10 χρόνια «Α»: Βαθύ γκρι, σχεδόν μαύρο. Η πρώτη (μας) τηλεόραση (του Κώστα Θ. Καλφόπουλου)

0
185

του Κώστα Θ. Καλφόπουλου

Από το 1966, κλείνοντας τα δέκα, δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, εκτός από το Μαράσλειο, το ότι η Αγγλία είχε κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο, και κυρίως, ότι είχαμε μετακομίσει στη Βασιλίσσης Σοφίας. Από τον δρόμο στη λεωφόρο, από το Κολωνάκι στην πλατεία Μαβίλη, η γειτονιά είχε αλλάξει, όπως αλλάζει απρόσμενα οτιδήποτε στα ωραία (παιδικά) μάτια, που βλέπουν, αλλά «δεν ήξεραν πού να κυττάζουν», όπως πολύ αργότερα θα διάβαζα στον στίχο του Σεφέρη. Από ένα δυάρι, πίσω από τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και το Dolce μεταφερθήκαμε σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα 4 δωματίων (!), αλλά στο υπόγειο, που όμως έβλεπε σε ακάλυπτο χώρο κι ήταν φωτεινό.

Από εκείνη τη χρονιά περισσότερο θυμάμαι τον κινηματογράφο «Άλεξ», επί της Παπαδιαμαντοπούλου, που πηγαίναμε με τη μητέρα μου στις απογευματινές προβολές κυρίως, κι εκεί είχα δει την ταινία Τορπιλλάκατος PT 109, την ιστορία του Τζων Φ. Κέννεντυ ως διοικητή του σκάφους, αλλά και τον Φαντομά, με τον δαιμόνιο Λουί Ντε Φυνές, να κυνηγά τον Κακό με την τρομακτική, σιελ φωσφοριζέ προσωπίδα και μάτια σαν γυάλινα, αλλά και τη Μυλέν Ντεμονζώ. Θυμάμαι ακόμα τη μητέρα μου να μού φέρνει από τη λαϊκή αυτοκινητάκια, «Κλασσικά Εικονογραφημένα» κι ένα μαύρο αυτόματο, όπως τα αγγλικά Sten, με μετακινούμενη γεμιστήρα, με κόκκινες σφαίρες, που έκανε «ρατ τατ τατ» όταν πυροβολούσες, και μεγάλος πια το ξαναείδα σε μια ταινία του Γκοντάρ, στα χέρια του «γιου» της Άννας Καρίνα, να την ρωτάει «τι είναι γλώσσα;». Απέναντι από την πολυκατοικία μας, σε μια νεόδμητη οικοδομή, υπήρχε μια τεράστια αφίσα από την ταινία Διωγμός, με τα ονόματα «Φυσσούν-Ζουμπουλάκη», κι αυτό μού είχε κάνει τότε μεγάλη εντύπωση, ίσως γιατί το πρώτο όνομα ακουγόταν σαν ρήμα και το δεύτερο σαν λουλούδι. Φυσικά, και τις πάστες από τον Μικέ, που όμως δεν έμοιαζαν με τη «σεράνο» του Dolce.

Όμως, εκείνο που περισσότερο μού είχε κάνει εντύπωση εκείνη την χρονιά ήταν, όταν μια μέρα ο πατέρας έφερε στο σπίτι ένα μεγάλο, θεόρατο στα μάτια μου, κουτί, πιο σωστά μια κούτα, αλλά μπορεί να ήταν κι ένα ξύλινο κιβώτιο, ποιος θα το πει; Από μέσα βγήκε μία συσκευή, που οι μεγάλοι την έλεγαν τηλεόραση. Ήταν ογκώδης και βαρειά, κι είχε μια μαύρη -ή μήπως σκούρα καφέ;- ξύλινη επένδυση, ένα βαθύ γκρι, σχεδόν μαύρο χοντρό γυαλί, και δεξιά κάτι στρογγυλά κουμπιά που περιστρέφονταν κι έκαναν κλακ-κλακ, κι έναν διακόπτη κάτω-κάτω, με τον οποίο άνοιγε και έκλεινε η συσκευή. Ήταν μάρκας SΑΒΑ, γερμανικής κατασκευής. Η εγκατάσταση και η σύνδεσή της πρέπει να πήρε πολύ χρόνο, με τη συνδρομή του ιατρού από τον πρώτο όροφο, που προφανώς είχαν ήδη τηλεόραση στο σπίτι τους, αλλιώς τι ήρθε να κάνει σπίτι μας, αφού κανείς μας δεν ήταν άρρωστος; Θυμάμαι πως μετρούσαν με μια μεζούρα τη διαγώνιο της οθόνης, γιατί άραγε;, κάτι έλεγαν για ίντσες, και πως ανεβοκατέβαιναν στην ταράτσα, ο πατέρας μου με τον γιατρό εναλλάξ, για να συνδεθεί με την κεραία και να ρυθμιστεί σωστά η κατεύθυνση, προς την Πάρνηθα, άκουσα να λένε. Όταν την άναψαν, να δούνε αν λειτουργεί κι αν εκπέμπει, εμφανίστηκε μια εικόνα «με χιόνια», όπως έλεγαν οι «ειδήμονες» μεγάλοι. Γυρνούσαν τα κουμπιά για να καθαρίσει η εικόνα και για να βρουν τα κανάλια, δύο τον αριθμό, Κανάλι 5 και Κανάλι 10, και σιγά-σιγά αυτό το «μεγάλο κουτί» έδειχνε στο γυαλί κάτι θαμπές εικόνες. Ούτως ή άλλως, στα πρώτα βήματα της η Ελληνική Τηλεόραση εξέπεμπε μόνο για λίγες ώρες. Βλέπαμε κάποια πρόσωπα (σαν) να μάς απευθύνουν τον λόγο, λες και μιλούσαν μόνο σ’ εμάς και μόνο για μάς, αλλά άκουγα και τη λέξη «θεαταί».

Ήταν σαν ένας μικρός κινηματογράφος, του κουτιού και του σπιτιού, αλλά δεν ήταν σινεμά. Έδειχνε πρόσωπα και εικόνες, αλλά δεν βλέπαμε ταινίες εκεί μέσα. Άσε που όλα ήταν ασπρόμαυρα. Αλλά, κι οι ελληνικές ταινίες που έβλεπα με τους γονείς μου, και πολλές ξένες, κι αυτές ασπρόμαυρες ήταν. Όπως κι η ζωή μας εκείνα τα χρόνια, που όμως όλοι, μικροί και μεγάλοι, την χρωμάτιζαν με τα πιο φωτεινά χρώματα. Της ψυχής και του νου.

Γιατί, «το παρελθόν είναι μια άλλη χώρα», σύμφωνα με έναν μεγάλο συγγραφέα «εκεί τα πράγματα γίνονται αλλιώς». Και πάντα θα τα βλέπουμε αλλιώς, σαν το τελευταίο μας καταφύγιο. Που είχε μέσα και την πρώτη τηλεόραση.

Προηγούμενο άρθροΤο 1922 στη σκιά του Τζαμί Χαλήλ Μπέη (του Γιάννη Μπασκόζου)
Επόμενο άρθρο7 τρελοί στην Πειραιώς (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