Το «πικάρω» δεν είναι αυτό που φαίνεται (της Σταυρούλας Γ.Τσούπρου)

0
750

 

 

 

της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου (*)

Τι κοινό έχουν τα έργα Ρωξάνη και Μολ Φλάντερς τού William Defoe, Η ιστορία τού Τομ Τζόουνς, ενός έκθετου τού Henry Fielding και Τόνιο Κρέγκερ τού Thomas Mann; Εάν στην παραπάνω παράθεση συμπεριλαμβανόταν και το Η ζωή τού Λαθαρίγιο ντε Τόρμες, ανώνυμου συγγραφέα ή το Ζιλ Μπλας του Alain–René Lesage, τότε κάποιοι αναγνώστες τού παρόντος άρθρου πιθανότατα θα σκέφτονταν να απαντήσουν ότι πρόκειται για έργα που ανήκουν, άλλο πιο καθαρά και άλλο λιγότερο, στο πικαρικό είδος, καθώς τα δύο τελευταία αποτελούν αντιπροσωπευτικά του δείγματα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρουσιάζουν αρκετές διαφορές το ένα από το άλλο, όπως γίνεται, εξάλλου, σαφές στο τρίτο κεφάλαιο του Πρώτου Μέρους τού εδώ παρουσιαζόμενου βιβλίου). Το εν λόγω είδος έρχεται ακριβώς να οριοθετήσει και να περιγράψει, συνδέοντάς το επιπλέον και εκτενώς με την ελληνική πραγματικότητα, το ανά χείρας βιβλίο (επεξεργασμένη και επικαιροποιημένη μορφή τής Διατριβής της) της Πέρσας Αποστολή, καλύπτοντας, μάλιστα, ένα μεγάλο κενό, καθώς η ολοένα αυξανόμενη διεθνής βιβλιογραφία «παραμένει ουσιαστικά άγνωστη στον ελληνικό χώρο», ενώ και η αντίστοιχη ελληνική περιορίζεται είτε σε λεξικογραφικά/ εγκυκλοπαιδικά λήμματα είτε σε προλόγους και μελέτες που εστιάζουν «σε μεμονωμένα έργα ή σε μεμονωμένες πτυχές τού είδους».

Το πικαρικό μυθιστόρημα, το οποίο εμφανίστηκε στην Ισπανία στα μέσα τού 16ου αιώνα και, μέχρι τα μέσα τού 19ου αιώνα, είχε διαδοθεί στο μεγαλύτερο μέρος τής Ευρώπης (ενώ ως πικαρικά ή ως έχοντα πικαρικά στοιχεία αναγνωρίζονται, όπως είδαμε, και λογοτεχνικά κείμενα του 20ού αιώνα), χρησιμοποιεί τον, αβέβαιης, τελικά, ετυμολογίας, αγγλικό/ γαλλικό όρο picaresque που προέρχεται από το ισπανικό picaresco, επιθετικό προσδιορισμό δημιουργημένο από το ουσιαστικό pícaro, με πιθανότερη προέλευση αυτό από το ρήμα picar που σημαίνει «τσιμπώ», «τρυπώ», «δαγκώνω» αλλά και «αρπάζω», «κλέβω» (από εκεί, τη μεσολαβήσει τού ιταλικού piccare, και το δικό μας «πικάρω», με την ευρύτερη, όμως, έννοια εδώ του «πειράζω»). Από την αρχική σημασία «λαντζέρης», γύρω στο 1545 το pícaro είχε ήδη αποκτήσει τις αρνητικές συνδηλώσεις τού «απατεώνας» και «κατεργάρης» και με αυτές (τις οποίες διατηρεί και μέχρι σήμερα) προσδιορίζει για πρώτη φορά έναν λογοτεχνικό ήρωα και, κατ’ επέκταση, ένα λογοτεχνικό κείμενο το 1599, όταν, δηλαδή, εκδίδεται το πρώτο μέρος τού Guzmán de Alfarache του Matéo Alemán. Μέσω και χάρη στον δημοφιλή ήρωα Guzman θα αρχίσουν σταδιακά να χαρακτηρίζονται με τον, και λογοτεχνικό, πλέον, όρο pícaro και οι αντίστοιχοι μεταγενέστεροι ήρωες (εντός και εκτός Ισπανίας), αλλά, αναδρομικά, και ο ήρωας του κατά 50 χρόνια προγενέστερου Lazarillo de Tormes.

