρέσει κάτι τέτοιο; Σε δυο μήνες θα αποκτούσα και εγώ διψήφιο αριθμό, είχα βαρεθεί με το 7, το 8, το άσχημο 9 που μεταξύ μας δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Όμως όταν είσαι δέκα ετών, ο χρόνος τρέχει μόνο με δέκα χλμ. την ώρα, όχι όπως συμβαίνει μετά, όταν μεγαλώνεις και δεν προλαβαίνεις να συλλάβεις πώς πέρασαν όχι δέκα αλλά σαραντατέσσερα χρόνια, και πώς θα περάσουν και άλλα τόσα την ώρα που εσύ προσπαθείς να κρατήσεις μάταια την άμμο που σου φεύγει από τα δάχτυλα. Εκείνο το καλοκαίρι εγώ βιαζόμουν. Ποιος δίνει όμως σημασία στις επιθυμίες μας όταν η φύση έχει ανάγκη την άπλα της, οι μέρες σέρνονταν μέσα στον καύσωνα και οι νύχτες δροσίζονταν στο λευκό του νυχτολούλουδου που πλημμύριζε την αυλή της γιαγιάς μου.

Η γιαγιά μου καθόταν έξω στην πράσινη πολυθρόνα της, φορούσε τις τσακισμένες παντόφλες της, με τα μαλλιά της πιασμένα κότσο, και έπλεκε. Σε έκανε να πιστεύεις ότι δεν σου δίνει σημασία αλλά εγώ την έβλεπα να αλλάζει συχνά τα γυαλιά της, πότε για να δει κοντά και πότε μακριά προς την πλευρά του παιχνιδιού μας και να παραφυλάει, μιλώντας με τις γειτόνισσες για τα καθημερινά και τα παλιότερα. Είχε άλλωστε την αποκλειστική ευθύνη μας όταν μας άφηναν εκεί οι γονείς μας.

Είχε ζήσει στα σκαλάκια, στην Πρέβεζα όλη της τη ζωή. Από μικρό κορίτσι μοναχή με τη μητέρα της, στα νιάτα της εκεί γνώρισε τον Σπύρο της, στο ίδιο σπίτι γέννησε τρία αγόρια, πρωτότοκος ο πατέρας μου, και άλλοι δύο γιοι μετά, ο Γρηγόρης και ο Βασίλης. Εκεί είχε χάσει μέσα από τα χέρια της τον Σπύρο της, το 1944. Ο παππούς μου έξω από την Πρέβεζα, στην περιοχή της Βόνιτσας, χάθηκε για πάντα μέσα στα σκοτάδια του Εμφυλίου που ξεκινούσε, και κανένας ποτέ δεν της έφερε πίσω το σώμα και τα ίχνη του. Πολύ νέα η γιαγιά μου με βαρύ πένθος την ώρα που είχε να μεγαλώσει τρία μικρά παιδιά, ενώ τώρα για μένα ήταν η γιαγιά μου που κάθεται και πλέκει, τρώγοντας πού και πού και λίγο πασατέμπο. Η γιαγιά που μας μεγάλωσε και η αδερφή μου περήφανη πήρε το όνομά της: Αλεξάνδρα. Είχα και εγώ κάτι δικό της, τα μάτια της και τη μορφή της μαμάς της, όπως έλεγε η μαμά μου, ήμουν Πρεβεζάνα με τα όλα μου, όπως έλεγε ο Βασίλης, ο παιδικός φίλος του πατέρα μου.

Τα σκαλάκια λίγο πριν από τα δέκα μου χρόνια είχαν αφήσει πίσω τους διχασμούς και τον Εμφύλιο και κάθε καλοκαίρι γέμιζαν παιδιά, εμάς από την Αθήνα και όσα έμεναν μόνιμα εκεί και γίνονταν η καλοκαιρινή μας παρέα, για τα “μήλα”, το τρέξιμο, το αυστραλέζικο, για τα θεατρικά παιχνίδια, τα σκετς και τα μυστικά, που τότε ακόμα ήταν ακίνδυνα αλλά εμείς νιώθαμε ότι μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να γίνουν επικίνδυνα.

