Χριστουγεννιάτικο 7, “Οι Κυρίες στην Ακτή” (του Δημήτρη Τερζή)

0
190

του Δημήτρη Τερζή.

Τις είδα για πρώτη φορά ένα μεσημέρι του Δεκέμβρη. Είχα βρει δουλειά για καμιά βδομάδα κι εκείνη η μέρα ήταν δύσκολη, είχε ρίξει πάγο αποβραδίς και το χορτάρι ασήμιζε στα πόδια μου. Περπατούσα κι άκουγα μικρά σπασίματα σε κάθε πάτημά μου· άφηνα πίσω μου πατημένη χλόη και λάσπη αλλά ποιος νοιαζόταν τώρα; Η δουλειά έπρεπε να γίνει γρήγορα, να τα μαζέψουμε και να γυρίσουμε στην πλατεία αναζητώντας θαλπωρή σε κάποιο καφενείο πλάι στη στόφα. Τούτος ο ήλιος του Δεκέμβρη μοιάζει να βγήκε για τα μάτια του κόσμου. Δεν με ζεσταίνει.

Η ακτή ήταν έρημη την ώρα που φτάσαμε στα εξοχικά. Αφήσαμε το φορτηγάκι του Μανόλη στον παράδρομο και συνεχίσαμε με τα πόδια. Δεν ήταν εύκολο να περπατήσεις στην ακτή Δεκέμβρη μήνα. Αναγκαζόμασταν να σκαρφαλώνουμε σε ολόκληρα λοφάκια από μουσκεμένα φύκια που είχε ξεβράσει η θάλασσα τις νύχτες της αντάρας της. Οι γαλότσες βυθίζονταν στα σαπισμένα φυτά μ’ έναν πνιχτό, υγρό θόρυβο· σαν σήκωνες το πόδι ήταν λες και ξεβούλωνες καμπινέ με βεντούζα. Η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε ώσπου φτάσαμε στο πρώτο εξοχικό και περάσαμε το φράχτη. Μια αηδία ήταν η δουλειά αλλά σαν δεν υπήρχε κι άλλη χειμωνιάτικα, σωπαίνεις και την κάνεις. Εγώ έτσι έκανα τότε κι ήμουνα μόνος. Μήτε παιδιά, μήτε σκυλιά. Ο Μανόλης είχε τρία αγόρια κι ένα τέταρτο σπαρμένο. Προχωρούσε σκυφτός με τα σύνεργα στο χέρι και έμοιαζε λες κι έμπαινε κάθε φορά ολόκληρος στη γλίτσα που σάπιζε στην ακτή, και κάθε φορά έβγαινε αλώβητος απ’ αυτήν. Δεν τον ένοιαζε η δουλειά. Τον έκαιγε το μεροκάματο.

Συντηρούμε στέγες. Ο Μανόλης δηλαδή κι εγώ του δίνω ένα χεράκι. Τούτος ο Χειμώνας έπεσε βαρύς απ’ το Νοέμβρη ακόμα. Έξι τρόμπες σήκωσε σε μια βδομάδα ο καιρός και δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο όρθιο, μήτε στο χωριό, μήτε δω στα εξοχικά των νοικοκύρηδων που στέκονται στη σειρά περιμένοντας το καλοκαίρι. Σκοτείνιασε ο κόσμος σαν πήραν τη στροφή απ’ τον κάβο οι τρόμπες, μαινάδες αφιονισμένες ίσα με εκατό μπορεί και διακόσια μέτρα ύψος η μία πίσω απ’ την άλλη, ν’ αριβάρουνε σειάμενες, κουνάμενες, μ’ αστραπές να αυλακώνουν τ’ ανήλιαγα σωθικά τους. Θαλασσινός δεν είμαι αλλά απ’ τις τρόμπες ξέρω να φυλάγομαι. Πιτσιρικάς σαν ήμουν, μία από δαύτες ξεθεμέλιωσε το καμπαναριό της εκκλησίας. Θρυμμάτισε τη πέτρα του σαν φρυγανιά και σήκωσε την καμπάνα – βαριά καμπάνα από κασσίτερο – τη σήκωσε ψηλά και την πήρε μαζί της στα βάθη. Κάποιοι παλιοί καπεταναίοι ορκίζονται πως σαν καβαλήσεις τον κάβο κι ορτσάρεις στο πέλαγος θ’ ακούσεις το θρήνο της σαν χτυπάει απ’ τα τρίσβαθα της θάλασσας. Φταίει λένε, που αποκόπηκε απ’ το ιερό της. Μπορεί πάλι τούτοι οι όρκοι να μην σημαίνουν τίποτα μιας και οι καπεταναίοι το τσούζουν λιγάκι. 

