Χωρίς Θεό και Αφέντη; (του Γιάννη Πανούση)

0
497

 

 του Γιάννη Πανούση

 

Ό,τι θεωρεί κακό

μια εποχή

είναι συνήθως ένα ανεπίκαιρο κατάλοιπο

αυτού που άλλοτε θεωρούνταν Καλό.

Φρ. Νίτσε, Αποφθέγματα

Στο έργο του Φρ. Νίτσε «Πέραν του Καλού και του Κακού» ανθρώπινη φύση, ψυχολογία του βάθους, αντινομία αξιών, φυσικά δικαιώματα, ηθική των ηθών εμπλέκονται και διαπλέκονται με την αλήθεια, την ελευθερία της βούλησης, την αναγκαιότητα, τη δύναμη της εξουσίας, τις ιεραρχίες.

Η ηθική της ύπαρξης ή της πράξης, δηλαδή της (φιλο)σοφίας του Καλού, η αλήθεια που διεμβολίζει τις γνώσεις, τα  μυθικά  αρχέτυπα της διαρχίας (θεϊκού-δαιμονικού κόσμου) συνιστούν τον κεντρικό πυρήνα της σκέψης του.

Αν η «Ηθική είναι νόμισμα που εύκολα παραχαράσσεται» το ίδιο ισχύει για  το συνειδητό ηθικό χρέος, ιδίως σε περιπτώσεις σύγκρουσης καθηκόντων, υπογραμμίζει θυμίζοντάς μας την Αντιγόνη.

«Είναι η ίδια η ηθική, δεν υπάρχει άλλη» ισχυρίζεται εννοώντας ότι «μέσα μας» θα βρούμε τα όριατου Καλού- Κακού.

Μπορεί «η αλήθεια να είναι σκληρή» αλλά είναι προτιμότερη από τις ψευδαισθήσεις. Άλλωστε η «θέληση για αλήθεια/ες» δεν είναι τίποτ΄ άλλο παρά η άρνησηκάθε μη-ρητής βεβαιότητας ή του ωφελιμισμού.

Η «μικρή ευτυχία»επιτυγχάνεται μέσω της ηθικής αυτονομίας αλλάκαι της μαχόμενης ελευθερίας για την προσωπική απελευθέρωση.

Εραστής της θέλησης για την αλήθεια αλλά όχι φιλόσοφος – μάρτυρας της αλήθειας, υπερβαίνει τις πλάνες μέσω της εντιμότητας (αλλάκαι του κινδύνου) να «προσβλέπει στο απαγορευμένο» (nitimurinvetitum) (227) και να μην υποτάσσεται στην ηθική δειλία.

Ερμηνευτής και οιωνοσκόπος ο Νίτσε εντοπίζει την ηθική λογοκρισία μέσα στο ψεύτικο και το αληθινό, αναζητεί τις έννοιες και τις αξίες, τα νοήματα και τα αξιώματα, τη μεταφυσική συνενοχή της τραγωδίας και της γενεαλογίας της αναπαράστασης (deusexmachina).

Η εξισορρόπηση του διονυσιακού (παράφορο) και του απολλώνειου (ορθολογικό) στοιχείου στον άνθρωπο επιχειρείται μέσω ενός αυθόρμητου Είναι.

Θρύλοι, μύθοι, αφορισμοί εντάσσονται σε μιαβουλησιαρχική θέαση του κόσμου πέραν της ορθολογικότητας της φιλοσοφίας (προοπτισμός).

Ο υπεράνθρωπός του, ως άνθρωπος του μέλλοντος, αυτός που αιώνια επιστρέφει κινείται έξω από τους ηθικούς κανόνες, τη δημοκρατία και τις αξίες του χριστιανισμού, έξω από σκοπό και νόημα ζωής λόγω  ηθικής πτώσης (Ο Θεός πέθανε).

