Το μετέωρο βήμα από την ορθοφροσύνη στην παραφροσύνη

0
527

Άννα Ξένου (*)

 

Ο Αύγουστος του 2016 επεφύλασσε μια ξεχωριστή εκδοτική στιγμή στο αναγνωστικό κοινό. Οι επίμονες προσπάθειες του εκδοτικού οίκου Κίχλη έφεραν στα χέρια μας το τελευταίο και μεταθανάτιο βιβλίο του ποιητή και πεζογράφου Αργύρη Χιόνη. Μια ιδιαίτερα επιμελημένη έκδοση (203 σελίδων) εννέα διηγημάτων με διευκρινιστικές σημειώσεις, παράρτημα δύο κειμένων, αλλά και ένα κατατοπιστικό και χρήσιμο επίμετρο, χάρη στην πάντοτε εξαιρετική επιμέλεια της εκδότριας Γιώτας Κριτσέλη, ολοκληρώνει το λογοτεχνικό έργο τού πρόσφατα χαμένου Αργύρη Χιόνη. Ο Αργ. Χιόνης, προκειμένου να μελετηθεί ορθά, χρειάζεται έναν «οδηγό» κατανόησης και αποκωδίκευσης του έργου του. Το τελευταίο αυτό βιβλίο αποτελεί πιθανώς το κλειδί τόσο για τους μυημένους στο έργο του αναγνώστες, όσο και για αυτούς που πρώτη φορά μελετούν αυτόν τον λογοτέχνη της -άγνωστης σε μεγάλο βαθμό στο ευρύ αναγνωστικό κοινό- γενιάς του ’70.

Το βιβλίο αποτελεί ακουσίως τη λογοτεχνική διαθήκη και την επαναγνωριμία των αναγνωστών με τον λογοτέχνη, αλλά κυρίως με τον άνθρωπο Αργ. Χιόνη. Με τα διηγήματα αυτά, τα οποία και αποτελούν το κύκνειο άσμα του, ο λογοτέχνης Χιόνης συστήνεται σε εμάς τους αναγνώστες, αλλά φροντίζει ταυτόχρονα να μας συστήσει τόσο τους φυσικούς όσο και τους πνευματικούς συγγενείς του, αλλά και τα βασικά για τη ζωή του ζώα ή αντικείμενα, να μας μεταφέρει νοερά στους τόπους όπου έζησε όλη τη ζωή του και να ξεδιπλώσει για ύστατη φορά θέματα που διατρέχουν τη συνολική λογοτεχνική παραγωγή του. Πρόκειται για ένα βιβλίο που πρώτα πρώτα μας εντυπωσιάζει. Είναι γεμάτο από τη μουσική του Debussy και του Μ. Χατζιδάκι μέχρι τα ιταλικά μαδριγάλια και τον ήχο της Remington γραφομηχανής του, γεμάτο από τους λόγους ενός ανώνυμου Άραβα μέχρι αυτούς του Poe, του Mallarme ή του Verga (η διακειμενικότητα είναι βασικό γνώρισμα του συνολικού έργου του Χιόνη), γεμάτο από μύθους υπαρκτούς ή και επινενοημένους και βέβαια, είναι πρωτίστως ένα βιβλίο γεμάτο εικόνες και τόπους από τις Βρυξέλλες και τη γηραιά Αλβιώνα μέχρι την Κρήτη (γενέτειρα της μητέρας του), τα Σεπόλια (τη γειτονιά που μεγάλωσε) και το αγαπημένο του Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου εγκαταστάθηκε από το 1992 μέχρι τον θάνατό του.

