Το τέλος της τριλογίας του Γ. Ατζακά

0
1221

 

Της Έλενας Χουζούρη.

 

 

Το πρώτο μυθιστόρημα του Γιάννη Ατζακά «Διπλωμένα φτερά» [ΑΓΡΑ] που είχε κυκλοφορήσει το 2007, φανέρωσε έναν  συγγραφέα που αποφασίζει  να γράψει σε ώριμη πια ηλικία έχοντας έναν πλούσιο γνωστικό εξοπλισμό που βασίζεται σ ένα πλουσιότερο, έστω και αρκούντως τραυματικό, βιωματικό υπόβαθρο. Η κριτική είχε υποδεχθεί ιδιαιτέρως ευνοικά την πρώτη εκείνη συγγραφική-πεζογραφική εμφάνιση του, εκ Θάσου καταγόμενου, Γιάννη Ατζακά. Ο πρωτοεμφανιζόμενος, το 2007, συγγραφέας  την δικαίωσε και με το παραπάνω αφού το αμέσως επόμενο μυθιστόρημά του « Θολός βυθός» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2009. Με μια ενδιάμεση στάση με το μυθιστόρημα «Κάτω από τις οπλές» [ΑΓΡΑ 2010], ο Ατζακάς κλείνει  την τριλογία που άνοιξε με τα «Διπλωμένα φτερά» με το «Φως της Φονιάς» που κυκλοφόρησε στο τέλος του 2013. Ο Ατζακάς είναι βιωματικός συγγραφέας με την έννοια που έχει δώσει στον όρο ο Γιώργος Ιωάννου, πέραν δηλαδή του απλώς αυτοβιογραφικού που εν πολλοίς λειτουργεί περιοριστικά ως  προς το εύρος, το βάθος,  και ιδιαιτέρως τις αποχρώσεις της επιχειρούμενης μεταμυθοπλασίας του βιωματικού υλικού έτσι ώστε το τελευταίο να εμφανίζεται  έως και αμφισβητούμενο ως προς την υποτιθέμενα εμφανή αληθοφάνειά του.  Βασιζόμενος ο Ατζακάς στα τραυματικά του βιώματα ανακαλεί ουσιαστικά  εκείνα της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής  Ελλάδας προσδίδοντας στην τριλογία του έναν συλλογικότερο χαρακτήρα,  με επίκεντρο την συλλογική μνήμη μιας ολόκληρης εποχής.  Στο πρώτο του μυθιστόρημα «Διπλωμένα φτερά» ο σχεδόν εξηντάρης αφηγητής επιχειρεί μια γενναία επιστροφή στην παιδική τραυματική του ηλικία και στον γενέθλιο τόπο για να μπορέσει να ξορκίσει και να συγχωρέσει εν τέλει ό,τι προκάλεσε το μέγα της ψυχής του τραύμα και να πορευθεί πλέον χωρίς το βάρος του. Παρόν και παρελθόν  συμπλέκονται και συνομιλούν σε μια συνεχή αλληλοδιαδρομή στο πρώτο μυθιστόρημα του Ατζακά. Προεξάρχουσα ηρωίδα η γιαγιά Βενετιά και ο ξεχασμένος πια αγροτικός της κόσμος. Μια δυνατή ηρωίδα που έρχεται να σταθεί στη σειρά της «Γυναίκας της Ζάκυνθος» και της Φραγκογιαννούς. Στο δεύτερο-βραβευμένο- μυθιστόρημά του «Θολός βυθός» ο μικρός γιος του αντάρτη-«μιάσματος» παραδίδεται από τη γιαγιά του στα χέρια της «Μεγάλης Μητέρας» ήτοι της Βασίλισσας Φρειδερίκης και στις παιδουπόλεις που είχε ιδρύσει για την «ορθή» εθνικόφρονα διαπαιδαγώγηση των ορφανών παιδιών των ανταρτών. Έντονο εδώ το συναίσθημα του βίαιου αποχωρισμού και της αποξένωσης από τον γενέθλιο τόπο, από τους οικείους αλλά και από ό,τι συμβολίζει  τον απόντα πατέρα. Στο τρίτο μυθιστόρημα  «Φως της Φονιάς» με το οποίο κλείνει η τριλογία, ο συγγραφέας, δια του μυθιστορηματικού του προσωπείου, του Γιάννη Αρχοντή δηλαδή, επιχειρεί και πάλι μια επιστροφή στον γενέθλιο τόπο. Αυτή τη φορά όμως πρόκειται για μια επιστροφή ενηλικίωσης. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι το «Φως της Φονιάς» είναι, εκτός των άλλων χαρακτηριστικών του,  ένα δυστοπικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Πραγματικά, ο έφηβος πια Γιάννης Αρχοντής, μετά από δέκα  χρόνια, εκ των οποίων τα οκτώ  στις παιδουπόλεις και  τα δύο τελευταία στο σπίτι-παράγκα πάμφτωχων συγγενών του στη Θεσσαλονίκη, επιστρέφει  στον γενέθλιο τόπο, στο οικογενειακό σπίτι, στην γιαγιά Βενετιά που εξακολουθεί να ζει τον ίδιο και απαράλλαχτο κύκλο ζωής, κύκλο της φύσης και των αναγκών της, την ίδια στιγμή που  προσπαθεί να βρει τρόπους για να μπορέσει να στείλει τον εγγονό της στη Καβάλα, να συνεχίσει τις δυο τάξεις του Γυμνασίου που του έχουν απομείνει. Πώς όμως επιστρέφει ο έφηβος Αρχοντής; Πώς επιστρέφει ένας έφηβος που στα τρυφερά χρόνια του, χρόνια της αθωότητας, γαλουχήθηκε με τα ακραία  εθνικοθρησκευτικά  μετεμφυλιακά ιδεώδη, την έντονη αντικομμουνιστική προπαγάνδα που τον έκανε να ντρέπεται για τον, σχεδόν, διαβολικό «συμμορίτη» πατέρα του, ο οποίος,   επιπλέον, είχε εγκαταλείψει τον μικρό γιο του με τόση σκληρότητα; Ο Ατζακάς πλέκει το μυθιστόρημά του γύρω από τα αντιφατικά και αμφίθυμα συναισθήματά του  έφηβου ήρωά του.  