Για τον Νίτσε τοΚαλό και το Κακό συνιστούν περιγραφή που αφορούσε τους  Κυρίους  (ηθική των ισχυρών) και τους Δούλους (ηθική των αδυνάμων). Καλό είναι ό,τι αυξάνει τη δύναμη. Κακό ότι εξασθενίζει τη δύναμη. Δεν αποδέχεται την ύπαρξη μιας έγκυρης ηθικής τάξης καθώς διαβλέπει στην ηθική ένα μηχανισμό καταναγκασμών.

Αισθάνεται τον Σωκράτη «κοντινό του», αν και η κριτική του είναι αμφίσημη (παρακμιακός, συμβολικός, ερωτικός, αινιγματικός, αναρχοmonstrum).

Πιστεύει «στην προσωπική εσώτατη αυθεντική εμπερία που αισθάνεται» μολονότι θεωρεί την ψυχή ως μία πρόληψη των φιλοσόφων. Δεν πιστεύει στην αιώνια αλήθεια (aeternaveritas)του ανθρώπου αφού η ιστορική αίσθηση υπερβαίνει το «κληρονομημένο λάθος των φιλοσόφων». Διορατική σκέψη και amorfati: αυτά τον εκφράζουν.

Φάσκεικαι αντιφάσκει, αφού άλλοτε πανηγυρίζει για το θάνατο της αλήθειας (νιτσεϊκός μηδενισμός), άλλοτε σημειώνει ότι «τίποτε δεν είναι αλήθεια, τα πάντα επιτρέπονται» (Περί Γενεαλογίας της Ηθικής, ΙΙΙ, 24) κι άλλοτε αναφέρεται σε «άσχημες αλήθειες». Θεωρεί ότι δεν υπάρχουν αντίθετα αλλά μόνο μεταφορές. Το ανηθικολόγο ελεύθερο πνεύμα κινείται με βάση μία πίστη προς την αλήθεια κατά της κρατούσας πίστης, χωρίς να επιθυμεί να γίνει «άγιος»γι΄ αυτό και ζει έξω από τους «σκοπούς».

Πρόκειται για νέα Θεολογία χωρίς Θεό.

Με μια οιονεί-σωκρατική μαιευτική ο Νίτσε επιχειρεί να συβάλλει ώστε να αναδυθούν από τους συνομιλητές του οι εσω-ιδέες έστω κι αν είναι διαφορετικές από τις δικές του. Με την έννοια αυτή είναι «ένας προβοκάτορας της σκέψης» που ωθεί τον καθένα σε μια δεύτερη ανάγνωση (ή και βίωση) των ίδιων του των πεποιθήσεων, σε μια υπέρβαση. Αυτό  θεωρεί άλλωστε το καθήκον του φιλοσόφου. Να πείθει. «Devienscequetues»(Γίνε αυτόπου πράγματι είσαι), δηλαδή να μη μιμείσαι κανέναν  άνθρωπο και κυρίως  δίχως τύψεις και ενοχές.

Ο ηθικός είναι και δίκαιος και ιδεολόγος του Καλού γι΄αυτό και διαφέρει από τους «ίδιους»  του είδους  και ιδίως από τους «αδύναμους» της  οχλοκρατίας ακόμα και του δημοκρατικού εξισωτισμού (συνηθισμένοι άνθρωποι και ανώτερο είδος).

Αιώνια επιστροφή, ανικανοποίητοςhomonatura, προοπτισμός (perspectivismus), μετακοσμική ηθική και πίστη, εκμηδενισμός του Μηδέν, η εκδίκηση/μνησικακία(ressentiment) συνθέτουν το πάζλ της σκέψης, το «άτυπο πάθος» του τελευταίου μεταφυσικού (κατά τον M. Heidegger), ο οποίος υπερβαίνει την εποχή του θέτοντας νέα κρυπτονοήματα στη φιλοσοφία, την ψυχολογία, την τέχνη, την πολιτική (μέσω της πολλαπλότητας και της ατοπίας του φιλοσοφούντος υποκειμένου ως «κενταύρου» ως προσωπείου που αναζητεί το ιδανικό της αλήθειας).