Το πεζογραφικό αυτό έργο του Αργ. Χιόνη μάς συστήνει και σε σημαντικά πρόσωπα, αλλά και προσωπεία του. Γνωριζόμαστε με φυσικούς συγγενείς του, όπως η μητέρα του, η αδελφή του, η εξαδέλφη του Αριάγνη-Αγνή, που πρωταγωνιστεί στο διήγημα Cavalleria Cretese μαζί με άλλους συγγενείς από τις Βούβες στην Κρήτη, η πολυαγαπημένη σύντροφος της ζωής του Χρύσα, αλλά και με πνευματικούς συγγενείς του και προσωπικότητες των Γραμμάτων, απηχήσεις του έργου των οποίων βρίσκουμε στα κείμενα του Αργ. Χιόνη, όπως οι ανώνυμοι Κρήτες τεχνίτες του λόγου ή ο Αλεξανδρινός Κ. Π. Καβάφης. Ο ανώνυμος αφηγητής των ιστοριών του, που συχνά απευθύνεται σε β’ πληθυντικό πρόσωπο στους αναγνώστες, δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον συγγραφέα. Στο βιβλίο αυτό, εντοπίζεται πληθώρα αυτοβιογραφικών στοιχείων, γεγονός που μας κάνει με βεβαιότητα να ταυτίσουμε τον αφηγητή με τον συγγραφέα, παραβιάζοντας έτσι τη βασική λογοτεχνική-αφηγηματική σύμβαση που θέλει να διακρίνεται η φωνή του αφηγητή από αυτή του συγγραφέα. Για παράδειγμα, πολλοί χρονικοί δείκτες παραπέμπουν σε πραγματικές περιόδους της ζωής του συγγραφέα. Στο διήγημα Cavalleria cretese, αναφέρεται ότι ο αφηγητής ήταν δέκα ετών το έτος 1953, γεγονός αληθινό, καθώς ο Αργ. Χιόνης γενήθηκε το 1943. Επίσης, ο Χιόνης δε διστάζει να χρησιμοποιήσει ακόμα και το προσωπείο ενός διακεκριμένου ποιητή, που όμως το γήρας καταβάλλει τόσο σωματικά όσο και ψυχικά στη σχέση του με μια νεαρή, αλλά άγνωστη ακόμη ομότεχνή του. Η αξιοποίηση του προσωπείου ενός ηλικιωμένου και καταβεβλημένου από το γήρας ποιητή οδηγεί συνειρμικά τον αναγνώστη σε αντίστοιχα καβαφικά προσωπεία. Αξιοσημείωτο είναι, όμως, για τη λογοτεχνική παραγωγή του Αργ. Χιόνη ότι τα προσωπεία που αξιοποιεί σε αυτό το βιβλίο είναι πρόσωπα ετερόκλητα μεταξύ τους, των οποίων όμως τα αντιθετικά χαρακτηριστικά συνδιαμορφώνουν την έντονα αντιφατική προσωπικότητα του ανθρώπου και λογοτέχνη Χιόνη.

Σε αυτό το σημείο, θα ήταν παράλειψη εάν δεν αναφερόμασταν στα αντικείμενα και στα ζώα που πλαισιώνουν και νοηματοδοτούν την καθημερινότητα και την τέχνη του Αργ. Χιόνη. Τα αντικείμενα στο έργο του αποκτούν ανθρώπινες ιδιότητες και υποστασιοποιούνται. Ο αφηγητής των ιστοριών αποκτά προσωπική, ιδιαίτερα στενή και κάποιες φορές ακόμα και ερωτική σχέση τόσο με αντικείμενα όσο και με ζώα, που επηρεάζουν την καθημερινότητα και την ψυχοσύνθεση ή τις διαθέσεις του. Ένα τραπέζι κληρονομεί όλο το βιός του, τα μαχαίρια του «εἶχαν ζωή και χαρακτήρα» και «Δίχως ν’ ἀρθρώνουμε οὔτε μια λέξη συνομιλούσαμε, ἐπί ὧρες, μόνο διά τῆς ἁφῆς καί τῆς ὁράσεως», «μία γάτα, τρία σκυλιά, δώδεκα καρέκλες, ἔνα κρεβάτι κι ἔνα τραπέζι…ὅλα αὐτά τά ὄντα χαίρουν, γιά διαφορετικούς λόγους τό καθένα, τῆς ἀπεριόριστης ἐκτιμήσεώς τοῦ καί τοῦ θαυμασμοῦ» του. Η αγαπημένη του γάτα, η Φρόσω, όπως και μια σόμπα που της δίνει το όνομα «Μπουμπού» (από το ομώνυμο διήγημα) κατέχουν ξεχωριστή θέση στις τελευταίες αυτές ιστορίες του Χιόνη, αλλά και στην καρδιά του. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η πολύ συχνή χρήση της προσωποποίησης μέσα στο συνολικό έργο του, αλλά και ιδιαιτέρως στο προς εξέταση βιβλίο, καθιστά σαφή την προτίμησή του στα «έμψυχα» αντικείμενα, στα όντως όντα, όπως ο ίδιος επιθυμεί να τα ονομάζει. Τα μη όντα-αντικείμενα ανάγονται συχνά σε αναμνησιακούς φορείς, θυμίζοντας στον αφηγητή και μια διαφορετική πτυχή του εαυτού του το καθένα. Η τεχνική οικείωσης και αναγωγής καθημερινών αντικειμένων σε σύμβολα είναι προσφιλής τεχνική στο συνολικό έργο του Χιόνη, η οποία πιθανώς απηχεί τεχνικές από το έργο του Γιάννη Ρίτσου. Συναντούμε, για παράδειγμα, ένα κρεβάτι που θυμίζει την ερωτική ακμή και νιότη του αφηγητή, για το οποίο εκείνος γίνεται ο «στοργικός πατέρας» των παιδιών που δεν είχε, ένα σοφό και πιστό τραπέζι που πάνω του ακούμπησαν πρόσωπα και σκέψεις του αφηγητή, και πάνω από όλα τα χέρια, διαρκές σύμβολο της καλλιτεχνικής παραγωγής και της «απτικής» ποίησης του Χιόνη. Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως σε αυτό το κύκνειο άσμα, ο Χιόνης αποτίει φόρο τιμής σε τόπους, πρόσωπα και αντικείμενα που καθόρισαν τη ζωή και την τέχνη του συνάμα.