Ο Ηλίας με τον πατέρα φορτηγατζή, που έλειπε καιρό, και όταν επέστρεφε τον ανέβαζε περήφανο στο τιμόνι και αυτός κόρδωνε και φούσκωνε από ανδρισμό που ήταν ακόμα μακρινός, τον μύριζε όμως να έρχεται από τα ξένα μέρη που ερχόταν ο πατέρας του. Η Νατάσσα, το μοναχοπαίδι που το έριχνε στο φαγητό, γιατί μεγάλωνε μόνη και αυτή με τη μαμά και τη γιαγιά της. Έλειπε εκεί ένας πατέρας μόνιμα, και διάφοροι ψίθυροι μετέφεραν τα λόγια των μεγάλων για αυτή την απουσία, καλές γυναίκες, κακές γυναίκες, εμείς τότε δεν γνωρίζαμε τι διαφορά είχε για τη φιλία μας. Και ήταν και η Μαργαρίτα που είχε για αδερφό τον Άγγελο με μια γλυκιά στωική μητέρα, κουρασμένη την ώρα που ζούσε ο πατέρας τους αλλά δεν πολυερχόταν, ήταν λέει από άλλο μέρος. “Τα Γιάννενα γιαγιά είναι πιο μακριά από την Αθήνα”; είχα ρωτήσει, γιατί ο δικός μας πατέρας ερχόταν από την Αθήνα και μας έβρισκε. Τότε ήταν εφτά ώρες ένας κακός δρόμος, ατέλειωτος όσο το καλοκαίρι που δεν έφευγε για να κλείσω εγώ τα δέκα. Αλλά ο μπαμπάς του Άγγελου δεν ερχόταν, τον βλέπαμε σπάνια, γιατί αγαπούσε, μας έλεγαν, πολύ τα βιβλία. Και εγώ νομίζω ότι τα αγαπούσα, αλλά το έλεγαν τότε σαν κάτι πολύ κακό, κάτι είχε πάθει αυτός ο άνθρωπος αγαπώντας τα βιβλία. Ή πρέπει κάτι άλλο να είχε η ψυχή του για να θέλει να ζει μόνο με τα βιβλία. Ίσως είχε αντικαταστήσει τα παιδιά του με βιβλία, ή αγαπούσε πιο πολύ τις ιστορίες μέσα στις σκονισμένες βιβλιοθήκες της υγρής επαρχιακής πόλης, από τα γέλια των παιδιών που βγαίναμε κάθε βράδυ και “ζουρλέναμε” τον κόσμο. Κάτι πήρε και ο Άγγελος από τον πατέρα του. Ήταν ένα περίεργο αγόρι, και σκεφτόμουν ότι ίσως του έλειπε ο πατέρας του, αλλά κάτι σίγουρα του έλειπε και η γιαγιά μου μου έλεγε πάντα να τον προσέχω και να μένω μακριά του γιατί παθαίνει κρίσεις. Πριν από κάποια καλοκαίρια είχε προσπαθήσει να μου βγάλει κυριολεκτικά το μάτι, πετώντας μου με φόρα μέσα ένα ξύλο και ένας Θεός ξέρει γιατί εγώ δεν φοβήθηκα, αλλά φοβήθηκε ο πατέρας μου και με άρπαξε. Όταν τον ρώτησε μετά γιατί το έκανε, εκείνος με το ελαφρύ ψεύδισμά του και το απλανές βλέμμα του, γυρίζοντας αργά το κεφάλι για να μην τον κοιτάζει του είπε ότι απλώς τον ενόχλησαν τα μάτια μου, τον ζάλισαν γιατί δεν του αρέσει το μπλε χρώμα.