– Η τρόμπα θέλει “κόψιμο” σαν την αντικρίσεις, έλεγε ο μπάρμπας μου, Θεός σχωρέστον, που και αυτός θαλασσινός δεν ήταν αλλά σαν πιο μεγάλος πίστευε ότι όριζε καλύτερα τα πράματα. 

– Θες μια πεντάλφα, ένα ευαγγέλιο και μαυρομάνικο μαχαίρι, συμπλήρωνε με μια αδιευκρίνιστη σιγουριά λες και ήταν ο κάτοχος ένας πανάρχαιου μυστικού που δεν το γνώριζαν παρά μόνο λίγοι στα χρόνια, λίγοι και καλοί.

Δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμάσω ποτέ αυτό τον εξορκισμό για το στοιχειό της φύσης και ούτε ήθελα για να’ μαι ειλικρινής. Αυτό που μας έκαιγε τώρα ήταν να δούμε τις ζημιές και τι μπορούσαμε να κάνουμε γι’ αυτές πριν ο καιρός έπαιρνε πάλι τις ανάποδες του. 

Ο Μανόλης είχε ανέβει ήδη στη σκεπή και μου πετούσε τα σπασμένα κεραμίδια που τα’ κανα σωρό και τα έβαζα στην άκρη. Τότε ήταν που τις είδα να βγαίνουν στην ακτή από ένα μονοπάτι χαμένο μέσα σε κάτι καλαμιές, κατακίτρινες απ’ το νερό και τ’ αλάτι. Κοντοστάθηκα να δω καλύτερα και παραλίγο να με πετύχει ένα ακροκέραμο στο κεφάλι το οποίο τελικά έσκασε δίπλα μου στη λάσπη. 

– Τι κάνεις μωρέ; Χάζεψες; αναρωτήθηκε ο Μανόλης που όπως είπα είχε πέντε στόματα να θρέψει.

Δεν απάντησα και μοιραία – έξυπνος ήταν – ακολούθησε το βλέμμα μου κι αντίκρισε εκείνο που έβλεπαν τα μάτια μου. Δυο γυναίκες – μια στρουμπουλή και μια αδύνατη – να’ χουν βγει στην ακτή· η μία – η στρουμπουλή – έσερνε ένα σκύλο από δίπλα, η άλλη – η αδύνατη – έσερνε μιαν αλυσίδα. Τις παρατηρούσα να αγκομαχάνε ανάμεσα στα φύκια, τις ακούσαμε να βγάζουν μικρές κραυγές τρόμου σαν δυο, τρεις φορές πήγαν να γλιστρήσουν, μα εκείνες δεν μας είχαν πάρει χαμπάρι. Έμοιαζαν με συνταξιούχες ακροβάτισσες που βγήκαν για πρόβα· “πως να ισορροπήσετε στη λάσπη και στα μουσκεμένα φυτά που μπλέκονται στα πόδια σας”. Γούστο είχαν. Έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει.

– Άιντε, καλά λέω, χάζεψες… μουρμούρισε απ’ τη σκεπή ο Μανόλης.

Συνεχίσαμε τη δουλειά μα συχνά, πυκνά γύριζα το βλέμμα προς το μέρος τους καθώς απομακρύνονταν προς την αντίθετη μεριά, να περπατάνε σαν μεθυσμένοι που γυρίζουν τύφλα απ’ το καπηλειό. Ναι, είχαν γούστο.