Οι τερματικοί τόποι της μεταφυσικής ως φιλοσοφίας  του μέλλοντος, το «προς τα πού» της ανθρωπότητας θα μας το διδάξουν οι νέες αξίες που διαμορφώνουν νέοι φιλόσοφοι οι οποίοι θυσιάζονται «για την αλήθεια σε απόσταση από την ομολογία πίστης».

Δύσπιστος φιλόσοφος κινείται έξω και πέρα από τις ηθικές προκαταλήψεις και τις φαινομενικότητες στοπεδίο της επενεργώσας θέλησης, της θέλησης για δύναμη, στα υψηλά αισθήματα των ανώτερων ανθρώπων (μεγαλοφυία της καρδιάς), στην ανάγκη να δημιουργεί ο ίδιος αξίες.

Τα ερωτήματα που ο ίδιος θέτει στο «Πέραν του Καλού και του Κακού» παραμένουν ανοικτά.

  • NiDieu, ni Maitre (ούτε Θεός ούτε αφέντης);
  • Ποιος από εμάς είναι ο Οιδίπους εδώ;Ποιος από εμάς είναι η Σφίγγα;
  • Είμαστε όλοι οφειλέτες; Η ηθική ανθρωπότητα μπορεί να μετεξελιχθεί σε ανθρωπότητα σοφών, ελεύθερων, υπεύθυνων και καλών πολιτικών; Υπάρχει ο ιδανικός άνθρωπος και η απόλυτη ευτυχία;
  • Από το Κακό πάμε στο Καλό ή αντίστροφα;
  • Πόσο έτοιμη είναι η σύγχρονη κοινωνία να ταυτοποιήσει το Κακό και να συμφωνήσει στον ηθικό και θεσμικό τρόπο διαχείρισης του; Υπάρχει ηθική συναίνεση;
  • Η ηθική της Διαφοράς, η αναγνώριση δηλαδή και ο σεβασμός της ηθικής των ηθών των Άλλων που οδηγεί στη ρήση «Εγώ είναι ένας άλλος» (Ρεμπώ) και στις πολιτισμικές ετερότητες, στις νέες αλήθειες του «εαυτού», υπόκειται  σε αναγκαιότητες ή στην  ανιδιοτελή συνέπεια του «είμαστε μαζί» (ΧάναΆρεντ);
  • Η εμπειρία της κοινής ζωής (και μοίρας) συνιστά το βασικό κριτήριο για να διακρίνουμε το Καλό από το Κακό; Με άλλα λόγια τίπροάγει και τί καταστρέφει τη Ζωή; Τί είναι πέραν της Ηθικής;
  • Πράγματι δεν υπάρχουν ηθικά φαινόμενα και μόνον ηθική ερμηνεία των φαινομένων; Τον κόσμο τον «ταυτοποιούμε» ή τον εξηγούμε;
  • Ακόμα όμως κι αν ο Θεός είναι «ο πατέρας του Κακού», ο άνθρωπος δεν παραμένει ο ενεργοποιών το Καλό; Η διαδρομή της αθωότητας ή της ενοχής μπορεί άραγε να κριθεί και μέσω της ηθικής του πεπρωμένου ή του αυτεξούσιου ατόμου;
  • Ν΄αγαπάς τον άνθρωπο για χάρη του Θεού;

Επειδή είναι γνωστό ότι ο Νίτσε είχε εντυπωσιασθεί από το ντοστογιεφσκικό «Έγκλημα και Τιμωρία» (με συνέπεια στον Ζαρατούτρα να υπάρχει η περιγραφή της «εγκληματικής ωχρότητας» (Dublemecriminel) αλλά κι επειδή θεωρήθηκε προάγγελος του Υπαρξισμού θα σχολιάσω ορισμένες από τις νιτσεϊκές ιδέες σε συνάρτηση με τη φιλοσοφία του Ντοστογιέφσκι (ιδίως ως προς τις σχέσεις της θέλησης και της ελευθερίας στο Καλό/ Κακό).

