Χ.Φ.Λάβκραφτ, Ὁ  ἐρημίτης ἀπὸ τὴν Πρόβιντενς ποὺ δὲν ἦταν ἐρημίτης (του Π.Μ.Ζερβού)

0
479

Π. Μ. Ζερβός (*)

 

Ὁ Ἀμερικανὸς συγγραφέας φαντασίας και κοσμικῆς φρίκης[1] Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ (1890-1937) θεωρεῖται σήμερα ὁ κορυφαῖος στὸ εἶδος του, ὥστε πολλοὶ τὸν τοποθετοῦν σὲ ἴση ἢ καὶ ὑψηλότερη βαθμίδα ἀπὸ τὸν προγενέστερο συμπατριώτη του Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόου. Ἡ συνεισφορὰ καὶ ἡ ἀναμφισβήτητη ἐπιρροή του στὴν πεζογραφία τοῦ εἴδους, πρωτίστως, καὶ σὲ ἄλλες μορφὲς τέχνης, δευτερευόντως, δὲν ἄφησαν ἀσυγκίνητους ἀκόμη καὶ τοὺς ἐπικριτές του· ὡς ἐκ τούτου, ἀναρίθμητα τὰ ἄρθρα, οἱ πραγματεῖες καὶ οἱ μελέτες γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ ἔργο του.

Ὄχι ἄδικα, φυσικά. Διότι οἱ ἱστορίες του, πέραν τοῦ μοναδικοῦ, γκροτέσκου καὶ μπαρὸκ ὕφους τους, ἔχουν πολλὰ αὐτοβιογραφικὰ καὶ αὐτοαναφορικὰ στοιχεῖα καὶ εἶναι ἰδιαιτέρως δύσκολο νὰ τὶς ἀναγνώσει κανεὶς χωρὶς νὰ ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὸν βίο του. Ἂς τὸ ποῦμε ἀλλιῶς: ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του ἀποτελοῦν, ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις, μία ἑνότητα.

Παρ’ ὅτι ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸν Λάβκραφτ πολλοὶ κριτικοί, ἄλλοτε θετικὰ κι ἄλλοτε ἀρνητικά, οἱ ἑρμηνεῖες τους βασίζονται εἴτε στὸ ἔργο του καθ’ ἑαυτὸ εἴτε σὲ προκαταλήψεις καὶ παρανοήσεις γιὰ τὸ πρόσωπό του. Τὸ προσωνύμιο Ὁ Ἐρημίτης ἀπὸ τὴν Πρόβιντενς εἶναι, ἴσως, ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ παρανόηση. Ἔχουν ἀποδοθεῖ καὶ πολλὰ ἄλλα σ’ αὐτόν, ὅπως ὅτι τὸ ἔργο του μιλᾶ κρυφίως γιὰ μυστικὲς ἑταιρεῖες καὶ γιὰ ἀπόκρυφες γνώσεις ἢ ὅτι, ἄλλοτε φανερὰ κι ἄλλοτε ἔμμεσα, προβάλλει ρατσιστικὲς ἰδέες.

Τέτοιες παρανοήσεις μόνον κάποιος ποὺ τὸν γνώριζε προσωπικὰ θὰ μποροῦσε νὰ τὶς διαλευκάνει, ἂν ὄχι διαλύσει. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ Φρὰνκ Μπέλναπ Λόνγκ (1901-1994), ἕνας Ἀμερικανὸς συγγραφέας ποὺ διακρίθηκε σὲ πολλὰ εἴδη γραφῆς, ἂν καὶ εἶναι εὐρύτερα γνωστὸς στὸ πεδίο τοῦ φανταστικοῦ. Ὁ Λὸνγκ γνώρισε τὸν Λάβκραφτ ὅταν ὁ πρῶτος ἦταν μόλις δεκαεννέα ἐτῶν, ἐνῶ ὁ δεύτερος, πρεσβύτερος κατὰ ἕντεκα ἔτη, εἶχε ἤδη ἀποκτήσει κάποια φήμη. Μεταξύ τους ἀναπτύχθηκε μία οὐσιαστικὴ φιλία, ποὺ σταθεροποιήθηκε μὲ τὶς πολυάριθμες ἐπιστολές τους ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς πολλαπλὲς συναντήσεις τους.