Τη λέξη “ζουρλός” την ακούγαμε συχνά στην Πρέβεζα, είτε για τους γνωστικούς είτε για τους ζουρλούς. Και εγώ “ζουρλή” ήμουν που ήθελα να περάσει γρήγορα το καλοκαίρι, αυτό έλεγε η αδερφή μου, γιατί θα ξανάρχιζε το σχολείο, και ποιο παιδί θέλει να αρχίσει το σχολείο;

Υπήρχε όμως και ένα άλλο αγόρι λίγα σπίτια πιο πάνω που ήταν πάντα μέσα στο σπίτι του. Αυτό δεν έβγαινε ποτέ έξω. Μας έβλεπε πίσω από τα κάγκελα. Είχε και μαμά και μπαμπά και καθαρά ρούχα και έτρωγε πάντα μήλο και μπισκότο το απόγευμα την ώρα που εμείς παίζαμε τα “μήλα”. Και όταν έσκαγε στα κάγκελά του η μπάλα, έτρεχα εγώ να την πιάσω και τον κοιτούσα και του ψιθύριζα “γιατί δεν έρχεσαι να παίξεις;” και ως διά μαγείας πεταγόταν πάντα τότε μια φωνή από μέσα που τον καλούσε να μπει στο σπίτι και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει μαμά που δεν αφήνει το παιδί της να παίξει; Τότε θύμωνα για λογαριασμό του και πετούσα την μπάλα στα κάγκελά του με δύναμη αλλά εκείνος με τα καθαρά του ρούχα έμπαινε μέσα στο σπίτι χωρίς να φέρει αντίρρηση, χωρίς να φωνάξει ποτέ στη μητέρα του. Και τότε κατάλαβα ότι είναι άλλο πράγμα οι μαμάδες, άλλο πράγμα οι μητέρες. Μπορεί να είναι κακό πράγμα η “μητέρα”, σίγουρα δεν είναι κάτι δικό σου, όπως ήταν για μένα η μαμά μου. Και εκείνο το αγόρι φώναζε τη μαμά του μητέρα και δεν ήξερα εάν πραγματικά περνούσε καλά ή εάν ένιωθε μόνος. Να έχεις ένα τσούρμο παιδιά στα πόδια σου και εσύ να τα κοιτάς μέσα από τα κάγκελα. Ακόμα και με τα παιδιά του Τάκη από το Τσαβαλοχώρι εμείς κάναμε παρέα. Για τους άλλους ο Τάκης ήταν ο γύφτος της περιοχής που είχε το παντοπωλείο και τα παιδιά του τα γυφτάκια. Για εμάς όμως ήταν και αυτά  φίλοι μας. Ο Τάκης ήταν ο πιο όμορφος άνδρας που είχα δει στη ζωή μου, με κάτι μεγάλα μαύρα μάτια που φώτιζαν μέσα στο σκοτάδι σαν λυχνία και ένα γλυκό χαμόγελο όταν πήγαινα να πάρω το σοκολατούχο μου γάλα, που μου έλεγε “τι θες καμάρι μου;”. Και αυτό το “τι θες καμάρι μου” για μένα ήταν η πιο γλυκιά προσφώνηση που είχα ακούσει και ας ήξερα ότι την έλεγε σε όλα τα παιδιά. Και στα δέκα μου εγώ δεν ήξερα ότι ο γύφτος είναι κάτι διαφορετικό από εμένα και τότε δεν υπήρχε καμία άλλη ονομασία, αθίγγανος ή Ρομά, ζούσαν στη γειτονιά μας, είχαν τις οικογένειες με το ντάτσουν τους και τα χαλιά τους κατάχαμα, αλλά και εμείς “γυφτάκια” γινόμασταν κάθε καλοκαίρι από τη βρώμα και τη σκόνη αναμεμειγμένη με παγωτά και σκισμένα γόνατα και ξεραμένο αίμα. Ήρθε όμως μια μέρα που εγώ μέσα μου έπρεπε να διαλέξω στρατόπεδο. Γιατί η ξαδέρφη μου δεν τον χώνευε τον γιο του Τάκη, τον Σάκη και εκείνος της πήγαινε κόντρα και αυτή δεν ήθελε πολύ, είχε ψηλώσει εκείνο το καλοκαίρι, και ήρθε ήρθε η ζέστη και η υγρασία και τους γέμισε τα μυαλά αντάρα και παρότι κορίτσι αυτή, αγόρι αυτός πιάστηκαν στα χέρια. Και η ξαδέρφη μου τον έδειρε και όχι μόνον αυτό, του πήρε τη λαστιχένια καφέ παντόφλα που φορούσε και την πέταξε στην ντάπια, σε μια ζούγκλα από φυτά και φίδια που κανείς μας εκεί μέσα δεν έμπαινε ούτε για αστείο για να ψάξουμε την παντόφλα του Σάκη. Ο Σάκης έμοιαζε στον πατέρα του και είχε μεγάλα μαύρα μάτια, και όσο σπάνια και να ήταν τα δικά μου τα γαλάζια για τη γειτονιά τόσο σπάνια ήταν και τα δικά του τα μαύρα.