Η υποστασιοποίηση όντων και μη όντων, για να αξιοποιήσουμε και έναν τίτλο παλαιότερου έργου του Χιόνη, αλλά και το απροσδόκητο τέλος και των εννέα διηγημάτων αυτού του βιβλίου, οδηγούν γρήγορα τους αναγνώστες στο να αντιληφθούν ότι κοινός θεματικός άξονας είναι –σύμφωνα με τα λόγια του ιδίου του Χιόνη- «το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής». Το γεγονός αυτό καθίσταται ήδη εμφανές από τον αντιφατικό και παιγνιώδη τίτλο της συλλογής, καθώς παρά τις «τρελές ιστορίες», ο αφηγητής -και πιθανώς και ο αναγνώστης- παραμένει «έχων (απολύτως) σώας τας φρένας». Αρωγοί σε αυτό το δύσκολο μετέωρο βήμα μεταξύ «ορθοφροσύνης και παραφροσύνης» είναι πάντοτε η παρωδία, η διακριτική ειρωνεία και το δηκτικό χιούμορ τόσο του αφηγητή όσο και των ηρώων των διηγημάτων αυτών. Στην προμετωπίδα του βιβλίου, ο Α.Χ (όπως συχνά υπογράφει) φροντίζει να δώσει μια σημαντική συμβουλή-προειδοποίηση στους αναγνώστες του, ότι δηλαδή «Ποτέ δέν εἶχα σώας τάς φρένας, σαλεμένες τίς εἶχα, ἀλλά αὐτές οἱ σαλεμένες σῶο μέ κράτησαν μέσα σ’ αὐτό τόν ἀνελέητο κόσμο τῆς λογικῆς». Το στοιχείο του παραλόγου είναι αυτό που συνεπικουρεί στη διατήρηση της πνευματικής ισορροπίας μέσα σε έναν σκληρό κόσμο όπου πρυτανεύει μια άλλη, παράξενη, «λογική». Επίσης, θίγονται πολυποίκιλα θέματα, όπως η αξία της λογοτεχνικής παραγωγής, η «έμψυχη» ύλη, η δύναμη της εξουσίας και του δόλου, η παρακμή εξαιτίας της ηδονής, το γήρασμα του σώματος, η αυτοδικία και η σχετική έννοια της «δικαιοσύνης», οι περίπλοκες οικογενειακές σχέσεις, οι σχέσεις των ανθρώπων με άλλα όντα και μη όντα και βέβαια, ο θάνατος, αυτό το «άθλημα» που για τον Χιόνη, μα και για όλους τους ανθρώπους, είναι πάντα «δύσπεπτος», όπως ο ίδιος τον χαρακτηρίζει.