Οἱ προαναφερθεῖσες παρανοήσεις ἦταν, πιθανῶς, ὁ λόγος ποὺ ὁ Λὸνγκ ἔγραψε τὸ βιβλίο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ: Ὁ Ὀνειρευτὴς τῶν Νυχτερινῶν Τόπων (Howard Phillips Lovecraft: Dreamer on the Nightside), ποὺ κυκλοφόρησε τὸ 1975 καὶ μόλις πρόσφατα σὲ ἑλληνικὴ μετάφραση (μετάφραση Κώστας Γερογιάννης, ἐκδ. Ars Nocturna, Ἀπρίλιος 2018).

Δὲν πρόκειται, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας δηλώνει, γιὰ μία ἐκτενῆ, ὡλοκληρωμένη καὶ συστηματικὴ βιογραφία τοῦ Λάβκραφτ. Δὲν ἀποτελεῖ ἀκαδημαϊκὴ μελέτη, ἀλλὰ μᾶλλον μία συμπλήρωση στὴν ὑπάρχουσα βιβλιογραφία. Ὡστόσο, ἡ συνεισφορὰ αὐτὴ εἶναι σημαντική, ἐπειδὴ ὁ Λὸνγκ παρουσιάζει τὸν ἄνθρωπο Λάβκραφτ ὅπως τὸν ἔζησε. Ἔχουμε, δηλαδή, μία ἀπὸ πρῶτο χέρι παρουσίαση τῆς προσωπικότητας, χωρὶς τὴν διαμεσολάβηση ἀστήρικτων ἑρμηνειῶν – ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἑρμηνειῶν μακρόθεν βασισμένων στὴν ἀνάγνωση τῶν ἱστοριῶν του καί, ἴσως, τῶν ἐπιστολῶν του.

Στὴν προκειμένη περίπτωση, ὁ Λὸνγκ ἐπιλέγει χαρακτηριστικὲς σκηνὲς ἀπὸ τὶς συναντήσεις του μὲ τὸν Λάβκραφτ, ποὺ θεμελιώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ τζέντλεμαν τῆς Νέας Ἀγγλίας, ἀλλὰ ταυτόχρονα ξεδιπλώνεται καὶ μία ἄλλη πλευρά, αὐτὴ τοῦ σκανταλιάρικου παιδιοῦ. Ὁ Λάβκραφτ, κεκαλυμμένα κατὰ τὴν ἄποψή μου, εἶναι ἕνας χιουμορίστας καὶ πολλὲς ἀπὸ τὶς ἱστορίες του ἔχουν στοιχεῖα ποὺ μαρτυροῦν αὐτὴν τὴν ἰδιότητά του, ἂν τὶς δεῖ κανεὶς ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη. Ὁ Λὸνγκ τὸ ἐπιβεβαιώνει σὲ πολλὰ σημεῖα[2].