Οι παραπάνω πληροφορίες, βασιζόμενες, μαζί με όλες τις υπόλοιπες, σε εξαντλητική έρευνα των πηγών, συμπεριλαμβάνονται στο πρώτο κεφάλαιο του Πρώτου Μέρους τού τόμου, ο οποίος διαρθρώνεται συνολικά ως εξής: στα πέντε κεφάλαια του Πρώτου Μέρους, αφ’ ενός, ανιχνεύονται οι αρχετυπικές καταβολές αλλά και οι λογοτεχνικοί πρόγονοι του pícaro και, αφ’ ετέρου, μελετώνται η γένεση, η εξέλιξη, η κριτική πρόσληψη και η ταυτότητα (ιδεολογική, αισθητική, αφηγηματική) τού πικαρικού είδους. Στα επόμενα πέντε κεφάλαια, του, υπερδιπλάσιου σε έκταση, Δεύτερου Μέρους, ερευνάται η παρουσία τού πικαρικού μυθιστορήματος στον ελληνικό χώρο (παρουσιάζονται, δηλαδή, εδώ οι ελληνικές μεταφράσεις πικαρικών κειμένων και, επιπλέον, καταγράφονται αναλυτικά τα πολυάριθμα αντίτυπα ξενόγλωσσων εκδόσεων του 18ου και του 19ου αιώνα που εντοπίστηκαν στην Εθνική και στην Μπενάκειο Βιβλιοθήκη) και μελετώνται οι μεταμορφώσεις τού πικαρικού ήρωα σε επιλεγμένα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα· συγκεκριμένα στα: Ερμήλος ή Δημοκριθηράκλειτος του Μιχαήλου Περδικάρη, Πίθηκος Ξουθ τού Ιάκωβου Γ. Πιτσιπιού, Ο Πολυπαθής τού Γρηγορίου Παλαιολόγου, Στράτης Καλοπίχειρος του Στέφανου Α. Κουμανούδη και Πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη (ας μην μας κάνει εντύπωση η γυναίκα πρωταγωνίστρια· η πρώτη πικαρική ηρωίδα (pícara) είχε εμφανιστεί στον ισπανικό λογοτεχνικό χώρο ήδη από το 1605 και μαζί με αυτήν το θέμα τού έρωτα στο συγκεκριμένο είδος, όπως και ο μισογυνισμός, μιας και τα δεινά των ηρωίδων αποδίδονται στην γυναικεία φύση τους).

Σε ό,τι αφορά στις καταβολές και στους προγόνους τού pícaro, αναφέρεται το αρχέτυπο του Κατεργάρη, το οποίο, σύμφωνα με τον Jung, αποτελεί συλλογική μορφή που συνδέεται ταυτόχρονα με τις ταπεινότερες πτυχές τού ανθρώπινου χαρακτήρα αλλά και με τις «δαιμονικές», άρα τις ιερές, ιδιότητες που υπερβαίνουν τα ανθρώπινα μέτρα. Βρισκόμαστε, όπως γίνεται φανερό, στον αισθητικό χώρο τού γκροτέσκου, στην «πάγκοινη λαϊκή γλώσσα τού γέλιου», του σπουδαιογέλοιου των αρχαίων, από όπου, σύμφωνα με τον Μπαχτίν, προήλθε και το μυθιστόρημα. Όσο για τις προγονικές μορφές τού Δόλιου Ερμή ή του πίθηκου («κατ’ εξοχήν συμβόλου τής πονηριάς, του τυχοδιωκτισμού, της ασέλγειας και της ηθικής κατάπτωσης») ή του άσχημου και ταπεινής καταγωγής Αισώπου, τις βρίσκουμε ήδη στα δύο πρώτα από τα προαναφερθέντα ελληνικά πικαρικά μυθιστορήματα και, μάλιστα, στους τίτλους τους – οι διασυνδέσεις τού ήρωα του Μιχαήλου Περδικάρη, Ερμήλου, με το μυθολογικό του πρότυπο, τον Ερμή, «αφθονούν στο κείμενο», ενώ στο έργο τού Ιάκωβου Πιτσιπιού «παρακολουθούμε τις περιπέτειες ενός ανθρώπου μεταμορφωμένου σε πίθηκο», έτσι όπως ο ίδιος τις διηγείται «στο τελευταίο του αφεντικό, μόλις ανακτά την ανθρώπινή του μορφή», προκειμένου να φρονηματιστούν οι συνάνθρωποί του (παρεμπιπτόντως, ο εν λόγω πρωταγωνιστικός ρόλος έχει δοθεί στον Πρώσσο, εβραϊκής καταγωγής, J.S. Bartholdy, γνωστόν τότε για το ανθελληνικό βιβλίο του Κομμάτια για την καλύτερη γνωριμία τής σημερινής Ελλάδας). Σημειωτέον ότι οι συγγραφείς των πικαρικών έργων, γενικότερα, «διέθεταν κλασική παιδεία».