Η Επιστήμη δεν συνιστά τη μόνη οδό προς την Αλήθεια ούτε  απαντά στα ερωτήματα που αφορούν στην ίδια την ουσία του ανθρώπου (την πορεία προς το Θεό ή το Δαίμονα, προς το σύνηθες ή το ασύνηθες).

Καθώς δεν υπάρχει «επιστήμη του Είναι» (sciencedel’ Etre)η θεολογία και η μεταφυσική προσεγγίζουν διαφορετικά την οντολογία.

Διαχωριστήκαμε ως είδος από το «Άπειρο» και ζούμε σ΄έναν κόσμο που δε μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως με τη λογική.  Ως μη σταθεροποιηθέντα όντα αναζητούμε τη δύναμη για θέληση,το «έχειν» ως προϋπόθεση του «υπ-άρχειν». Είμαστε και δεν είμαστε, ζούμε σε οικείο ή ανοίκειο υπαρξιακό χώρο, υπερβαίνουμε το μέτρο και τα όρια χωρίς σταθερή πυξίδα. Το ρήγμα του διπλού ανθρώπου (με τον εαυτό του και την πραγματικότητα «των άλλων») οδηγεί σε ψυχο-διχασμό (συνείδηση και μαρτύριο), στον «άνθρωπο» μέσα στον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος ζει και στον κόσμο που ο ίδιος κατασκευάζει και όχι μόνο στον κόσμο που βρίσκει. Ζει αναζητώντας την επίγνωση εκείνου που Είναι.  Η αυτοκατανόηση και η αυτομεταμόρφωση προϋποθέτουν όμως ελευθερία, απελευθέρωση από ιδέες, πίστεις και πεποιθήσεις,18 αυτεξούσια κίνηση της ζωής. Οι αλλεπάλληλες απελευθερώσεις του ανθρώπου δεν επανέφεραν πραγματικές αξίες αλλά καλλιέργησαν ψευδοαυτονομίες. Το ανώνυμο άτομο δεν είναι πλέον «αγαθός άγριος» ούτε όμως και πλήρως ορθολογιστής.

Κυνηγώντας την ελευθερία (ίσως να)  χάνει την Αλήθεια.

Ηανθρώπινη ύπαρξη μετεωρίζεται ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό χωρίς όμως να μπορεί να απαντήσει στα κρίσιμα ερωτήματα:

  • Το Καλό και το Κακό είναι μόνο σύμβολα;
  • Το Καλό και το Κακό είναι συμβατικές κατηγορίες;
  • Υπάρχει δικαίωση του καλού (justificationdubien);
  • Νοείται Καλό χωρίς το Κακό και viceversa δίχως συνάρτηση με τη θεία πρόνοια;
  • Η ελευθερία του να πράττει κανείς το Καλό ή το Κακό είναι θέμα ανθρώπινης φύσης (και των παθών του) ή συνθηκών;

 

Το ηθικό κακό αν προέρχεται από την αυτόνομη βούληση συνδέεται με νοήματα ελευθερίας και με τον τρόπο ύπαρξης και υπαρκτικού αυτοπροσδιορισμού (αυτοελευθερία).

Οπόνος, η  φθορά κι ο  θάνατος  ορίζουν το κακό.

Κατά συνέπεια ελευθερία-πόνος-λύτρωση συγκροτούν ένα τρίγωνο που αλληλοτροφοδοτείται και αλληλοαναιρείται (διά του Κακού) ή  και ολοκληρώνεται με την μείζονα ελευθερία (libertasmajor), δηλαδή με την επίτευξη του Καλού.

