Χριστουγεννιάτικο 8, “Ρεβεγιόν” (του Βασίλη Μόσχου)

0
251

του Βασίλη Μόσχου (*)

Βγήκα απ’ τα ΤΕΠ κι άναψα τσιγάρο∙ είχα να καπνίσω απ’ το πρωί και η πρώτη ρουφηξιά μου έφερε θολούρα. Ο στρατιώτης στην διαλογή προσπαθούσε να πάρει ζωτικά από την γλωσσοκοπάνα αστυνομικό με τις ωταλγίες. Ο πλωτάρχης έφερνε βόλτες πάνω-κάτω και τον κάρφωνε με το βλέμμα. Πρόσεξε που τον κοίταζα και κατέβασε το κεφάλι. Στην αίθουσα αναμονής η κόρη του τσάταρε στο κινητό κάνοντας φούσκες με την τσίχλα. Πριν είκοσι λεπτά γκάριζε στο παλικαράκι για το “πιθανό κάταγμα” της μικρής μέχρι να τον βάλω στην θέση του.

Το τσιγάρο με παραζάλισε, το πέταξα. Ρώτησα το παιδί αν έχουμε κάτι άλλο πέρα απ’ την μπατσίνα και τα ορθοπεδικά.

«Ευτυχώς όχι», μου είπε και αμέσως δαγκώθηκε. Τον χτύπησα στον ώμο και γύρισα στα ΤΕΠ.

Ο κυρ-Ηλίας συνέχιζε το τροπάρι: «Κατσαπλιάδες, παλιοκουμμούνια, παλιά σας κυνηγούσαμε και τώρα πήρατε την εξουσία…»

Ο γιος του κοκκίνιζε, ψιθύριζε του γέρου ότι τον έφερε στο στρατιωτικό, δεν χαμπάριαζε αυτός.

«Τα ίδια σκατά είναι όλοι τους!»

Η Ελένη, η νοσηλεύτρια, δεν άντεξε, πήγε κοντά του με μια άδεια σύριγγα στο χέρι.

«Στρατηγέ έτσι και δεν κάτσεις φρόνιμα θα σε βάλω πάλι στην ψυχιατρική και θα κλαις μετά».

Ο παππούς ηρέμησε, ο γιος του σχημάτισε «συγγνώμη», η Ελένη του ‘κλεισε το μάτι.

Έβαλα ένα νες κι άραξα στην δερμάτινη. Η Αμέτι, η χειρούργος, είχε πάρει την αστυνομικό που ζάλιζε. Μόλις της είπε για αξονικές εκείνης της πέρασαν και τ’ αφτιά και όλα κι έφυγε με ΕΟΦΑ και δυο παρακεταμόλες. Ήρθε κάθισε δίπλα μου, έβγαλε τα crocs και άπλωσε τα πόδια στο γραφείο. Έσφιξε δυο-τρεις φορές τα δάχτυλα των ποδιών της∙ μέσα από την κάλτσα μου φάνηκαν μικρά. Χθες, τέτοια ώρα, τέλειωνα μέσα της κι εκείνη έμπηγε τα δόντια στον λαιμό μου, αλλά δεν έφτασα ως τα πόδια της.

«Εξωτερικά ιατρεία το κάναμε εδώ μέσα», είπε και μ’ επανέφερε.

«Κομμωτήριο», πρόσθεσα.

«Γάμησέ τα, ο άλλος πάνω πεθαίνει με πνευμονικό οίδημα και να ‘χω να ασχοληθώ με το τσόκαρο».

Πήρε το ραδιοφωνάκι και δυνάμωσε λίγο την φωνή.

«Μαλάκα τι ακούς; Πάολα;»

Ούτε πρόσεξα τι έπαιζε τόσην ώρα. Έψαξε λίγο τις συχνότητες και το άφησε σ’ ένα σταθμό με χριστουγεννιάτικα.

«Τώρα μάλιστα!»

Πήρε δυο πλαστικά ποτηράκια, έβγαλε από την ποδιά της ένα μικρό Chivas και μας έβαλε από δυο τζούρες. Γέλασα.

«Ρε πας καλά;» της έκανα.

«Έλα μωρέ, γιορτές είναι…» είπε και φώναξε και την Ελένη που μιλούσε με τον γιο της.

«Ααα, χρόνια πολλά βρε παιδιά!» μας είπε, τσουγκρίσαμε και το ‘πιαμε μονορούφι.