Επιπρόσθετα, οι αναγνώστες εύκολα διακρίνουν ότι το στοιχείο της παρωδίας και του παραλόγου συνυφαίνεται συχνά με το παραμύθι, με κάθε είδους μύθους -επινενοημένους και μη- που φυλάσσει με περισσή αγάπη ο Χιόνης στο λογοτεχνικό εργαστήρι του. Το δεύτερο κατά σειρά διήγημα αυτής της συλλογής με τίτλο Το δούρειον θήλυ είναι ενδεικτικό της ικανότητας του Χιόνη να υπενθυμίζει στους αναγνώστες έργα της κλασικής λογοτεχνίας, αντλώντας στοιχεία από την Ιστορία του Δυτικού κόσμου, τα οποία συμφύρονται, παραδόξως όμως αρμονικά, με τη μυθοπλασία. Διαβάζοντας ο αναγνώστης Το δούρειον θήλυ του Χιόνη θα μπορούσε να αναζητήσει αναλογίες με το μεσαιωνικό μυθιστορήμα του 12ου αιώνα του Κρετιέν ντε Τρουά «Πάρσιφαλ ή το Έπος του Γκράαλ». Με λογοτεχνική επιδεξιότητα τα μυθοπλαστικά στοιχεία γίνονται μέρος της ιστορικής αλήθειας και αντιστρόφως. Με δοκιμιακό ύφος, ο Χιόνης συνδυάζει τη Λογοτεχνία με την Ιστορία. Αξιοποιεί τον αλληγορικό μύθο για να σχολιάσει -ειρωνικά συχνά- την ιστορική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Δε λείπουν, βέβαια, από τις εννέα αυτές ιστορίες και οι αισθησιακές συνυποδηλώσεις, καθώς και το ζήτημα της ατομικής παρακμής εξαιτίας του γήρατος και της αναπόδραστης φθοράς που επιφέρει ο χρόνος. Σε αυτή τη συλλογή συμπεριλαμβάνονται και ιστορίες ατομικού βίου, όπως Το απομεσήμερο ενός φαύνου, με πανανθρώπινο όμως ενδιαφέρον, καθώς πιθανώς στη θέση του πρωταγωνιστή μπορεί να βρεθεί καθένας από εμάς. Ο σύγχρονος «ευνοημένος» φαῦνος (Faunus, το όνομα του ήρωα ετυμολογείται από το λατινικό ρήμα faveo=ευνοώ), θα λέγαμε ότι βρίσκεται στην πιο δυσμενή θέση, στο απομεσήμερο της ζωής του. Ο σύγχρονος αυτός Πάν (Φαύνος= ρωμαϊκή θεότητα των αγρών, όπως ο Παν) χάνει το παν, που γι’ αυτόν δεν είναι η καταξίωση, αλλά η νεότητα. Παραμένει φαύνος (ευνοημένος) στην Τέχνη του, αλλά όχι και στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς το γήρας τον συνθλίβει.