 

Τις επόμενες μέρες ήμασταν τυχεροί, ο καιρός κράτησε και κάναμε δουλειά, τέσσερα γεμάτα μεροκάματα, δύο σπίτια φτιαγμένα. Ο Μανόλης είχε πάρει τα πάνω του μιας και το τραπέζι στις γιορτές θα’ τανε γεμάτο με καλούδια, όχι με υπολείμματα απ’ τον έρανο της Μητρόπολης. Εμένα πάλι δεν μ’ ένοιαζε. Είχαν περάσει οι εποχές που τις μέρες τις μετρούσα ανάλογα με το πιάτο στο τραπέζι · και φασόλια σκέτα να’ χα πάλι καλά θα ήμουν.

Είχε μεσιάσει ο ήλιος στον ουρανό μια μέρα που γύρισα πάλι το βλέμμα προς την ακτή και τις είδα. Το ίδιο σκηνικό, τα ίδια ρούχα, ο σκύλος, η αλυσίδα που σερνόταν και παγίδευε μουσκεμένα φύκια στο πέρασμά της. Το παιχνίδι της ισορροπίας, οι μικρές φωνές που ακούγονταν τόσο νεανικές από μακριά αλλά δεν ήταν.

– Ποιες είναι μωρέ; Θα σκάσω, είπα ανάβοντας ένα τσιγάρο.

– Γιατί δεν πας να συστηθείς; γέλασε ο Μανόλης.

Ήμουνα έτοιμος να το κάνω, δεν ξέρω γιατί και πως, από περιέργεια μάλλον γι’ αυτό το θεατρικό σκηνικό που παιζόταν κάθε μέρα μπροστά μου, ήθελα να μάθω ποιες ήταν, από που έρχονταν και που πήγαιναν. Δεν είχα δικαιολογία όμως.

Τότε ήταν που τρίκλισε η μία, παραπάτησε και βρέθηκε με το πλάι πάνω στα φύκια, μια σπιθαμή απ’ το κύμα, σαν καράβι τσακισμένο στην ακτή.

Έτρεξα. Ο Μανόλης κάτι φώναξε. Δεν τον άκουσα.

Άκουσα το κλάμα να βγαίνει παραπονιάρικο, περισσότερο απ’ απόγνωση παρά από πόνο. Με μεγάλες δρασκελιές βρέθηκα κοντά τους, (η στρουμπουλή είχε πέσει όντως στο πλάι, η αδύνατη έκλαιγε παραπονιάρικα, αυτό ήταν το παράξενο, δεν διαμαρτυρόταν η χτυπημένη μα η άλλη). Το σκυλί, ένα άτυχο πλάσμα γεμάτο πληγές σ’ όλο του το δέρμα, είχε σταθεί με τη γλώσσα έξω αναλογιζόμενο το δικό του μαρτύριο· το αλάτι που πότιζε τις πληγές του, βασανίζοντάς το ακόμα πιο πολύ.

Αντιλήφθηκαν τον ερχομό μου σαν έσκυψα κοντά τους. Η στρουμπουλή με καλωσόρισε με το βλέμμα του παλιού γνωστού που συναντάς στον περίπατο και χαίρεσαι γι’ αυτό. Η αδύνατη έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και τινάχτηκε προς τα πίσω.

– Χτυπήσατε; Είστε καλά, ρώτησα την πεσμένη αγνοώντας την άλλη.

– Κάρολε… είπε εκείνη χαμογελώντας. Για μια στιγμή ασχολήθηκε με το φόρεμά της που κυλιόταν στη λάσπη και στα βρεγμένα χορτάρια. Αναστέναξε.  

– Το ήξερα πως θα έρθεις αμέσως, πρόσθεσε. Είχες βγει για ιππασία αυτή την όμορφη μέρα; Έτσι δεν είναι; Που είναι το άλογό σου; Αχ, είδες πόσο απρόσεχτη είμαι; Λέρωσα και το καινούργιο μου φουστάνι. Και ο Μαξ… Θεέ μου, που είναι ο Μαξ; Α, νάτος, δόξα τω Θεώ… Μαξ, χρυσό μου, η μαμά είναι καλά.

Πήρε το σκύλο στα χέρια της, το δύστυχο το ζωντανό πονούσε και το’ δειχνε, μα αυτή η γυναίκα δεν του έδινε καμία σημασία.