Ἕνα ἄλλο σημαντικὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ ἀναφορὰ στὴν πρόσληψη τοῦ Λάβκραφτ στὴν Ἀμερικὴ καὶ τὴν Εὐρώπη. Ἐδῶ ὁ Λὸνγκ φανερώνει τὴν εὐρεῖα γνώση του στὴν λογοτεχνία καὶ ἀποκαλύπτει καὶ τὴν εὐρυμάθεια τοῦ μέντορά του. Ὁ Λάβκραφτ, ἂν καὶ προσηλωμένος στὴν πεζογραφία ὑπερφυσικοῦ φόβου, γνώριζε τὰ λογοτεχνικὰ ρεύματα καὶ διαρκῶς ἐνημερωνόταν γιὰ τὸ τί γινόταν στὸν κόσμο, εἴτε γιὰ τὰ πολιτικὰ γεγονότα εἴτε γιὰ τὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιτεύγματα. Κατὰ συνέπεια, δὲν ἦταν ἀποκομμένος ἀπὸ τὴν κοινωνία, ὅπως ἐσφαλμένα ἔχει εἰπωθεῖ. Σχετικά δε μὲ τὸ ἂν ἦταν ἰδιόρρυθμος κι ἐκκεντρικός, ὁ Λὸνγκ ἔχει ἕτοιμη τὴν ἀπάντηση: «Δὲν ἦταν περισσότερο ‘περίεργος’ ἀπ’ ὅ,τι θὰ ἦταν ὁ Πόου ἢ ὁ Σέλλεϋ ἢ ὁ Σουίνμπερν, ἂν τοὺς συναντοῦσε κάποιος προσωπικά» (σελ. 256 κ.ἑ.).

Ὁ Λὸνγκ ἐπιλέγει τὴν ἀποσπασματικὴ γραφὴ γιὰ νὰ δώσει τὴν προσωπογραφία τοῦ Λάβκραφτ – ἐξ οὗ καὶ εἴπαμε ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ συστηματικὴ βιογραφία. Μοιράζοντας τὴν ἀφήγησή του μεταξὺ τῶν φιλοσοφικῶν πεποιθήσεων τοῦ πρωταγωνιστῆ του καὶ τῶν στιγμιοτύπων ἀπὸ τὶς συναντήσεις του μαζί του, μᾶς παρουσιάζει πτυχὲς τοῦ χαρακτῆρα του, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀπεικονίζεται, ἔστω καὶ ἀμυδρά, ἡ Ἀμερικὴ τῶν δεκαετιῶν 1920 καὶ 1930. Αὐτὰ τὰ στιγμιότυπα, ὡστόσο, σὰν τὶς ψηφῖδες ἑνὸς πάζλ, ὅταν ἑνωθοῦν διαμορφώνουν μία εἰκόνα. Καὶ ἡ γενικὴ εἰκόνα εἶναι ὅτι ὁ Λὸνγκ ἀγάπησε βαθιὰ τὸν Λάβκραφτ καί, μέσα ἀπὸ τὴν ἀφήγησή του, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ τελευταῖος ἦταν ἕνας ἄνθρωπος μὲ τὸν ὁποῖο κι ἐμεῖς θὰ θέλαμε νὰ συναναστραφοῦμε. Κι αὐτὸ ὄχι μόνον ἐπειδὴ θὰ τὸν βρίσκαμε ἐνδιαφέροντα λόγῳ τῶν γνώσεών του, ἀλλὰ κυρίως χάρη στὴν εὐγένεια καὶ τὴν προσήνειά του, ἰδιότητες ποὺ προσιδιάζουν σὲ ἕναν πραγματικὸ τζέντλεμαν τῶν παλαιῶν ἐποχῶν – ἰδιότητες ποὺ ἦσαν ἤδη ξεπερασμένες στὴν ἐποχή του, τὴν ἐποχὴ τῆς ξέφρενης ἐπίτευξης πλουτισμοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ αἰσθανόταν ἕνας παρίας[3].

Αὐτὸ πού, κατὰ τὴν γνώμη μου, κατώρθωσε ὁ Λὸνγκ στὸ βιβλίο του ἔχει διπλὸ ἀποτέλεσμα: πρῶτον, νὰ ξεδιαλύνει παρανοήσεις, ὅπως ὅτι ὁ Λάβκραφτ δὲν ἦταν καθόλου ἐρημίτης ἢ ὅτι δὲν πίστευε ὅτι οἱ ἱστορίες του εἶχαν ὑπόσταση στὴν πραγματικὴ ζωή· καὶ δεύτερον, ὅτι ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἀξιοσέβαστος καὶ ἀξιαγάπητος.