Ένας προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει, εκτός από την ποικιλία των θεμάτων που χαρακτηρίζει αυτό το βιβλίο, το γεγονός ότι ο Αργ. Χιόνης γίνεται ένας ώριμος, έξοχος κοινωνικός σχολιαστής. Ο αφηγητής απευθύνεται συχνά σε β’ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο στους υποθετικούς αποδέκτες των ιστοριών του, κάνοντας ποικίλα σχόλια. Αυτό είναι ένα στοιχείο που δίνει ένα προσωπικό στίγμα στην αφήγηση και θυμίζει συνάμα τους παραδοσιακούς παραμυθάδες, οι οποίοι ποτέ δε λησμονούσαν να κάνουν αναφορές σε β’ πληθυντικό πρόσωπο στους ακροατές των ιστοριών τους. Ο Χιόνης παραμένει ένας παραμυθάς, με ενεργό ρόλο μέσα στην αφήγηση, καθώς τα άλλοτε εμφανή και άλλοτε λανθάνοντα σχόλιά του εκφράζουν την προσωπική του θέση μέσα στην ιστορία. Στα πρώιμα έργα του, τα κοινωνικά σχόλια είναι διατυπωμένα με κρυπτικό τρόπο και συνήθως λανθάνουν πίσω από την ειρωνεία. Αντιθέτως, σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων, η αφηγηματική φωνή διατυπώνει ανεμπόδιστα και με οξύ κριτικό βλέμμα σχόλια που αφορούν τη θέση της γυναίκας στην ελληνική επαρχία και τα σχετικά με αυτή κοινωνικά στερεότυπα, τα ήθη και τα έθιμα του ελληνισμού, τη δικαιοσύνη και την αυτοδικία, τη γνώση και τη μόρφωση, τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, την παρακμή εξαιτίας της τρυφής, την έκπτωση των ηθών, την κατακτητική ικανότητα του δόλου, αλλά και για την παιδική ανεμελιά και τις όμορφες αναμνήσεις της, το παιχνίδι στις αθηναϊκές γειτονιές του ’50, το παιδικό πείσμα και τη νίκη που το ακολουθεί και το δικαιώνει, τις Θερμοπύλες που φυλά καθένας μας στη ζωή του, την παραδοχή της υπεροχής μας έναντι του αντιπάλου. Ταυτόχρονα φροντίζει συχνά με αποφθεγματικό λόγο, ο οποίος έχει γενική ισχύ, να παραθέτει μεγάλες και ευρέως αποδεκτές αλήθειες. Ενδεικτική είναι η φράση από το δεύτερο διήγημα Το δούρειον θήλυ «…πώς ἡ μεγάλη ὀμορφιά χέρι μέ χέρι μέ τον θάνατο βαδίζει», καθώς και από το έβδομο διήγημα με τίτλο Πώς χτίζεται ἔνα σπίτι οι φράσεις «…μέ μέτρο τήν ἀγάπη σοῦ αὐτή νά δείχνεις, μέ μέτρο αὐστηρό» και «…ὁ ἄκρατος, ἀπόλυτος ἔρωτας εἶναι φονικός». Ξεδιπλώνει πάντοτε τη σκέψη του με αφόρμηση ένα φαινομενικά ανεξάρτητο ερέθισμα, όπως ένα χωρίο από τις Γραφές, το οποίο όμως τον οδηγεί σε μια χρονική, αλλά και λογική παράθεση των ιδεών του με τη χρήση ιεραρχικά τοποθετημένων συλλογισμών. Η αφόρμησή του είναι το ειδικό και συγκεκριμένο με απώτερο πάντοτε στόχο το γενικό και διαχρονικό. Αυτό το στοιχείο του λόγου του Χιόνη κάνει τα κείμενά του να προσιδιάζουν στο είδος του λογοτεχνικού (ψευδο)δοκιμίου, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το έκτο κατά σειρά διήγημα Περί μαχαιριῶν. Έτσι, ο αναγνώστης σε αυτό το βιβλίο συναντά τόσο τον Χιόνη αυτοβιογραφούμενο όσο και τον κοινωνικό σχολιαστή Χιόνη, ο οποίος με τον αποφθεγματικό και δριμύ λόγο του μας βοηθά να κρατήσουμε διαχρονικές συμβουλές ζωής για να παραμείνουμε έχοντες «σώας τάς φρένας».