Εκείνο το απόγευμα, λίγο πριν κλείσω τα δέκα μεγάλωσα μέσα μου, βλέποντας τα μάτια του Σάκη να κλαίνε. Δεν είχα ξαναδεί τόσο μεγάλα μαύρα μάτια να κλαίνε. Δεν είχα δει αγόρι να κλαίει με τόση περηφάνια. Δεν έκλαιγε για το ξύλο που έφαγε, έκλαιγε μπροστά στη γιαγιά μου που σηκώθηκε από τη θέση της και άφησε το πλέξιμο στην άκρη για χάρη του, για εκείνη τη μία λαστιχένια παντόφλα που χάθηκε. Έκλαιγε γιατί θα τον έδερνε ο πατέρας του, έκλαιγε γιατί ήταν η μοναδική παντόφλα που είχε, έκλαιγε για την ντροπή του, έκλαιγε για τη φτώχεια του, έκλαιγε για την αδικία να γυρίσει με μία παντόφλα σπίτι του. Να περπατήσει μισοξυπόλητος στα χώματα. Να γυρίσει πίσω μισός και να μην ξέρει τι να πει και να μην μπορεί να το ζητήσει. Έκλαιγε γιατί τότε κατάλαβε κοιτώντας τα δικά μας αθλητικά παπούτσια ότι ήταν διαφορετικός. Έκλαιγε και οι μύξες του κόλλησαν με τα δάκρυα και με τα σάλια του και τότε γύρισα γύρω μου και μας κοίταξα έναν έναν. Την παρέα του καλοκαιριού λίγο πριν κλείσω τα δέκα. Τον Σάκη με τη μία παντόφλα, τον περίεργο Άγγελο με τον απόντα πατέρα, τον Ηλία που ονειρευόταν τιμόνια με τον πατέρα που τον έτρωγαν οι δρόμοι, τη χοντρούλα Νατάσσα που ο πατέρας της δεν είχε όνομα για τη γειτονιά, εμένα που ο πατέρας μου δεν είχε πατέρα, την ξαδέρφη μου που σε λίγα χρόνια μετά θα έχανε και εκείνη το δικό της πατέρα. Και ξαφνικά εκείνο το αγόρι πίσω από τα κάγκελα έγινα εγώ. Μπήκα μέσα για πρώτη φορά στα δικά μου κάγκελα και είδα ότι η ανεμελιά τελείωνε, ότι πραγματική ελευθερία δεν υπάρχει. Τα καλοκαίρια μετά από εκείνο δεν θα ήταν ποτέ ίδια, όχι γιατί δεν παίξαμε ξανά αλλά γιατί εγώ είδα καθαρά ότι πλέον τίποτα δεν ήταν ολόκληρο στη ζωή μου. Πάντα κάτι από τότε λείπει.

Η γιαγιά μου εκείνο το βράδυ σηκώθηκε να επαναφέρει την τάξη και να ηρεμήσει τον Σάκη, έβαλε την ξαδέρφη μου που τσίνισε να ζητήσει συγγνώμη, και υποσχεθήκαμε ότι θα του παίρναμε εμείς καινούριες παντόφλες.

Το επόμενο όμως καλοκαίρι, η θέση της έξω στην αυλή θα έμενε κενή. Δεν θα υπήρχαν χέρια να πλέξουν το πλεκτό της. Οι σκελετοί των γυαλιών της έμειναν ορφανοί στην εταζέρα. Το νυχτολούλουδο συνέχιζε να μας μεθά, αλλά εκείνη δεν θα ήταν πια εκεί να το μυρίσει.

 

Προηγούμενο άρθροΓιατί δεν μας διαβάζουν στο εξωτερικό; (του Νίκου Α. Μάντη)
Επόμενο άρθρο“Μήδεια” με πρόβα και μετά (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