Τὸ δὲ ὕφος, χωρὶς νὰ παραβλέπει τὴν ὀρθολογιστικὴ ἐπιχειρηματολογία, εἶναι ἐξομολογητικό, γεγονὸς ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ταυτιστοῦμε μὲ τὸν ἀφηγητὴ καὶ νὰ δοῦμε τὸν πρωταγωνιστὴ μὲ τὰ δικά του μάτια. Γιὰ παράδειγμα, τὸ τέταρτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου, στὸ ὁποῖο ὁ Λὸνγκ περιγράφει πῶς συνάντησε γιὰ πρώτη φορὰ τὸν μέντορά του, περιέχει τέτοιον ἐνθουσιασμὸ καὶ τόση τρυφερότητα ποὺ μᾶς κάνει νὰ συναισθανθοῦμε τὴν ἔκπληξη καὶ τὴν ταραχὴ ἑνὸς νεαροῦ ποὺ βλέπει γιὰ πρώτη φορὰ τὸ εἴδωλό του. Εἶναι, κατ’ ἀντιστοιχίαν, σὰν νὰ μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νὰ δοῦμε ἀπὸ κοντὰ καὶ νὰ ἀγγίξουμε τὸν ἀγαπημένο μας ρὸκ στάρ.

Σχετικὰ μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἔκδοση: ἡ μετάφραση τοῦ Κώστα Γερογιάννη εἶναι σωστὴ καὶ στρωτὴ σὲ γενικὰ πλαίσια, ἂν καὶ θεωρῶ ὅτι ὡρισμένα σημεῖα (πολὺ λίγα, ὁμολογουμένως, ποὺ σὲ ἀναγκάζουν νὰ ἐπιστρέψεις στὴν ἀρχὴ τῆς περιόδου γιὰ νὰ καταλάβεις τὸ νόημα) θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποδοθοῦν ἀλλιῶς εἴτε μεταφραστικὰ εἴτε συντακτικά. Ἐπίσης, οἱ σημειώσεις τοῦ μεταφραστῆ ἢ τοῦ ἐπιμελητῆ (σ.τ.μ. καὶ σ.τ.ε. ἀντίστοιχα) θὰ μποροῦσαν νὰ βρίσκονται στὸ ὑποσέλιδο καὶ ὄχι ἐνσωματωμένες στὸ κυρίως κείμενο. Παρὰ ταῦτα, πρόκειται γιὰ ἕνα βιβλίο ποὺ διαβάζεται μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον, ἀρετὴ πολὺ μεγάλης σπουδαιότητας.

Τὸ βιβλίο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ: Ὁ Ὀνειρευτὴς τῶν Νυχτερινῶν Τόπων ἀποτελεῖ μία πολὺ σημαντικὴ συμβολὴ στὴν κριτικὴ μελέτη τοῦ «σκοτεινοῦ καὶ μπαρὸκ πρίγκιπα τῶν ἱστοριῶν φρίκης στὸν εἰκοστὸ αἰῶνα», ὅπως τὸν ἀποκάλεσε ὁ Στῆβεν Κίνγκ, καί, παρ’ ὅτι ἀπευθύνεται στοὺς φανατικοὺς ἀναγνῶστες του (καὶ κατὰ προέκταση στοὺς ἀναγνῶστες τοῦ εἴδους), μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει γιὰ ἕνα εὐρύτερο κοινὸ ἕναν θαυμάσιο συνοδευτικὸ κι ἐπεξηγηματικὸ ὁδηγὸ γιὰ τὶς ἀποτρόπαιες ἱστορίες του, ποὺ ἔθεσαν νέα σταθμὰ στὴν πεζογραφία φρίκης. Ἔστω καὶ καθυστερημένα (ἢ ἴσως ὄχι καὶ τόσο καθυστερημένα, καθ’ ὅτι εἶναι τὰ τελευταῖα χρόνια ποὺ γίνεται συζήτηση γιὰ τὴν θέση τοῦ Λάβκραφτ στὴν λογοτεχνία), εἶναι εὐτύχημα ποὺ μεταφράστηκε αὐτὸ τὸ βιβλίο στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, μιᾶς καὶ βοηθᾶ νὰ ἐξερευνήσουμε τὸν Ἀμερικανὸ συγγραφέα μὲ ἄλλα κριτήρια, πέραν τῆς ὑποκουλτούρας στὴν ὁποία γιὰ χρόνια εἶχε τοποθετηθεῖ.