– Αιμιλία, δεν είναι ο Κάρολος και απορώ με σένα, ακούστηκε επιτακτική η φωνή της αδύνατης γυναίκας που είχε βρει το χρόνο να συνέλθει και να με παρατηρήσει καλύτερα. Το ίδιο έκανα κι εγώ. Άρχισα να ρουφάω με μια πρωτόγνωρη μανία τα χαρακτηριστικά τους, είχε έρθει επιτέλους η ώρα να ικανοποιήσω την περιέργειά μου για τούτα τα δύο πλάσματα που είχαν την αποκοτιά να βγαίνουν κάθε μέρα στη θάλασσα Δεκέμβρη μήνα, την ώρα που θα έπρεπε να βρίσκονται τυλιγμένες ζεστά σε κάποιο καναπέ ή πολυθρόνα με το τζάκι αναμμένο ή το καλοριφέρ στο φουλ. Είχα μπροστά μου δύο γηραιές κυρίες, δύο κυρίες στην ακτή του Χειμώνα. Εκείνη τη στιγμή έκανα αυτό για το οποίο με είχε κοροιδέψει ο Μανόλης. Συστήθηκα.

– Κάρολε, άφησε κατά μέρος τα χωρατά και βοήθησέ με να σηκωθώ, είπε η πεσμένη αγνοώντας τ’ όνομά μου. Τι θα πει ο κόσμος αν με δει σ’ αυτή την γελοία κατάσταση; Αλεξάνδρα, νομίζω πως πρέπει να τηλεφωνήσεις στο Δήμαρχο να του τα πω ένα χεράκι για την κατάσταση που επικρατεί στην παραλία. Προχθές στη δεξίωση του γιατρού τον είδα μα έδωσα τόπο στην οργή. Αλλά αυτό παραπάει. Κοίταξε το φόρεμά μου… όχι κοίταξέ το!

Τη βοήθησα και στηρίχτηκε πάνω μου. Ήταν βαριά αλλά και ευκίνητη. Δεν με παίδεψε πολύ.

– Αιμιλία πονάς; Πες μου! Χτύπησες; Να δω… Θεέ μου!

– Μην ανησυχείτε, την καθησύχασα. Έπεσε πάνω στα φύκια. Απορρόφησαν το χτύπημα. Μόνο η τρομάρα είναι.

– Και είστε γιατρός; μου απηύθυνε για πρώτη φορά το λόγο η αδύνατη, έναν λόγο αποδοκιμασίας κι αποστροφής.

– Όχι… γιατρός δεν είμαι. Είμαι αυτός που έτρεξε όλο το δρόμο από εκείνο το σπίτι για να σας βοηθήσει, παρατώντας τη δουλειά μου.

Η περηφάνιά της είχε υποστεί την πρώτη ήττα. Έσκυψε το βλέμμα και το ξανασήκωσε σχεδόν αμέσως.

– Σας ευχαριστούμε κύριε. Αν με βοηθήσετε να επιστρέψω τη χτυπημένη αδελφή μου στο σπίτι θα μπορούσαμε να πιούμε ένα τσάι πλάι στο τζάκι.

– Κάρολε, θα μείνεις για φαγητό το μεσημέρι. Επιμένω, πρόσθεσε η χτυπημένη αδελφή που είχε πάρει το σκυλί αγκαλιά και του χάιδευε τ’ αυτιά.

Τις ακολούθησα.

 

Το σπίτι το γνώριζα, είχα περάσει πολλές φορές από εκείνο το δρόμο, παρατηρώντας τα κλειστά παραθυρόφυλλα, τον απεριποίητο κήπο με τις πρασιές να εξέχουν δεξιά αριστερά και τη μεγάλη δρύινη πόρτα στο χρώμα της σκουριάς, ερμητικά κλειστή. Είχα ακούσει πως ήταν το σπίτι ενός μεγαλέμπορου σταφίδας των παλαιών χρόνων, τότε που το βάρος του καρπού ζυγιζόταν σε καθαρό χρυσάφι. Άλλα χρόνια εκείνα, σπουδαία κατά πως έλεγαν οι παλιοί, ίσως να ήταν μύθος κι αυτός σαν εκείνον της καμπάνας. Εξάλλου οι παλιοί έχουν πεθάνει πια.

