Τρεις και μία μαύρες χήρες (Του Γιώργου Κασαπίδη)

0
393

Γιώργος Κασαπίδης (*)

 

 

 

Τις ένωσε ο πόνος, τις χώρισε ο δρόμος.

Από την  ίδια γειτονιά, ίδιο σοκάκι. Έχασαν τους αγαπημένους συζύγους τους σε σχετικά πρόωρη ηλικία κατά σατανική σύμπτωση την ίδια καταραμένη για εκείνες χρονιά  του 1999.

Μαζί στον καφέ της παρηγοριάς, μαζί στα μνημόσυνα, μαζί σχεδόν καθημερινά, κυρίως τα απογεύματα, ξετύλιγαν λέξη λέξη το κουβάρι του καημού τους, που ’μειναν μόνες δίχως στήριγμα, δίχως συντροφιά, δίχως ζεστή αγκαλιά…

Κάθε Σάββατο πήγαιναν με τα πόδια στο κοιμητήριο ν’ ανάψουν τα καντήλια, να κλάψουν, ν’ αναπολήσουν στιγμές, να σχολιάσουν ή και να κουτσομπολέψουν ακόμα συμπεριφορές ή παραλείψεις των επισκεπτών των παραδίπλα μνημείων. Καμιά φορά άγγιζαν πιο δικές τους υποθέσεις, ανασκαλεύοντας λεπτομέρειες από τα χούγια των συζύγων, μυστικά της συμβίωσης, για να καταλήξουν σχεδόν πάντα στη μοναξιά της άδειας κρεβατοκάμαρας  και στην απουσία αντρικού κορμιού (αυτό κυρίως).

Οι τάφοι των δικών τους ανθρώπων ήταν οι πιο εντυπωσιακοί, οι πιο περιποιημένοι. Με μάρμαρα και πέτρες τριών ποικιλιών, σμιλεμένοι από τον πιο καλό τεχνίτη της πόλης. Ξεχορταριασμένοι επιμελώς, με ζωντανά πολύχρωμα λουλούδια. Με αυθεντικά χάλκινα διακοσμητικά. Με φωτογραφίες των νεκρών εντέχνως  επεξεργασμένες στο Photoshop κι αποτυπωμένες άριστα σε ανεξίτηλη πορσελάνη α΄ ποιότητας. Μέχρι ειδικές εσωτερικές προθήκες είχαν προβλέψει στα υπερυψωμένα πλαϊνά, για τα απορρυπαντικά  και τα ειδικά πανιά που χρειάζονταν για το εβδομαδιαίο γυάλισμα όλων των επιφανειών.

Όταν τέλειωναν τις εργασίες και τις κουβέντες ( δε βιάζονταν ποτέ, ταγμένες στο ιερό γι αυτές καθήκον), έπαιρναν σιγά – σιγά το δρόμο της επιστροφής συνήθως με μαύρες σκέψεις για τον μάταιο τούτο κόσμο, με μαύρη την καρδιά, όπως τα ρούχα που φορούσαν απαρέγκλιτα κι ας είχε παρέλθει αρκετά η χρονική περίοδος  που τα επέβαλε.

 

Μια τέτοια καλοκαιρινή ( δίχως κανένα προμήνυμα ή τίποτα το ιδιαίτερο) βραδιά -είχε σχεδόν νυχτώσει- τις βρήκε το κακό το συναπάντημα. Σ’ εκείνη τη μοιραία στροφή με τα δυο εκκλησάκια – δίχως επαρκή φωτισμό, για να λέμε και του στραβού το δίκιο( α ρε ψηφοθήρα Δήμαρχε! ) -, λίγο πριν μπουν στην τελική ευθεία για το συνοικισμό.

Ο μεθυσμένος και λάτρης του Καζαντζίδη (στο θολωμένο μου μυαλό /ο κόσμος είναι μια σταλιά..) φορτηγατζής δεν είδε τίποτα. Ούτε τις τρεις γυναικείες φιγούρες με τα μαύρα, ούτε τις αχνές σκιές που τις ακολουθούσαν πιστά, ούτε την τύφλα του την ίδια.  Τις πήρε παραμάζωμα κι έγιναν ξάφνου όλα κατακόκκινα κι όλα ξανά κατάμαυρα σαν το πηχτό σκοτάδι. Ο οδηγός, δεν είχε κι αυτός καλύτερο τέλος αφού με το τράνταγμα ξύπνησε για λίγο κι από την ταραχή έχασε τον έλεγχο και καρφώθηκε στον τοίχο δεξιά του, όπου από καιρό δέσποζε με μαύρο σπρέι