Ανάμεσα σε όσα γράφονται για τον καθοριστικό ρόλο των μεταφράσεων (οι οποίες, πάντως, για ένα μεγάλο διάστημα λειτούργησαν ως «παραμορφωτικά κάτοπτρα» του αρχικού/ πρωτότυπου ισπανικού ή γαλλικού κειμένου) στην μετεξέλιξη του είδους στον ευρωπαϊκό χώρο, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα σχετικά με την Ρωσία και την εξαιρετική δημοφιλία εκεί του πικαρικού είδους (διαβάζουμε, μάλιστα, ότι ο Ζιλ Μπλας τού Lesage ήταν ένα από τα αγαπημένα βιβλία τής Μεγάλης Αικατερίνης). Για το ελληνικό κοινό έχει, επίσης, ενδιαφέρον το γεγονός ότι στα δύο, ομολογημένα από τον ίδιο, πρότυπα του Γρηγορίου Παλαιολόγου για το δικό του μυθιστόρημα, Ο Πολυπαθής, συμπεριλαμβάνεται, εκτός από τον Gil Blas και το, διαθέτον πολλά πικαρικά στοιχεία, ρωσικό μυθιστόρημα Ivan Vyzhigin τού Faddej Bulgarin: «Επίσης και ο Παλαιολόγος [γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας για τον εαυτό του] εμιμήθη, αλλά δεν αντέγραψεν ούτε τον Γάλλον Λακάζιον, ούτε τον Ρώσσον Βουλγαρίνον, συγγράψας Ελληνικόν Ζιλβλάσιον, τον οποίον Πολυπαθή ωνόμασε». Η αναλυτική εξέταση, δε, της Πέρσας Αποστολή αποδεικνύει ως ειλικρινή τον ισχυρισμό τού Γρηγόριου Παλαιολόγου, τόσο σε ότι αφορά τον Gil Blas, τον οποίον, πάντως, ακολούθησε ενίοτε πολύ στενά, όσο και σε ό,τι αφορά τον Ivan Vyzhigin, με τον οποίον οι ομοιότητες που παρατηρούνται «είναι μάλλον περιορισμένες», ενώ διευκρινίζεται ότι αμφότεροι οι Παλαιολόγος και Bulgarin «αξιοποιούν το επιτυχημένο παράδειγμα του Lesage» προκειμένου να υπηρετήσουν «παρόμοιους συγγραφικούς στόχους».