Το εσωτερικό ήταν παγωμένο και διαπίστωσα πως η ανάσα μου έβγαινε σε μικρές, ακαθόριστες τούφες οι οποίες χάνονταν στο ψηλοτάβανο δωμάτιο με τα κλειστά παράθυρα, εκεί καταλήξαμε να καθόμαστε, η στρουμπουλή γυναίκα με το σκύλο στο χέρι, εγώ απέναντί της σε μια άβολη πολυθρόνα και η αδελφή της όρθια, να κρατά την αλυσίδα στο χέρι σαν τρόπαιο στο δρόμο για την κόλαση. Ήμουν σίγουρος πια γιατί την κρατούσε. Θα την έδενε στο πόδι της και σαν έφτανε στο πρώτο καζάνι που κόχλαζε δεν θ’ άφηνε το διάβολο να την δέσει, θα το έκανε η ίδια με τη μεγαλύτερη προθυμία. Θα δενόταν και θα έμενε εκεί απολαμβάνοντας τις καντήλες να φουσκαλιάζουν το κορμί της. Μπορεί να έφτανε στο σημείο να έβγαζε η ίδια την πέτσα από πάνω της. Είναι σαν να τη βλέπω να την περιεργάζεται στο σκοτάδι και στις αναλαμπές της θεόρατης φωτιάς την οποία και θα τάιζε μ’ αυτήν κλείνοντας τα μάτια κι απολαμβάνοντας το τσιτσίρισμα της καμένης σάρκας…

– Καφέ η τσάι; Μα, με ακούτε; Γιατί δεν μιλάτε;

Στεκόταν από πάνω μου με την απορία να καθρεφτίζεται στα μάτια της, να βγάζει δόντια να με δαγκώνει, εμένα τον λασπωμένο άγνωστο που καθόταν στο σαλόνι της εκείνη την ώρα με την υγρασία να του περονιάζει τα κόκαλα. Ωχού! Τι θα έκανε ο Μανόλης που περίμενε πάνω στη στέγη; 

– Μα δεν πίνει τσάι ο Κάρολος. Ποτέ τέτοια ώρα. Που έχεις το μυαλό σου Αλεξάνδρα; είπε η αδελφή η οποία ήταν προφανές ότι είχε συνέλθει πια. Άφησε το δύστυχο το σκυλί στον καναπέ, σήκωσε το ογκώδες σώμα της δίχως δυσκολία και τράβηξε προς την άλλη γωνία. Στην παλιά σιφονιέρα μέτρησα τρία μπουκάλια. Ως δια μαγείας βρέθηκε μ’ ένα μικροσκοπικό ποτήρι στο χέρι, το γέμισε μ’ ένα σκουρόχρωμο ποτό και μου το έτεινε παρέα με το πιο γλυκό της χαμόγελο.

– Για να ζεσταθείς καλέ μου.

– Πιείτε το κι αν έχετε την καλοσύνη να φύγετε έπειτα, ψιθύρισε στο αυτί μου η Αλεξάνδρα την ώρα που η αδελφή της έπιανε πάλι τη θέση της στον καναπέ.

Αυτό έκανα. Δοκίμασα μια γουλιά, πνίγηκα απ’ τη ζάχαρη του λικέρ που νικούσε κατά κράτος την κάψα του αλκοόλ και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της Αμαλίας, έφυγα. Η Αλεξάνδρα με ξεπροβόδισε. Στην πόρτα κοντοστάθηκε και είπε.

– Μην ακούτε τι λένε για μας. Δεν έχουμε τίποτε. Δεν μας έχει απομείνει τίποτε.

Τις επόμενες δυο μέρες δεν πήγα για δουλειά. Ο Μανόλης, σκασμένος που τον παράτησα εκείνο το πρωί μου κράτησε μούτρα και στη θέση μου πήρε έναν Αλβανό, ένα αμούστακο παιδαρέλι στο οποίο ξεσπούσε όλα του τα νεύρα για τη στάση μου και για το γεγονός ότι δεν μπορούσε να με παραβγεί στη γρηγοράδα. Είχε το μυαλό του στις γκόμενες, γάμπριζε από μικρός και αυτή η στάση εξόργιζε το Μανόλη που έβλεπε ότι σώνανε οι μέρες και δεν θα προλάβαινε να τελειώσει τις στέγες. 