Θεός/Μηδέν, Καλό/Κακό, Ζωή/Θάνατος καθορίζουν το πλαίσιο της Μεταφυσικής, Οντολογίας και Ηθικής. Θάνατος, θανατοδικίακαι θεοδικία διαπλέκονται με το κενό, το μηδέν και το δολοφονημένο Θεό αλλά και με την «επιστροφή των πραγμάτων στο Θεό».

Έτσι π.χ. η αίσθηση του πεπρωμένου (destin)αλλά και της σύγκρουσης με τον προσωπικό διάβολο  (diablepersonnel) χαρακτηρίζουν εξαρχής π.χ.  το έργο του Ντοστογιέφσκι. Το ίδιο ισχύει με τη συνύπαρξη μέσα στην ψυχή του Καλού και του Κακού αλλά και της ηθικής ελευθερίας που «ανταγωνίζεται» τον πατέρα «Θεό».

Η ελευθερία ως βάρος ανυπόφορο, θείον δώρον-άδωρον αλλά και ως στοιχείον της αληθινής ύπαρξης συνεπάγεται το ότι πρέπει μόνοι μας να  επιλέγουμε το καλό ή το κακό (μας).

Άξιοι για το Καλό αλλά και άξιοι για το Κακό με ανεπηρέαστη βούληση είμαστε δυνάμει όλοι.

Τα ερωτήματα πολλά:

Η (καντιανή) ηθική αυτονομία του ανθρώπου προϋποθέτει και καλό (γενικό;) σκοπό; Η ηθική ζωή εξισούται με τη βίωση της απόλυτης ελευθερίας μας, την οποία και οριοθετεί; Το «Όλα επιτρέπονται»σχετίζεται με την ηθική αυτής ή της άλλης ζωής; Ηηθική (ή μη-ηθική) συμπεριφορά συναρτάται από τον τελικό σκοπό (ή το νόημα) της ζωής;

Το τι πράγματι σημαίνει «καλό» σε σχέση με την ηθική και την ελευθερία απασχολεί την υπαρξιστική φιλοσοφία. Χωρίς Θεό το Καλό μοιάζει κενή και ασαφής ιδέα.

Ακόμα κι αν ο πραγματικός κόσμος μπαίνει σε παρένθεση και δεν επιτρέπει την πλήρη διαφώτιση για την αλήθεια το Καλό και το Καλό συνιστούν aprioriαξίες και απαξίες. Το γιατί ο  άνθρωπος πραγματώνει αρνητικές αξίες είναι ζήτημα ηθικής ελεύθερης βούλησης ή υπέρβασης των θρησκευτικών υπαγορεύσεων περί του Καλού.

Το Κακό γίνεται κι αυτό το στοιχείο  της ουσίας του Ανθρώπου.

Μέσα από τους δρόμους του Κακού συνειδητοποιούμε τα όρια της ελευθερίας μας και φτάνουμε «στο ύψος της πράξης μας».

Η λειτουργία  του «Κακού» ως επιλογή, το μίσος για τον «Άλλον», η εξέγερση-ελευθερία, η απελπισία να «είσαι ο εαυτός σου», το να μάθεις «γιατί ζεις;» δημιουργούν στιγμές αλήθειας ή και προσωρινής ελευθερίας που δίνουν νόημα στην (παράλογη;) ζωή.

Ακόμη και η όσμωση και μέθεξη Καλού-Κακού συνδέεται με τα όρια της ελευθερίας. Το ένα εξηγεί το άλλο, το ένα νομιμοποιεί/αγιοποιεί το άλλο, το ένα διεκδικεί το άλλο, το ένα κυριαρχεί στο άλλο.

Το Κακό ως αντικανονικότητα, ως «ελευθερία με το μέρος του διαβόλου» παρέχει στον άνθρωπο την (ψευδ)αίσθηση του αυτεξούσιου.