Νόστος – αποξένωση, απόρριψη-αποδοχή, έρωτας-απογοήτευση, ντροπή-υπερηφάνεια, αμφιλεγόμενη ταυτότητα,  οικειότητα-ξενότητα. Επίκεντρο όλων των αμφίθυμων συναισθημάτων ο απών πατέρας που όμως η ανάμνησή του και το τραύμα της  έρχεται και επανέρχεται στη ζωή του εφήβου όσο βρίσκεται στον γενέθλιο τόπο, είτε ως καλόγνωμα είτε ως κακεντρεχή σχόλια,  τα οποία εισπράττει. Αλλά και η φύση γύρω του δεν είναι πια τόσο οικεία όσο πριν την σχεδόν βίαιη απομάκρυνσή του από αυτήν. Μπορεί η ζωή στον αγροτικό χώρο όπου είχε ζήσει τα πρώτα παιδικά του χρόνια να κυλάει με τους ίδιους απαρασάλευτους ρυθμούς. Μπορεί η γιαγιά Βενετιά να εξακολουθεί να αποτελεί την ενσάρκωση αυτού του αμετάβλητου αυτού  κόσμου, μπορεί τα πρόσωπα να είναι γύρω του τα ίδια, αυτός  όμως δεν είναι πια ίδιος. Ο νόστος του μοναχικού παιδιού των παιδουπόλεων για τον γενέθλιο τόπο μετατρέπεται τώρα σε αισθήματα αποξένωσης και εσωτερικού εγκλεισμού. «Είχε βρεθεί σ έναν κόσμο άγνωστο που δεν ήταν ο δικός του» αναλογίζεται κάποια στιγμή ο νεαρός έφηβος. Παρόμοια  συναισθήματα νοιώθει  όταν θα βρεθεί στην Καβάλα, αντιμέτωπος με τη σκληρότητα μιας υπολογίστριας γυναίκας στο σπίτι της οποίας με το αζημίωτο μένει. Αλλά και ο πρώτος του έρωτας θα μείνει ανεκπλήρωτος σκοντάφτοντας στις  προκαταλήψεις και στα αξεπέραστα συντηρητικά ήθη του γενέθλιου τόπου του. Ωστόσο ακριβώς αυτές οι δυσκολίες θα του ανοίξουν τον δρόμο προς την ενηλικίωση και θα τον οδηγήσουν σε διεξόδους που θα καταλήξουν στην αστείρευτη πηγή των γραμμάτων, των βιβλίων, της λογοτεχνίας. Ένας άλλος κόσμος ανοίγεται γι αυτόν,  φιλόξενος, θαυμαστικός και παρηγορητικός. Κορυφαία στιγμή της σχεδόν δυστοπικής πορείας του εφήβου προς την ενηλικίωση, η εμφάνιση του έως τότε αγνοούμενου- σύμφωνα με τις επίσημες γραφές- πατέρα. Το 1958 επετράπη η αλληλογραφία μεταξύ των ανταρτών που είχαν καταφύγει στις τότε κομμουνιστικές χώρες με τους συγγενείς τους στην Ελλάδα. Το πρώτο γράμμα έρχεται από τη Βάρνα της Βουλγαρίας για να αρχίσει μια δειλή και αμήχανη αλληλογραφία ανάμεσα σε πατέρα και γιο, η οποία αρχικά προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση στον τελευταίο που δεν ξέρει πού και πώς να κατατάξει έναν πατέρα για τον οποίο έχει μάθει έως τότε  να  αισθάνεται ντροπή.

Όπως και τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα του Ατζακά που αποτελούν την τριλογία του, το «Φως της Φονιάς» είναι έμπλεο γλωσσικών χυμών και δυνατών εικόνων με έντονο το φωτισμό ενός χαμένου πια αγροτικού κόσμου. Από αυτήν την άποψη έρχεται πιο κοντά στα «Διπλωμένα φτερά» και στην παπαδιαμαντική τους χροιά. Συναντούμε δηλαδή αρκετά παρόμοια μοτίβα,  εικόνες και περιγραφές ή συμπεριφορές, όπως λόγου χάριν της γριάς Βενετιάς, που όμως κάποιες φορές μοιάζουν  να επαναλαμβάνονται ή να πλεονάζουν.  Επίσης στο «Φως της Φονιάς» είναι πιο έντονο το ηθογραφικό στοιχείο από ό,τι στα «Διπλωμένα φτερά».  Όπως και νάναι,  ο Ατζακάς συνεισφέρει  με την βιωματική τριλογία του  ένα στιβαρό λογοτεχνικό λιθάρι σε ό,τι ονομάζεται συλλογική μνήμη αυτής της χώρας.

 

Γιάννης Ατζακάς, Φως της Φονιάς, ΑΓΡΑ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here