 

 

info: Φρανκ Μπέλναπ Λονγκ, «Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ: Ο Ονειρευτής των Νυχτερινών Τόπων», , μετ. Κώστας Γερογιάννης, εκδ. Ars Nocturna, Αθήνα 2018, σελ. 295, σχήμα 14Χ21, τιμή 14,84 €

 

 

 

(*)  Ὁ Π. Μ. Ζερβὸς εἶναι συγγραφέας. Τὸ τελευταῖο του μυθιστόρημα μὲ τίτλο «Ἡ ἐξορία τοῦ προσώπου» κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις NightRead.

 

[1] Ὡς κοσμικὴ φρίκη, ἔννοια ποὺ εἰσήγαγε ὁ Λάβκραφτ, ἂν κι ἔχει τὶς ρίζες του σὲ προγενέστερους συγγραφεῖς, θεωρεῖται ὁ τρόμος ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀπόλυτα ἄγνωστο. Γιὰ νὰ τὴν ἑδραιώσει, στὸ ἐπίκεντρο τῶν ἱστοριῶν του δὲν θέτει τὸν ἄνθρωπο ὡς πρωταγωνιστή, ἀλλὰ σὰν μαριονέττα, μιᾶς καὶ ἡ ἀνθρώπινη φυλὴ εἶναι ἕνα τυχαῖο γεγονὸς μέσα στὴν δημιουργία τοῦ Σύμπαντος. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει καμμία ἐνεργὴ συμμετοχὴ σὲ ὅ,τι συμβαίνει στὸν μακρόκοσμο. Προκειμένου νὰ ἐπιτύχει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν φρίκη, στὶς ἱστορίες του (στὶς πιὸ πετυχημένες, γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς) μηχανεύεται τὴν παύση ἢ ἀκύρωση ὅλων τῶν γνώσεων ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν Φύση, δηλαδὴ τῶν γνώσεων καὶ πεποιθήσεων ποὺ θεωρεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι τὸν προστατεύουν ἀπὸ τὴν σφοδρὴ ἐπέλαση τοῦ Ἀγνώστου – μέσῳ τῶν ἐπιθέσεων ἀπὸ ἐξωγήινες κι ἐξωδιαστατικὲς ὀντότητες. Θὰ λέγαμε, μὲ δυὸ λόγια, ὅτι ὁ Λάβκραφτ στόχευσε στὴν διασάλευση τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ ἰδεολογικῶν βεβαιοτήτων καὶ στὴν ἀμφισβήτηση τῆς κυριαρχίας τοῦ ἀνθρώπου στὴν Γῆ καὶ τῆς θέσης του στὸ Σύμπαν.

[2] «Ἀνάλογα τὴ στιγμή, ἡ διάθεσή του [τοῦ Λάβκραφτ] κάλυπτε μιὰ μεγάλη γκάμα, ἀπὸ ἀνάλαφρη, διασκεδαστική, σχεδὸν ἀστεία, στὴν ἄρνησή του νὰ πάρει τὸν ἑαυτό του στὰ σοβαρά» (σελ. 270) καί, σὲ διάφορα σημεῖα στὸ βιβλίο, ἡ περιπαικτικὴ ἀπεύθυνση στὸν ἑαυτό του ὡς «γέρο τζέντλεμαν».

[3] Πρβλ. τὸ διήγημα Ὁ Παρείσακτος (The outsider).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here