Στο τελευταίο κεφάλαιο του Πρώτου Μέρους, όπου ανιχνεύεται η ταυτότητα του πικαρικού είδους και, παράλληλα, συγκροτείται ένα ερμηνευτικό εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται στο Δεύτερο Μέρος, η Πέρσα Αποστολή επιλέγει ευφυώς να ξεκινήσει με ένα απόσπασμα από τον Δον Κιχώτη, στο οποίο εντοπίζει ουσιαστικά την «γέννηση» του πικαρικού είδους, μέσω της σύνδεσης εκεί, ως συγγενών μεταξύ τους κειμένων, των Lazarillo de Tormes και Guzman de Alfarache: «Παρά τις αποστάσεις που φαίνεται να κρατάει ο Cervantes από το νέο αυτό αφηγηματικό είδος», γράφει, «στη σκηνή αυτή προσφέρει ουσιαστικά μία από τις πρώτες περιγραφές τού πικαρικού είδους». Όσο για τον πικαρικό μύθο και το πορτρέτο τού πικαρικού ήρωα, η μελετήτρια συγκεντρώνει η ίδια στοιχεία, ιδιότητες και συμπεριφορές από όλα τα πικαρικά κείμενα που (όντως!) μελέτησε, ενώ παραθέτει ως οδηγό μία συμπύκνωση του συγκριτολόγου Ulrich Wicks: «Ο πικαρικός μύθος αφορά την ιστορία ενός αντιήρωα, ενός pícaro, ο οποίος αγωνίζεται με την εξυπνάδα και την προσαρμοστικότητά του να συντηρηθεί περιπλανώμενος σε κατ’ εξοχήν διεφθαρμένα και εχθρικά περιβάλλοντα και σε έναν κόσμο χαώδη και αντιφατικό, όπου άλλοτε βρίσκεται στη θέση τού θύματος ενώ άλλοτε στη θέση τού θύτη».

Στην παραπάνω πυρηνική περιγραφή εντάσσονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και οι ήρωες των ελληνικών λογοτεχνικών κειμένων που μελετώνται στο Δεύτερο Μέρος του τόμου, συμπεριλαμβανομένης, βεβαίως, της θηλυκής εκδοχής στην Πάπισσα Ιωάννα τού Εμμανουήλ Ροΐδη, έργο το οποίο αποτελεί, οπωσδήποτε, το πλέον γνωστό εξ όσων εξετάζονται εδώ και αν μη τι άλλο δεν χρειάζεται συστάσεις. Να σημειωθεί, πάντως, ότι η Ιωάννα ως πικαρική φιγούρα συγκλίνει, σύμφωνα με τους Henri Tonnet και Πέρσα Αποστολή, με την ισπανική εκδοχή (και όχι με την «εξευγενισμένη» γαλλική), ενώ σε σχέση με τις υπόλοιπες θηλυκές εκπροσώπους τού είδους θεωρείται ως μοναδική περίπτωση, λόγω τής διά βίου, και όχι μόνον προσωρινής, μεταμφίεσής της σε άνδρα. Από την άλλη πλευρά, η Εκκλησία, παρουσιαζόμενη, ταυτόχρονα, ως μικρογραφία τής κοινωνίας, οικοδομείται επίσης ως ένας κόσμος πικαρικός, δηλαδή, ως ένας κόσμος γκροτέσκος, αντεστραμμένος, όπως, εξάλλου, τον συναντάμε τόσο στα ευρωπαϊκά πικαρικά μυθιστορήματα όσο και στα εγχώρια έργα τού Περδικάρη και, κυρίως, του Κουμανούδη. Αυτό το τελευταίο, τώρα, είναι, ίσως, το λιγότερο γνωστό από τα εδώ μελετώμενα και εκείνο το οποίο παρουσιάζει τις περισσότερες ιδιαιτερότητες.

