Το Τραπέζι

1
86

 

Της Γεωργίας Συλλαίου (*)

 Η μέρα ξεκίνησε με καιρό μάλλον νεφελώδη. Έως καταθλιπτικό. 8:45 και η θάλασσα είχε ένα δυσοίωνο γκρι χρώμα συν τον αρρωστημένο κυματισμό. Συν τα κακά μαντάτα περί επικειμένης παύσεως μισθών στη χώρα. Παρ’ όλα αυτά,  το Τραπέζι θα γινόταν. Η Σουλτάνα ήταν κατηγορηματική: το Τραπέζι θα γινόταν με καύσωνα, βροχή, χαλάζι, πραξικόπημα, πτώχευση. «Σιγά, πρώτη φορά θα τα περάσουμε;» Ο μαγειρικός της οίστρος κορυφώθηκε το τελευταίο 48ωρο.Γιόρταζε το Παιδί. Το παιδί της. Το οποίο ήταν πλέον 35 ετών, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία. «Θα κάνω παστίτσιο, μελιτζάνες ιμάμ, κατσικάκι με πατάτες, μυδοπίλαφο, ψάρια και μπριζόλες. Εγώ θα φάω μόνο σαλάτα, λόγω του σακχάρεως».  Προσκεκλημένοι ο Άρης, επάγγελμα επιμελητής εκδόσεων, η Ιωάννα, πλασιέ καλλυντικών , ο Στρατηγός, η Υβόννη, επάγγελμα δημοσιογράφος, και εγώ, επάγγελμα αλκοολική. Όλοι γείτονες της Σουλτάνας, στο παραθαλάσσιο  θέρετρον.

 

 

Η Σουλτάνα. Καταγωγή από την Καππαδοκία, μόνιμος κάτοικος Αριδαίας. Χήρα ιδιοκτήτη φορτηγών, με τον οποίον γύρισε όλη την Ελλάδα και την Ευρώπη. Χάρμα οφθαλμών, πληθωρική, με μαύρα μαλλιά και μάτια. Και ένα γενναιόδωρο στόμα που στις άκρες του τρεμόπαιζε πάντα ένα πειραχτικό γέλιο. Έμεινε δεκατρείς φορές έγκυος, απέβαλε και τις δεκατρείς και τελικώς μετά από εννέα μήνες ακινησίας ήρθε στον κόσμο ο Δημήτρης της. Από μικρή τη θυμάμαι να τον κυνηγάει με ένα πιάτο, ενώ το παιδί ήταν τετράπαχο. Μόλις έγινα δώδεκα με έπαιρνε μαζί της στη λαϊκή. Οι δύστυχοι παραγωγοί την έτρεμαν. Τους πετούσε τον κατά την ετυμηγορία της χτεσινό γαύρο στα μούτρα. Κυριολεκτικά. Έριχνε το κέρμα στον πάγκο με ντρίπλα. «πιάσε μάστορα!» Το καλύτερό μου γλέντι.  Και το δικό της παιχνίδι συναλλαγής που το έπαιζε τέλεια και απελάμβανε δεόντως. Δεν την πτόησε ποτέ τίποτε. Και κανείς. Η Σουλτάνα. Η λυδία λίθος μου.

Κινήθηκα ανήσυχη στην άσπρη πολυθρόνα με τον άψογο διακοσμητικό φιόγκο στη ράχη της.

«Τι έχεις καλέ; Σκουλήκια;»

«Σουλτάνα,  η κυβέρνηση μάλλον πέφτει και  ο Ομπάμα μάλλον δεν εκλέγεται» ψιθύρισα.

«Δεν μας χέζει και ο Ομπάμα και η κυβέρνηση! Ένας αράπης και ένας στραβός.. Εδώ, εδώ κοίτα, την Ίρμα μου που δεν μπορεί να περπατήσει καλά- καλά από τους ρευματισμούς η αγάπη μου»

Η Υβόννη τινάχτηκε, παρατώντας επιτέλους το λαβράκι που παίδευε από τη στιγμή που κάθισε στο τραπέζι: «Μα είσαι με τα καλά σου; Πρώτον η Ίρμα είναι πιο μαύρη κι από την κόλαση και δεύτερον είναι σχεδόν τυφλή εξαιτίας του σακχάρεως»

Η Σουλτάνα αγνόησε τον σαρκασμό και χαϊδεύοντας το σκυλί στράφηκε στον στρατηγό τη στιγμή που έλεγε «έ ρε Παπαδόπουλος που σας χρειάζεται»

«Στρατηγέ!»χτύπησε τη χερούκλα της στο τραπέζι. «΄Εχω ωραία αυγά μόνο που δεν είναι χρυσά, χαχαχά! Γι αυτό θα τα δώσω στην Αντιγόνη, μπας και βάλει κάνα γραμμάριο,  και συ κάνε μπάνιο στο ενάμισι μέτρο με βατραχοπέδιλα. Αλήθεια γιατί τα φοράς; Για να τρομάζεις τα ψάρια;»

Η Υβόννη έσυρε τον δείκτη της στο εκτυφλωτικά τυρκουάζ φανελάκι του Στρατηγού.