Η Αμέτι γύρισε στην κλινική της και η Ελένη στο τηλέφωνο. Πέταξα τον καφέ, είπα στους έξω ότι ο ορθοπεδικός θα χειρουργούσε τον συνοριακό που γκρεμοτσακίστηκε κυνηγώντας κάτι Σκοπιανούς σωματέμπορες και, ως δια μαγείας, υπέγραψαν ένας-ένας και αποχώρησαν ανεξέταστοι∙ ακόμα κι ο πλωτάρχης το πήρε απόφαση πως δεν θα πέθαινε η κόρη του από στραμπούληγμα στο σκι. Άφησα οδηγίες στον φαντάρο και πήγα να ξαπλώσω.

Με ξύπνησε το ασύρματο. Το ρολόι έλεγε πως κοιμόμουν κάνα σαραντάλεπτο, εγώ ένιωθα ότι μόλις είχα κλείσει τα μάτια. Ήταν το παλικάρι στην διαλογή. Διακομιδή από ΕΚΑΒ, αναίσθητη, τα μισά δεν τα κατάλαβα. Του είπα σ’ ένα λεπτό είμαι εκεί, σηκώθηκα και ντύθηκα.

Σε μισό λεπτό ήμουν στα ΤΕΠ. Την είχαν ήδη συνδέσει. Ήταν από πάνω της η Αμέτι, ο νευροχειρουργός, η Ελένη με άλλη μια νοσηλεύτρια κι από το βάθος ερχόταν ο αναισθησιολόγος. Ο διασώστης του ΕΚΑΒ μιλούσε στον φαντάρο, το διαλογόχαρτο έτρεμε στα χέρια του. Πιο ‘κει στεκόντουσαν δυο άντρες: ο ένας πιτσιρικάς κι ο άλλος γύρω στα σαρανταπέντε. Το κορίτσι φορούσε μόνο τα εσώρουχα, ήταν κατάχλωμη, με μελανιές σε πολλά σημεία και ξεραμένο αίμα στον αριστερό κρόταφο. Μου επιβεβαίωσαν τα προφανή, πιθανά κατάγματα σε πλευρά, σπονδυλική στήλη και άκρα, πιθανές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, πιθανή εσωτερική αιμορραγία. Το μόνιτορ έδειχνε σφυγμούς στο διάολο και πίεση νεκρού.

Έδωσα εντολή για οξυγόνο και δυο φιάλες αίμα, η Ελένη πήρε δείγμα κι έτρεξε στο εργαστήριο. Ξαναρώτησα τους δυο τύπους τι έγινε, ο νεαρός ξανάπε πως την βρήκανε κάτω στο πεζοδρόμιο ενώ έκαναν την βόλτα τους και κάλεσαν ασθενοφόρο. Δεν είχαν την παραμικρή ιδέα τι έπαθε, ή πως την έλεγαν, ή πόσην ώρα κείτονταν γυμνή στην παγωνιά. Ρώτησα γιατί την έφεραν σε μας κι ο μεγαλύτερος, που δεν είχε μιλήσει ως τότε, είπε πως είναι στρατιωτικός. Μας γάμησες, σκέφτηκα.

Το κορίτσι δεν έπαιρνε οξυγόνο και οι σφύξεις συνέχιζαν να ανεβαίνουν. Είπα στην Αμέτι να βρει τι σκατά μπλόκαρε τον τράχηλο ενώ ο αναισθησιολόγος ειδοποιούσε τον αξονικό. Η άλλη νοσηλεύτρια καθάριζε προσεκτικά το τραύμα στο κρανίο της κι ο «νευροχει»ξυπνούσε την ειδικευόμενή του. Ο ΕΚΑΒίτης είχε εξαφανιστεί, ο στρατιώτης σάστιζε. Του είπα να κλείσει την κουρτίνα, να βγάλει τους άλλους δύο έξω, να την περάσει στο σύστημα ως αγνώστων στοιχείων και να τους πάρει λεπτομερή αναφορά.

«Παρεκτόπιση», φώναξε η Αμέτι. «Αριστερά» συμπλήρωσε κι αφαίρεσε το σωληνάκι από το στόμα της.