Για πολλούς, μάλιστα αφού το Κακό υπάρχει, όποιος αρνείται την ύπαρξή του (σημαίνει ότι) εκχωρεί την ελευθερία του. Άλλοι θαυμάζουν (υποσυνείδητα;) όσους υπερβαίνουν τις ηθικές αναστολές και επιλέγουν το Κακό αφού η απολυτοποίηση της αλήθειας διαμορφώνει όρους Κακού.

Γι΄ αυτούς ο άνθρωπος θα βρει την ολότητά του αν τολμήσει να προχωρήσει σε πράξεις ζωής

Και η ψυχή του αποκτήσει και την εμπειρία του Κακού. Η μετάβαση προς τον «Υπεράνθρωπο» (υπεράνω ηθικής) αποτελεί εμπειρία πραγμάτωσης (προσωπικής) αλήθειας. Άλλωστε η ηθική των δούλων (σε σχέση με το Καλό και το Κακό) είναι διαφορετική από την ηθική των κυρίων. Οι αντίθετοι ισχυρίζονται ότι η ηθική ως καλός τρόπος ύπαρξης αντιτίθεται στο Κακό που δεν αρμόζει στην ανθρώπινη ουσία που ζητάει όρκους συναίνεσηςκαι όχι σύγκρουσης.

 

Αναρωτιέται κανείς λοιπόν αν το Κακό και το Καλό είναι τελείως διαχωρισμένα ή μήπως το Κακό προετοιμάζει το Καλό και «ελέγχει» τις ελεύθερες επιλογές του ανθρώπου.

Το Καλό και το Κακό είναι ένα, γι΄αυτό και «η ευτυχία μέσα στο Κακό» δεν ταυτίζεται με το αρνητικό πεπρωμένο. Ο (φυσικά;) καλός ή κακός άνθρωπος κινείται μέσα σ΄ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου ιδιότητες όπως π.χ. η τάση κυριαρχίας ή η αλαζονεία κλπ. ελέγχονται από συστήματα ηθικών αξιολογήσεων (των αρετών ή των ελαττωμάτων). Αυτά τα συστήματα αξιολογήσεων δεν είναι σταθερά. Η ηθική αίσθηση (moralsens)π.χ. για τη φιλία, τη γενναιοδωρία κλπ. σχετικοποιείται καθώς οι αξίες της ομάδας δεν ταυτίζονται πάντοτε με την προσωπική ταυτότητα. Κάτω από αυτήν την οπτική δεν (μπορεί να) υπάρχει ένα συνεχές (continuum) ηθικών ή μη-ηθικών συμπεριφορών.

Είναι συνεπώς παράλογο να βλέπουμε το Καλό χωρίς το Κακό γιατί συνδέονται διαλεκτικά.

Η ελπίδα ως έσχατο κακό ή το τερπνόν συνιστούν μέρη μιας ηθικής αυτονομίας, η οποία είναι πάντοτε ηρωική καθώς καθίσταται το έσχατο κριτήριο της ηθικής  (του καλού και του κακού).

Η ακύρωση του (φυσικού;) εαυτού και η διαμόρφωση ενός άλλου τύπου ανθρώπου που θα κυριαρχήσει στον πραγματικό κόσμο (άλλοτε μέσω της θεότητας κι άλλοτε όχι) περνάει μέσα από μια υπεύθυνη συνείδηση.

Εκεί συναντάει την ελευθερία ως πεδίο δράσης αλλά και το Κακό, το οποίο για πολλούς δεν είναι αυθύπαρκτο αλλά το καθιστά υπαρκτό ο άνθρωπος.

Η ψευδής συνείδηση ως παράφρων/ σχιζοφρενική ανικανότητα δεν (φαίνεται να) μπορεί να αναγνωρίσει τις αλληλεξαρτήσεις Καλού και Κακού καθώς κινείται με βάση μια (ου-τοπική) αυταπάτη ολοκλήρωσης.