«Τζόνι, είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι γαλονάτοι είστε κρυφές;»

Ο Στρατηγός κόντευε να σκάσει. Ο Άρης ξερόβηξε.

« Ο Τίτος Πατρίκιος, όταν ήταν στην εξορία, έτρωγε τα τσόφλια των αυγών»

Θεέ μου, σκέφτηκα, τι λέει; Η Σουλτάνα τον κοίταξε με ενδιαφέρον. Ο ΄Αρης ήταν η αδυναμία της. «Ποιός;»

«Ο Τίτος Πατρίκιος, ο ποιητής».

«Ρωμαίος ήταν;» Νάτο, σκέφτηκα. Κλότσησα τον Άρη κάτω από το τραπέζι. Η Σουλτάνα συνέχισε απτόητη ανεμίζοντας το πιρούνι της. «Πολύ καλά έκανε! Τα τσόφλια των αυγών έχουν ασβέστιο»

Τρώγαμε ανόρεχτα, πλην του Παιδιού που είχε πέσει στο φαγητό σαν αλωνιστική μηχανή. Οι κουβέντες μας είχαν κάτι σπασμωδικό με φωτεινή εξαίρεση τις ατάκες της Σουλτάνας. Αν μας έβλεπε κάποιος από ψηλά θα παρατηρούσε τα χλομά πρόσωπά μας, τα νευρικά χέρια, την αγωνιώδη παραίτηση στο βλέμμα μας.

«Μην πίνεις μόνο μωρή!»Η παραίνεση της Σουλτάνας συνοδεύτηκε από μία σπρωξιά που έστειλε το ποτήρι μου στον αγύριστο.

«Πού στην ευχή βάλατε το «Λοιπόν;» αυτή ήταν η Ιωάννα, που μετά από κάθε πέντε μπουκιές  ανανέωνε το κραγιόν της.

«Οι τράπεζες, το θέμα των επιτοκίων, όλη αυτή η ιστορία δεν θα πάει καλά» Αυτός που μουρμούριζε ήταν ο Άρης.

«Αντιγόνη, φέρε  κορίτσι μου τα μαργαριτάρια.» Τα κοσμήματά της. Τα λάτρευε και τα φορούσε στις πιο απίθανες στιγμές. Σηκώθηκα γρήγορα, έφερα το σκαλιστό κουτί. Κολιέ, σκουλαρίκια, βραχιόλια, όλα από τις αγαπημένες της πέτρες, το μαργαριτάρι και την ακουαμαρίνα που άστραφτε στα τελευταία λουλουδένια φώτα του δειλινού. Τη βοήθησα να περάσει τα κολιέ, κούμπωσα τα φίνα τελειώματα των βραχιολιών.  Πέρασα και στα βλέφαρά της μια μοβ σκιά που ψάρεψα από το οπλοστάσιο της Ιωάννας και ήξερα πως της πήγαινε. Η Σουλτάνα έλαμπε σαν βασίλισσα της γονιμότητας, το μελαψό ήρεμο  πρόσωπό της με το λείο δέρμα, το γαλήνιο χαμόγελο και τα σκούρα μάτια: Η Σουλτάνα, η λυδία λίθος μου.

 

Η Υβόννη σηκώθηκε και  άρχισε να φυλλομετρά νευρικά την εφημερίδα. Ο Στρατηγός φόρεσε ένα καφέ πουκάμισο πάνω από το τυρκουάζ μπλουζάκι. Ο Άρης κάρφωσε το βλέμμα του σε μια βυσσινί  μολόχα και άναψε τσιγάρο. Η Ιωάννα έκλεισε τα μάτια και γω αποτελείωσα το ποτό μου. Από την τηλεόραση ακούστηκε κάτι για έκτακτο ανακοινωθέν. Κοιταχτήκαμε σαστισμένοι και αμέσως στρέψαμε το βλέμμα  ψηλά, στον ουρανό. Ένα αεροπλάνο έπεφτε με χάρη ακριβώς στα κεφάλια μας. Κολυμπούσε στον αποκαμωμένο ήλιο.

Δευτερόλεπτα μετά, η Ίρμα κοιτούσε απορημένη τα απομεινάρια του τραπεζιού.

( Οκτώβριος 2012, Θεσσαλονίκη)

 

(*) Η  Γεωργία Συλλαίου είναι τραγουδίστρια της τζαζ και συγγραφέας

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here