Περπατούσα στην παραλία τα πρωινά και τον έβλεπα από μακριά σκαρφαλωμένο σα νυχτερίδα να αγκομαχάει και να βρίζει επειδή η δουλειά δεν γινόταν σωστά και κυρίως γρήγορα. Με είδε κι εκείνος αλλά δεν μου μίλησε. Γύρισε την πλάτη και πλάκωσε ξανά στα βρισίδια το παιδαρέλι. 

Εκείνοι οι πρωινοί περίπατοι κατέληγαν πάντα στο σπίτι των δύο αδελφών. Στο σύνορο του απεριποίητου κήπου με το δρόμο καθόμουν και περίμενα, πότε καπνίζοντας ένα τσιγάρο, πότε σφυρίζοντας κάποιο σκοπό. Τα παραθυρόφυλλά του παρέμεναν κλειστά, αυτή η ακινησία του χώρου και του χρόνου με γοήτευε. Τίποτε δεν έμοιαζε να πηγαίνει εμπρός ή πίσω σε αυτό το μέρος. Τίποτε δεν άλλαζε και όλα έμεναν ίδια. Μου άρεσε αυτή η αίσθηση, το γεγονός πως δεν συνέβαινε κάτι ώστε ν’ αλλάξει τα δεδομένα. Σιγά, σιγά αυτή η επίσκεψη έγινε συνήθεια σαν ξυπνούσα το πρωί, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να περπατήσω ως το σπίτι. 

 

Ήρθαν τα Χριστούγεννα.

 

Ο καιρός πάγωσε απότομα και η θάλασσα πήρε εκείνο το μολυβί χρώμα της μουχλιασμένης ταφόπλακας. Η συνήθειά μου δεν άλλαξε. Συνήθιζα να πίνω καυτό τσάι στο οποίο βουτούσα παξιμάδια με μέλι για να με κρατήσει, ντυνόμουν όσο καλύτερα μπορούσα, τύλιγα κι ένα κασκόλ στο λαιμό κι έβγαινα στο καθημερινό μου κατευώδιο. Περνούσα απ’ τις κλειστές πόρτες του καπηλειού και του παντοπωλείου, χαιρετούσα τον ταχυδρόμο που συνήθως εκείνη την ώρα ανέβαινε στο ποδήλατό του για το καθημερινό του μοίρασμα κι έβγαινα στην αφρισμένη ακτή.  Έπαιρνε κάνα τέταρτο ώσπου να φτάσω στο σπίτι, είχα βρει απάγκιο σε μια γωνία και καθόμουν σιωπηλός. Αν δεν κρύωνα πολύ άναβα τσιγάρο που το κρατούσα όσο πιο κοντά γινόταν στα χνώτα μου για να ζεσταίνω τα χέρια μου. Το απέναντι σπίτι απ’ το δικό μας – ναι, το σπίτι των αδελφών το θεωρούσα κατά κάποιο τρόπο και δικό μου πια – ήταν στολισμένο με αξιολύπητα στολίδια, τα μισά γιορτινά φώτα που ήταν κρεμασμένα στα παράθυρα δεν άναβαν κι ένας μικρός Άγιος Βασίλης που υποτίθεται ότι φώτιζε τη νύχτα δεν είχε σκούφο, ούτε καν μύτη. 

Δεν μ’ έβλεπε κανείς εκείνες τις ώρες. Ψυχή.

Τις γιορτές τις πέρασα μόνος. Έφαγα και ήπια όσο ήθελα. Κοιμήθηκα άλλο τόσο. Θυμάμαι ότι έβρεχε για τρία μερόνυχτα συνέχεια. Το τέταρτο βράδυ, αργά, ένας χτύπος στην πόρτα μου έφερε την Αστυνομία. Ακολούθησα τους δύο άνδρες που με κοίταζαν με ένα είδος σιγουριάς ή μπορεί να ήταν πάλι και η αποχαύνωση που προκαλούν οι μέρες των εορτών, αυτό το οργιαστικό ξεφάντωμα της τροφής και του πιοτού που ξεπλένει την ουσιαστική υπόσταση των πραγμάτων. 