Ζήτησα παροχέτευση, η νοσηλεύτρια έκανε μια πρόχειρη επίδεση στο κεφάλι, ο «νευροχει» της πέρασε νάρθηκα και την σηκώσαμε. Κατέφτασε η Ελένη, μου αποστείρωσε την περιοχή και βύθισα την σύριγγα στα πλευρά της. Ένιωσα τον αέρα να περνάει. Η Αμέτι άνοιξε την τομή και ετοίμασε τα ράμματα. Τοποθέτησα την σωλήνα ενώ ο αναισθησιολόγος τσέκαρε τις συνδέσεις. Πίεσα με την λαβίδα μέχρι να μπω ημιθωράκιο. Κλείσαμε τα ράμματα γύρω της κι ασφαλίσαμε βαλβίδα και συλλέκτη.

Μετά περιμέναμε. Είπα να μην πάρουν τα μάτια τους από υπέρηχο και σωλήνα, πέταξα γάντια και μάσκα, άλλαξα ποδιά και πλύθηκα. Πήγα στην διαλογή. Μπήκα στο γκισέ και πήρα αναφορά από τον στρατιώτη∙ η ιστορία ολόιδια. Ενώ μου μιλούσε, παρατηρούσα τους δυο άντρες στο σαλονάκι. Ο μεγαλύτερος είχε πλεγμένα τα δάχτυλα και κοιτούσε το κενό. Ο νεαρός ήταν ελαφρώς στραμμένος πάνω του και κάθε τόσο τον κοιτούσε στα μάτια σα να περίμενε κάτι. Ο άλλος δεν του ανταπέδιδε το βλέμμα. Ο μικρός τον άγγιξε στον πήχη και τότε εκείνος σηκώθηκε, βγήκε έξω κι άναψε τσιγάρο. Ο πιτσιρικάς χαμήλωσε το κεφάλι χωρίς να σαλέψει. Είπα στον στρατιώτη να καλέσει την πύλη και με διαταγή δική μου να στείλουν δυο αλφαμίτες  διακριτικά λίγο έξω απ’ τα ΤΕΠ.

Κάλεσα τον διοικητή στο κινητό για να ενημερώσω ότι το πήρα πάνω μου και δέχτηκα το περιστατικό. Ήταν σε ρεβεγιόν, ακουγόταν από πίσω το γλέντι. Ζήτημα αν άκουσε λέξη απ’ όσα είπα. Με επαίνεσε για την πρωτοβουλία και μπράβο μου και να μην ανησυχώ και καθαρίζει αυτός και χρόνια πολλά και καλή εφημερία.

Γύρισα στο κορίτσι που είχε σταθεροποιηθεί κάπως. Είπα να φύγει άμεσα για αξονικό αλλά η Αμέτι διαφωνούσε.

«Να την ανοίξουμε κατευθείαν», είπε. «Αν πνιγεί στο αίμα μέχρι να βγει ο αξονικός τσάμπα την σώσαμε».

«Στα τυφλά ρε μαλάκα; Δεν θ’ αντέξει».

«Κώστα, έχει σπάσει κάθε οστό του κορμιού της. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να την σκοτώνει όσο μιλάμε. Προτείνω γιόλο»

Δεν είχε άδικο όμως κι εμένα δεν μ’ άρεσε να λοξοδρομώ απ’ τα σίγουρα. Το σκέφτηκα μα τελικά με έπεισε. Της δώσαμε άλλες δυο φιάλες αίμα και την ανεβάσαμε στην Β’ χειρουργική.

Ο αναισθησιολόγος ετοίμαζε το μείγμα, όταν άνοιξε τα μάτια της μισό χιλιοστό, ίσα-ίσα να μοιάζει ζωντανή. Ο νοσηλευτής το κατάλαβε, της είπε ήρεμα ότι βρισκόταν σε νοσοκομείο και τα συναφή και να μην ανησυχεί. Το κορίτσι κάτι ψέλλισε που δεν το πιάσαμε, το επανέλαβε πιο δυνατά.

«Τι είπε;», έκανε η Αμέτι χωρίς να διακόψει την προετοιμασία.

«Ξένη είναι. Μην είναι δικιά σας;» ρώτησα.

«Ούτε καν…» μου απάντησε και άρχισε την αποστείρωση με τον βοηθό.

Ξαφνικά το μηχάνημα άρχισε να βαράει.

«Ανακοπή!» φώναξα και πέσαμε πάλι πάνω της. Γούρλωσε τα μάτια, με κοίταζε τώρα κανονικά.

«Πόμο στέμι», ξανάπε. «Πόμο στέμι…»

Ζήτησα αδρεναλίνη, ο νοσοκόμος της άνοιξε το στόμα, άδειασε μια αμπούλα και κράτησε χρόνο. Ο σφυγμός έπεφτε ακάθεκτος, την έβλεπα να κλειδώνει το βλέμμα και να ασπρίζει τελείως.