ένα επίκαιρο πολιτικό σύνθημα :

 

                             ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΣΑΣ ΑΝΗΚΕΙ

 ΜΗΝ ΑΦΗΝΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ ΓΙΑ ΣΑΣ

 

Για λίγα λεπτά , ακολούθησε μια νεκρική σιγή, όπως σε όλα τα αντίστοιχα συμβάντα. Οι τρεις μαύρες χήρες παρέμειναν στον ίδιο ακριβώς  χρόνο εντελώς ακίνητες πάνω στο οδόστρωμα. Κατόπιν, με αργές αλλά συγχρονισμένες κινήσεις, σχεδόν χορευτικές, σκούπισαν  όπως – όπως τα αίματα κυρίως από το πρόσωπο, έσιαξαν λίγο τα μαλλιά, ξεσκόνισαν τις φούστες και πήραν να βαδίζουν και πάλι το δρόμο όχι για το συνοικισμό αλλά εκ νέου -έχοντας πιο σοβαρό λόγο από πριν- για το κοιμητήριο.

Με δύναμη και πάθος ανεξήγητο, ανασήκωσαν τα βαριά μάρμαρα, έσκαψαν με τα ίδια τους τα χέρια τα χώματα, για να εισέλθουν και να γείρουν επιτέλους δίπλα στον άνθρωπο που αγαπούσαν όσο τίποτα στον κόσμο, δίπλα στον άντρα που θα σέβονταν αιωνίως  πλέον τη γυναικεία τους υπόσταση και θέση στο στερέωμα!

Δεν ήταν από τη σύγχυση της θανάσιμης σύγκρουσης, ούτε από τη ζαλάδα που ένιωθαν ακόμη στο κεφάλι. Νηφάλιες όλως διόλου, με απόλυτη συνείδηση, δίχως την πίεση πλέον των κοινωνικών συμβάσεων, δεν μπήκαν βάσει λογικής στον ανάλογο οικογενειακό μνήμα. Με γνώμονα τον πόθο μόνο κι όχι το επίθετο, διάλεξαν κάθε μια τον άντρα που της ταίριαζε πιο πολύ και καμιά δεν έμεινε στο τέλος παραπονεμένη…

 

 

Αντίθετα, ενάμιση χιλιόμετρο  πιο πέρα, στα δυτικά της πόλης , η άλλη χήρα –ανεπίσημη ακόμη- του μεθυσμένου οδηγού περίμενε υπομονετικά λίγη ώρα πριν της ανακοινωθεί το θλιβερό μαντάτο. Ημίγυμνη στη ροζ κρεβατοκάμαρα, εντελώς ανυποψίαστη, με μοναδικό δίλημμα αν θα ’πρεπε να βάλει τα μαύρα ή τα κόκκινα σέξι εσώρουχα – με το ανάλογο νεγκλιζέ  βεβαίως –  για να σμίξει με τον νταβραντισμένο και ξαναμμένο από το μπαράκι της Φωφώς σύζυγο. Που της είχε υποσχεθεί συν τοις άλλοις από το κινητό, ολονυχτία με τρελίτσες, με ατέλειωτα βρομόλογα και νέα κόλπα που θα την άναβαν στο φουλ…

Η δύστυχη, μια βδομάδα ολόκληρη περίμενε αυτή τη στιγμή. Μάλιστα δίπλα στο ουίσκι με τον πάγο και τα ποτήρια είχε τοποθετήσει δυο κηροπήγια κι είχε ανάψει ήδη τα κεριά για να κάνει ατμόσφαιρα. Ε, αυτά τουλάχιστον δεν πήγαν χαμένα. Ταίριαζαν, όπως είπαν όλοι, μαζί με τα υπόλοιπα αξεσουάρ της τελετής. Κι ο Μπάμπης, Θεός σχωρέστον, μπεσαλής κι άριστος οδηγός εκτός ποτού  -να λέμε του στραβού το δίκιο-, μη νομίζετε πως αποδείχτηκε ψεύτης. Ως προς την ολονυχτία τουλάχιστον…

 

(*) Ο Γιώργος Κασαπίδης είναι φωτογράφος και ποιητής. Ζει στη Δράμα. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ τελευταίος φύλακας (διήγημα της Αλέκας Πάλλα)
Επόμενο άρθροΙαπωνία και Κυκλάδες (ποίηση της Έλενας Παλλαντζά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here