Βρέθηκα σ’ ένα δωμάτιο μ’ έναν καλό κι έναν κακό μπάτσο. Όπως στις ταινίες του κινηματογράφου. Ο ένας μου πρόσφερε τσιγάρο ο άλλος απ’ την πρώτη στιγμή μού μίλησε στον ενικό. Πέρασαν κάποιες ώρες έτσι, μπορεί και μέρες, με τσιγάρο κι ερωτήσεις. Οι ίδιες ερωτήσεις. Κι εγώ έδινα τις ίδιες απαντήσεις με τη γλώσσα μου να στάζει νικοτίνη. 

– Γιατί πήγαινες και στεκόσουν έξω απ’ το σπίτι;

– Βόλτα.

– Πότε είδες για τελευταία φορά τις γυναίκες που έμεναν στο σπίτι;

– Μια φορά μόνο. Τις βοήθησα.

– Που;

– Στην παραλία.

– Γιατί;

– Γιατί χρειάζονταν βοήθεια.

– Δεν μας τα λες καλά.

– Δεν φταίω εγώ αν δεν σας λέω αυτό που θέλετε ν’ ακούσετε.

– Μου κάνεις τον έξυπνο ρε καριόλη;

– Όχι.

 

 Είχα ακούσει πως ήταν το σπίτι ενός μεγαλέμπορου σταφίδας των παλαιών χρόνων, τότε που το βάρος του καρπού ζυγιζόταν σε καθαρό χρυσάφι. 

 

– Ομολόγησε ρε συ να τελειώνουμε. Μην είσαι χαζός. Έλα, μην το παιδεύεις, αμαρτία είναι.

– Δεν έχω κάνει κάτι.

– Ωχ μωρέ τώρα. Αφού πήγες σπίτι τους. Ξέρουμε ότι ψωμολυσσάς. Έλα τώρα, μεταξύ μας. Έλα, πες την αλήθεια να τελειώνουμε. 

– Δεν έχω κάνει κάτι. 

– Πως το βλέπεις τώρα; Θα κάτσουμε ως τα Φώτα εδώ μέσα;

– Εγώ δεν έχω κανονίσει τίποτα.

– Κακό του κεφαλιού σου.

– Θα ήθελα λίγο νερό.

 

Στεκόταν από πάνω μου με την απορία να καθρεφτίζεται στα μάτια της και να βγάζει δόντια να με δαγκώνει, εμένα τον λασπωμένο άγνωστο που καθόταν στο σαλόνι της εκείνη την ώρα με την υγρασία να του περονιάζει τα κόκαλα. 

 

– Σ’ εμπιστεύτηκαν. Σ’ έβαλαν σπίτι τους. Και συ τις έσφαξες σαν τραγιά. Ακόμα και το δύστυχο σκυλί ρε! Τι σου’ φταιξε το ζωντανό ρε κερατά; Αυτή είναι η πραγματικότητα, το ξέρεις και το ξέρουμε. Ομολόγησε να τελειώνουμε. Έλα, παρατράβηξε το αστείο.

– Θα ήθελα λίγο νερό. 

– Θα πιεις νερό όταν το πω εγώ.

– Εντάξει. Αλλά θα ήθελα λίγο νερό.

– Το Χριστό σου κωλόπαιδο!

 

Μ’ άφησαν κάποια μέρα του χρόνου που δεν θυμάμαι. Το φως του Γενάρη τύφλωσε τα μάτια μου. Στάθηκα έξω απ’ την Ασφάλεια νοιώθοντας τα βλέμματά τους να με καρφώνουν σαν βέλη στην πλάτη. Στάθηκα για ώρα εκεί και ανέπνεα. Με σκούντηξε κάποιος απρόσεκτος περαστικός. Δεν έδωσα σημασία. Ανέπνεα. Ήμουν ελεύθερος.

 “Μην ακούτε τι λένε για μας. Δεν έχουμε τίποτε. Δεν μας έχει απομείνει τίποτε.”


Δεν μ’ έβλεπε κανείς εκείνες τις ώρες. Ψυχή.

Προηγούμενο άρθροΧριστουγεννιάτικο 6 : «Καρδιά του χειμώνος, Χριστούγεννα, Άι Βασίλης, Φώτα»  (1976-) 2016 του Αριστοτέλη Σαΐνη
Επόμενο άρθροΧριστουγεννιάτικο 8, “Ρεβεγιόν” (του Βασίλη Μόσχου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here