Η ψευδής συνείδηση θα υπάρχει όσο ο αντανακλώμενος κόσμος κρύβει μυστικά ή είδωλα και όσο οι ιδεολογίες θα εξαγνίζουν ή θα νοθεύουν το πραγματικό Είναι.

Θέληση για δύναμη, μηδενισμοί και μετακοσμική ηθική συνδέουν τον Νίτσε με τον Ντοστογιέφσκι. Η ηθική του κακού και τα (ένοχα;) ένστικτα του homonatura.

Η συνύπαρξη του Καλού και του Κακού μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο και η  επίγνωση αυτού του δυϊσμού επιτείνει την αξία της επιλογής (χωρίς τη βοήθεια του Θεού).

 

Μπορεί για ορισμένους η ύπαρξη του Κακού να θέτει σε αμφισβήτηση την ύπαρξη του Θεού όμως για άλλους μέσα από την ελευθερία επιλογής (και) του Κακού φτάνουμε στο Θεό.  Τελικά το Κακό και το Καλό συνυπάρχουν, έστω και  ως εχθροί. Η όποια κλίμακα του Κακού ή το όποιο ριζικό Κακό (το κακό χάριν του κακού) για τον Ντοστογιέφσκι δεν είναι παρά μια αντεστραμμένη αγάπη αφού οι αντίρροπες στο Κακό ψυχικές δυνάμεις οδηγούν πάντοτε στη λύτρωση.

Η ύπαρξη (ή μη) του Θεού βασάνισε τον Ντοστογιέφσκι καθώς τη συνέδεσε με την ύπαρξη του Κακού (SiDeusestundemalum?), αλλά και με την τιμωρία του (θρησκευτικού) κακού (κόλαση).

Για πολλούς ο άθεος ηθικός μηδενισμός (Αν δεν υπάρχει Θεός τότε όλα επιτρέπονται) παρέχει ψευδαίσθηση ελευθερίας. Για άλλους ο δυνατός Θεός εκπροσωπεί την ελευθερία. Από τη μια ο άνθρωπος σαν «Θεός πάνω από το Θεό» κι από την άλλη η ελευθερία ως υπηρεσία του Θεού, ως αγώνας κατά των παθών του ανθρώπου. Το ντοστογιεφσκικό«Αν δεν υπάρχει Θεός θα γίνω εγώ Θεός» ή και η αντίληψη ότι «ο άνθρωπος είναι Θεός για τον άνθρωπο (homohominideus)δεν απαλλάσσει τον καθένα από το να «ενσωματώνει» όλα τα ζεύγη των αντιθέσεων, ήτοι το καλό/κακό.

Εντέλει ακόμα κι όταν ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι είμαστε «παίγνιον του Θεού» ή ότι  «ο Θεός είναι νεκρός» (Η Χαρούμενη Επιστήμη, 343) προφανώς για λόγους εντιμότητας δεν ξεχνάει ότι «κάθε φιλοσοφία κρύβει επίσης μια φιλοσοφία, κάθε γνώμη είναι και κρυψώνας, κάθε λέξη και μάσκα» (289).

 

Υ.Γ. Ενδιαφέρον – και λόγω συγκυρίας – έχει η άποψη του ότι η Ευρώπη καλλιεργεί την ηθική «του αγελαίου ζώου» μακρυά από τον πολιτισμό, τον εξανθρωπισμό, την πρόοδο (202, 242, 256).

Πώς; Είναι ο άνθρωπος

απλώς ένα λάθος του Θεού;

Ή μήπως ο Θεός είναι

ένα λάθος του ανθρώπου;

 

Φρ. Νίτσε, Αποφθέγματα

Προηγούμενο άρθροΖαχαρίας Σώκος, Διπλή προσπέραση (του Γιώργου Λίλλη)
Επόμενο άρθρο«Γέφυρες ζωής μέσα από την τέχνη του λόγου» (της Νίνας Χαριτάτου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