Το Στράτης Καλοπίχειρος του Στέφανου Κουμανούδη (θεωρούμενο, ειρήσθω εν παρόδω, ως πρόγονος της Πάπισσας Ιωάννας, ενώ η ίδια η Ιωάννα είναι απόγονος της «αμαρτωλής» καλόγριας Παρθενίας στον Ερμήλο) είναι ένα πολύστιχο αφηγηματικό ποίημα του οποίου η εκδοτική περιπέτεια μόλις πριν από μερικά χρόνια έγινε γνωστή σε όλη της την έκταση. Ο, μεταξύ και άλλων επιστημονικών ιδιοτήτων, καθηγητής λατινικής φιλολογίας Στέφανος Κουμανούδης προέβη σε δύο εκδόσεις τού έργου του (το 1851 και το 1880), η δεύτερη πολύ εκτενέστερη της πρώτης, αμφότερες, ωστόσο, ελλιπείς, με ηθελημένα χάσματα, τα περισσότερα από τα οποία δηλώνονταν με αστερίσκους. Αυτό το αξιοπρόσεκτο φαινόμενο αυτολογοκρισίας, το οποίο δεν απεφεύχθη εντελώς ούτε στην τρίτη (1901), μεταθανάτια, έκδοση και το οποίο «αναπόφευκτα επηρέασε την πρόσληψη του κειμένου», αφ’ ενός, μαρτυρεί για το γεγονός ότι το εν λόγω κείμενο είχε μετατραπεί «σε έργο ζωής για τον συγγραφέα», ενώ, αφ’ ετέρου, θα μπορούσε να αποδοθεί στον φόβο και στην ανασφάλεια του πανεπιστημιακού καθηγητή, τον οποίον θα εξέθετε ανεπανόρθωτα η αποκάλυψη των τολμηρών περικοπών, στις οποίες περιλαμβάνονταν «αιχμές κατά του καλογερισμού και του κλήρου εν γένει αλλά και σχόλια εναντίον τού βυζαντινισμού». Επιπλέον, στο εν λόγω έργο, τίθεται σε αμφισβήτηση η παιδευτική αξία συγκεκριμένων εκκλησιαστικών κειμένων, ενώ επισημαίνεται και η αντιφατικότητα κάποιων εκκλησιαστικών δογμάτων. Εκτός, ωστόσο, από την εκδοτική αυτολογοκρισία, υπάρχει και η ενδοκειμενική, μέσω της χρήσης τής ειρωνείας, ειρωνεία η οποία, όμως, εξαιτίας των χασμάτων, δεν λειτούργησε εν τέλει ως τεχνική υπονόμευσης, όπως έγινε αυτό στο έργο τού Εμμανουήλ Ροΐδη, αλλά ως αυτοϋπονόμευση, εφόσον οι ποικίλες αποκρύψεις αποδυνάμωσαν την ευθυβολία των στοχεύσεων του συγγραφέα. Εξάλλου, στο τελευταίο άσμα η σάτιρα και η ειρωνεία υποχωρούν, δίνοντας την θέση τους «στον απροκάλυπτο διδακτισμό», εκείνον που εναρμονιζόταν με το πάγιο αίτημα της τότε πανεπιστημιακής κριτικής και των ποιητικών διαγωνισμών (στους οποίους ο Στέφανος Κουμανούδης διετέλεσε 14 φορές κριτής) περί δημιουργίας εθνικής ποίησης· παρ’ όλα αυτά, ακόμη και εδώ οι προθέσεις τού συγγραφέα συνιστούν ένα αίνιγμα, καταλήγει η Αποστολή, διαφωνώντας με προγενέστερες αναγνώσεις. Παρόμοιες διαφωνίες, εξάλλου, εκφράζει η ερευνήτρια και όταν χρειάζεται να υποστηρίξει την ένταξη του Στράτη (Καλοπίχειρου) στον λογοτεχνικό τύπο τού πικαρικού ήρωα, ένταξη η οποία, όμως, δεν προϋποθέτει αναγκαστικά και την ένταξη στον αντίστοιχο κοινωνικό τύπο τού pícaro.

Εν τέλει, ο μόχθος και τα λαμπρά του αποτελέσματα, όπως διαπιστώνονται στο πόνημα της Πέρσας Αποστολή, δεικνύουν και αποδεικνύουν περίτρανα πόσος χρόνος και πόση προσήλωση στον ερευνητικό στόχο χρειάζεται για να κερδίσει κάποιος/ κάποια το δικαίωμα να χρησιμοποιεί σωστά έναν θεωρητικό – λογοτεχνικό όρο και, στην συνέχεια, να τον εφαρμόζει ορθά στην ανάλυση των κειμένων. Macte virtute!

 

(*) Η Σταυρούλα Γ. Τσούπρου είναι Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο ΕΑΠ

info: Πέρσα Αποστολή, Το πικαρικό μυθιστόρημα και η παρουσία του στον ελληνικό 19ο αιώνα. Από τον Ερμήλο (1817) ώς την Πάπισσα Ιωάννα (1866),Εκδόσεις Άρτεμις (Πετροπούλου), 2018

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here