«Απινίδωση, τώρα!»

Πήρα τα pads, λίγο τζελ, δώσαμε 360. Ο απινιδωτής φόρτισε και την τίναξα ολόκληρη. Δεν επανερχόταν. Ξανά. Πάλι τίποτα. Την χτυπούσα ξανά και ξανά ώσπου η καρδιά της φλάταρε, το μόνιτορ άρχισε να σφυρίζει. Πριν προλάβω να μιλήσω, η Αμέτι άρχισε ανάνηψη, ο νοσοκόμος τράβηξε τα σωληνάκια και της κούμπωσε μάσκα. Η Αμέτι σταμάτησε, το στήθος του κοριτσιού έμεινε ακίνητο, ξανάρχισε τις συμπιέσεις. Συνεχίσαμε ΚΑΡΠΑ εναλλάξ, ιδρώναμε, τα μάτια έτσουζαν, μας σκούπιζαν κάθε τόσο το μέτωπο. Τέλειωσα ένα ακόμη σετ και το πήρα απόφαση. Τραβήχτηκα και κοίταξα το ρολόι στον τοίχο. Έκανα να δηλώσω ώρα αλλά η Αμέτι με παραμέρισε και ξανάρχισε. Την πίεζε με όλο της το βάρος, το στέρνο υποχωρούσε σχεδόν ως το τραπέζι. Αν της είχε μείνει πλευρό όρθιο, τώρα θα ΄χε γίνει κομμάτια.

«Άρντι»

«Όχι ακόμη», είπε αγκομαχώντας.

«Άρντι», πήγα να την πιάσω από το μπράτσο, εκείνη τράβηξε το χέρι της.

Ήταν ξέπνοη. Έβγαλε το σκουφί, παραμέρισε την μάσκα και κοίταζε το άψυχο κορμί στο τραπέζι. Κανείς δεν μιλούσε.

«Όχι έτσι ρε γαμώτο… Όχι μετά απ’ όλα αυτά…»

«Ώρα θανάτου 02.28» είπα.

«Φτου σου ρε πούστη, νέο παιδί…» πέταξε τα γάντια της στο πάτωμα και βγήκε από το χειρουργείο.

Ο «νευροχει» αφαίρεσε το νάρθηκα και της έκλεισε τα μάτια. Κάλεσα το νεκροστάσιο να παραλάβουν την σωρό και πήγα να γράψω την αναφορά μου.

Ήρθε και με βρήκε η Ελένη. Κρατούσε το εισιτήριο και τις εξετάσεις του κυρ-Ηλία.

«Εισαγωγή;», απόρησα.

«Έμφραγμα», μου είπε.

«Πλάκα κάνεις…»

«Να, δες» είπε και μου ‘δειξε το καρδιογράφημα.

«Ρε τον σκατόγερο…» μου ξέφυγε.

«Όλους θα μας θάψει ο στρατηγός!», αστειεύτηκε, πήρε τις εξετάσεις και έφυγε για την ΜΕΘ.

Πήγα στην διαλογή ν’ αφήσω το εισιτήριο. Είχε πλακώσει νέα πελατεία, ο φανταράκος πελαγοδρομούσε, κατέγραφε στο βιβλίο, περνούσε στο κομπιούτερ και μοίραζε διαλογόχαρτα σε έξαλλους συνοδούς ασθενών.

«Έχουμε τίποτα;»

«Κάνα δυο εμπύρετα μόνο, τα υπόλοιπα μπορούν να περιμένουν».

«Μαθαίνεις γρήγορα» του είπα, και το αγόρι χαμογέλασε.

«Τι έγινε με την κοπελιά;» ρώτησε.

«Κατέληξε», του είπα και τον είδα να χάνεται στιγμιαία.

«Δε σωζόταν», συνέχισα, «μην στεναχωριέσαι». Κούνησε το κεφάλι.

«Αυτοί που την έφεραν που είναι;»

Μου έδειξε. Καθόντουσαν όπως πριν στην αίθουσα αναμονής. «Διώξε τους Α.Μ.» του είπα και πήγα προς το μέρος τους.

