Το χιόνι (χριστουγεννιάτικο 3, του Κώστα Καβανόζη)

0
388

Κώστας Καβανόζης (*) 

 

Στη φωτογραφία μέτρησα μπηγμένα στο χιόνι δώδεκα αναμμένα κεριά. Γονατιστός κάποιος άντρας με μαύρο παλτό ανάβει άλλο ένα. Στη γωνία κάτω δεξιά διακρίνεται, χειρόγραφη, η ημερομηνία: 24 Δεκεμβρίου 1975.

Ήμουν οκτώ χρονών τότε. Χιόνι είχαμε κάθε χρόνο στο χωριό. Άνοιγα καμιά φορά τρύπες μέσα του όσο να φανερώσω το χώμα κι έριχνα ψίχουλα να ’ρθουν να φάνε τα πουλιά. Η προγιαγιά μου ζούσε ακόμα. Τη θυμάμαι ακίνητη και να μη μιλάει. Πέθανε στα ενενήντα εννιά.

Χιονάνθρωπους φτιάχναμε πολλούς. Είχα βάλει σε έναν το καπέλο μου μια φορά, ένα καφέ δερμάτινο με γείσο και καλύμματα για τ’ αυτιά. Του έδεσα και το κορδόνι σφιχτά στον λαιμό και δεν μπορούσα ύστερα να το βγάλω. Τον αποκεφάλισα, άδειασα το καπέλο και το φόρεσα. Μπορεί και να του ’φτιαξα καινούργιο κεφάλι μετά.

Ήταν κι ένας κουτσός γκαϊντατζής, ο Τοφίλης, που μας έπαιζε τα κάλαντα με την γκάιντα. Φορούσε ξύλινο πόδι και στο κεφάλι τραγιάσκα. Παλιός βοσκός, νομίζω απ’ το χιόνι το ’χε χάσει το πόδι του. Θα ρωτήσω.

Ψάχνοντας κάλαντα από τα μέρη μου στο γιουτιούμπ την πέτυχα τη φωτογραφία. Εξηγούσε από κάτω ότι την τρίτη μέρα που πέθαινε κάποιος πήγαιναν κι άναβαν στον τάφο του κεριά. Αν δεν φαινόταν ο σταυρός, δεν θα τον ξεχώριζες μες στο χιόνι πως είναι τάφος.

Θέλω να τα μάθουν ο γιος μου κι η κόρη μου αυτά τα κάλαντα και να μου τα πουν. Παραμονή πάντα στους γονείς μου τα ’λεγα πρώτα κι ύστερα έβγαινα με τους φίλους μου στη γύρα. Ούτε που κουνιούνται πια απ’ το σπίτι οι γονείς μου. Φτάνει, μου είπε τις προάλλες η μάνα μου. Μην ασχολείστε άλλο με μας.

Ο Τοφίλης κατέβηκε Αθήνα κι έγινε ζητιάνος στην Ομόνοια στα τελευταία του. Δεν ξέρω αν είχε και την γκάιντα του μαζί. Γέρος, λένε, δεν παίζεις εύκολα γκάιντα. Μου αρέσει η Αθήνα. Δεν θα ’φευγα.

Και στις γιορτές δεν θέλω να λείπω –ούτε η Βίκυ και τα παιδιά–, αλλά φέτος θα τους πάρω και θα πάω. Κάνανε έναν ξενώνα λίγο έξω απ’ το χωριό, έκλεισα για Χριστούγεννα τρία βράδια. Σκέφτομαι πως άμα χιονίσει κιόλας, θα τους αρέσει πολύ. Το σπίτι που μέναμε το γκρεμίσανε. Σκέτο χώμα είναι τώρα. Αλλά θα περάσω.

Θέλω ν’ ανάψω κι ένα κεράκι στη γιαγιά μου και στον παππού μου. Της προγιαγιάς μου τον τάφο ούτε τον ξέρω. Ο άντρας της ήταν γεννημένος το 1870 κι είχε χαθεί σ’ έναν πόλεμο. Δεν ρώτησα ποτέ να μάθω σε ποιον. Ίσως τον ψάξω αυτή τη φορά τον τάφο της. Η γιαγιά του πατέρα μου: Θεανώ.

Άμα χιονίσει και το στρώσει κιόλας, θα μοιάζω με εκείνον τον άντρα στη φωτογραφία. Αλλά στη Βίκυ δεν θα το πω. Θα βάλω ύστερα τα παιδιά μου να ανοίξουν τρύπες στο χιόνι, να ’ρθουν να φάνε ψιχουλάκια τα πουλιά.

 

(*) Ο Κώστας Καβανόζης (Κομοτηνή, 1967) είναι πεζογράφος. Το τελευταίο του μυθιστόρημα «Τυχερό» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here