Εξήγησα στους δυο άντρες τι έγινε και τι θα επακολουθούσε. Ο νεαρός έδειχνε να σοκάρεται, ο 45άρης συνέχιζε να κοιτάζει σκεφτικός το κενό. Πρόσεξα πως έστριβε νευρικά τη βέρα του γύρω από το δάχτυλο. Άρχισαν να κουβεντιάζουν, επίτηδες δεν απομακρύνθηκα. Ο μικρός πρότεινε στον μεγάλο να φύγει, θα δήλωνε ότι την βρήκε μόνος του. Ο άλλος δεν μπήκε στον κόπο να του εξηγήσει για ποιο λόγο δεν έπαιζε αυτή η επιλογή.

«Καλύτερα να μείνει ο κύριος», μπήκα στη μέση. Πάλι δεν καταλάβαινε. «Μην σας ταλαιπωρούμε άδικα, δε χρειάζεται» πρόσθεσα.

Ο μεγαλύτερος με κοίταξε στα μάτια. Ένευσα ότι είναι οκέι. Ο νεαρός έβαλε το παλτό του, τον άγγιξε όπως πριν, ο άλλος του πήρε με μια κίνηση το χέρι και το έσφιξε μερικά δεύτερα μέσα στα δικά του.

Όπως περνούσα μπροστά από τον γύψο πρόσεξα το φωτιστικό αναμμένο. Η Αμέτι είχε αποκοιμηθεί στο εξεταστήριο∙ για μια στιγμή σκέφτηκα να της βγάλω τα crocs. Την πλησίασα, το Chivas βρισκόταν πάνω στο γραφείο, το πήρα και μέτρησα με το μάτι. Αν ήπιε θα ‘ταν κάνα-δυο γουλιές. Το ‘βαλα στην τσέπη μου, δυνάμωσα την ένταση στο ασύρματό της και έσβησα το φως.

Ξαναγύρισα στην διαλογή. Έκλεισα πίσω μου την εσωτερική πόρτα, κατέβασα ένα-ένα όλα τα στόρια να μην φαινόμαστε και κάθισα σε μια καρέκλα με τα πόδια πάνω. Ο στρατιώτης απόρησε.

«Άραξε ρε μαλάκα να πάρουμε μια ανάσα» του είπα. «Διαταγή».

Με μιμήθηκε. Έτριψε τα μάτια του και έβγαλε ένα χασμουρητό.

«Πόμο στέμι» είπα ξαφνικά, έτσι χωρίς λόγο. «Πόμο στέμι».

«Που το ακούσατε αυτό;» με ρώτησε.

«Γιατί, ξέρεις τι σημαίνει;» του ‘κανα μισοαστεία.

«”Σώστε με”. Πόμο στέμι θα πει “σώστε με” στα σλοβάκικα».

«Εκεί σπούδασες;»

«Μάλιστα.»

Ίδια ηλικία είχαν. Θα μπορούσαν να είχαν γνωριστεί σε καμιά μπυραρία της Μπρατισλάβας, να έκαναν έρωτα, να τον ξεναγούσε στην πατρίδα της κι αυτός να της μιλούσε για την Ελλάδα. Μπορεί να την έφερνε Θεσσαλονίκη και να τον περίμενε τώρα στις εξόδους του, ή να τον κρατούσε στην Σλοβακία. Κάτι τέτοιο.

“Σώστε με”. Τι άλλο. Κάτι ήθελα να πω, μα δεν έβρισκα τι, ούτε ήξερα αν έπρεπε να το πω στο παλικάρι, στην Αμέτι ή στον άντρα που την έφερε.

Έβγαλα το ουίσκι και ήπια μια γενναία γουλιά απ’ το μπουκάλι. Το έτεινα στον στρατιώτη, με κοίταξε σα να ‘μουν εξωγήινος. Του έγνεψα κλείνοντας το μάτι. Εκείνος το πήρε, ξανακοίταξε μια εμένα, μια το μπουκάλι, το μύρισε και ήπιε μια γουλίτσα, έπειτα άλλη μια.

«Χρόνια πολλά λεβέντη μου», είπα τελικά. «Καλά Χριστούγεννα».

 

 

 

(*) Ο Βασίλης Μόσχος είναι συγγραφέας, η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο “Θραύσματα” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος

Προηγούμενο άρθροΧριστουγεννιάτικο 7, “Οι Κυρίες στην Ακτή” (του Δημήτρη Τερζή)
Επόμενο άρθροΑντόν Τσέχωφ “Βάνκα” (μτφρ: Δ.Β.Τριανταφυλλίδης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