Η διαφορετικότητα που χαρακτηρίζει τη θεματολογία του Αργ. Χιόνη στο εν λόγω βιβλίο αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο χάρη στην άρτια γλώσσα και στην ποικιλία των αφηγηματικών τεχνικών που μετέρχεται ο γράφων. Συναντούμε, λοιπόν, τον λεξιπλάστη (ξεχωρίζουν λέξεις όπως «ἐφιαλτοποιός») και φιλόλογο (με την αρχική σημασία του όρου ως φίλου του λόγου) Αργ. Χιόνη. Η γνήσια αγάπη του για τη γλώσσα διακρίνεται τόσο από την επίμονη χρήση του πολυτονικού (στοιχείο που η έκδοση σεβάστηκε απόλυτα) όσο και από την αξιοποίηση προσεκτικά επιλεγμένων όρων από το κρητικό ιδίωμα (σφάκες, κοπέλι, μαντᾶτα, «τήν εἶχε χαλάσει») και λέξεις τουρκικής προέλευσης (τζοβαΐρι, πεσκέσι), που θυμίζουν και παραπέμπουν στην άμεση αλλά και απώτερη καταγωγή των γονέων του Χιόνη, μέχρι όρους που με ξεχωριστή φροντίδα ετυμολογεί ο Χιόνης (όσο κι αν σε μια έκρηξη αυτοαναφορικότητας παραδέχεται ότι «γλωσσολόγος δέν εἶμαι καί, ὅσο γοητευτική κι ἄν εἶναι ὅλη αὐτή ἡ διαδικασία τῶν ἀντιδανείων, ὁμολογῶ πώς μέ ζαλίζει») ή και όρους-δάνειο από την αγγλική ή τη γαλλική γλώσσα, που γνώριζε άριστα. Έχει ενδιαφέρον η διαρκής φιλολογική «εμμονή» του, που απαντά και σε προηγούμενα έργα του, να αναζητεί την ιστορία και την εξέλιξη των λέξεων, προστρέχοντας και παραθέτοντας πάντοτε λήμματα λεξικών και εγκυκλοπαιδειών, όπως το ετυμολογικό λεξικό Πάπυρος, τα οποία και συχνά αποτελούν αναπόσπαστο και άρα οργανικό μέρος της αφηγηματικής πράξης. Το γλωσσικό ιδίωμα κάθε ιστορίας σε αυτό το βιβλίο είναι προσαρμοσμένο και εναρμονισμένο πλήρως με το περιεχόμενο, τις ιδέες και τον τόπο όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Εκτός αυτών, σε αυτό το τελευταίο βιβλίο του Χιόνη, τις περισσότερες φορές το σημαίνον ταυτίζεται με το σημαινόμενο. Οι λέξεις και τα ονόματα είναι το «περιέχον περιεχόμενο».Δεν είναι τυχαία η ονοματοδοσία ηρώων από τις εννέα αυτές ιστορίεςπου αναμφίβολα αξιοποιούνται με τρόπο ειρωνικό, όπως Horn και Corn, φαῦνος, Χαράλαμπος Εὐτυχίδης, Ἀριάγνη-Ἀγνή ή και ο μικρός Νικηφόρος και ο Λεωνίδας, οι οποίοι στο διηγήμα Το τριακοστό πέναλτι φυλούν ο καθένας τις δικές του Θερμοπύλες.

Αποκορύφωμα των καλά δουλεμένων κειμένων του Αργ. Χιόνη αποτελεί και η ποικιλία αφηγηματικών τεχνικών και σχημάτων λόγου που διανθίζουν κάθε ιστορία. Αξιοποιούνται τεχνικές όπως ο εγκιβωτισμός, η εναλλαγή γραμματικών προσώπων, οι επιταχύνσεις και οι συντμήσεις χρόνου, όπου αυτές κρίνονται απαραίτητες, και, βέβαια, η αναδρομική αφήγηση, η οποία συμπαρασύρει ομαλά τον αναγνώστη από το παρόν προς το παρελθόν και αντίστροφα. Οι ιστορίες, επίσης, βρίθουν προσωποποιήσεων, μεταφορών και φυσικά αντιθέσεων, ενός προσφιλούς στον συγγραφέα σχήματος λόγου. Δε λείπουν, όμως, από αυτό το βιβλίο και οι γλαφυρές περιγραφές προσώπων και αντικειμένων, οι οποίες με ευκολία ενεργοποιούν όλες τις αισθήσεις των αναγνωστών. Στο διήγημα Cavalleria cretese, η περιγραφή της κρητικής γυναικείας ομορφιάς μάς θυμίζει αντίστοιχες περιγραφές γυναικείων μορφών από το έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έκτο διήγημα της συλλογής με τίτλο Περί μαχαιριών, στο οποίο η αφηγηματική φωνή καταφέρνει με μαεστρία να αναδείξει (σκηνικές) εικόνες γεμάτες με το χρώμα του λευκού και του κόκκινου, να ενεργοποιήσει την αφή και την ακοή, κάνοντας την αφήγηση να μοιάζει περισσότερο με τους έντονους σε λευκό και κόκκινο ζωγραφικούς πίνακες του Ολλανδού Piet Modrian ή με κινηματογραφική ταινία τρόμου του Ιταλού Dario Argento.

Σε αυτή την ακούσια λογοτεχνική «διαθήκη» συναντούμε τον Αργ. Χιόνη αυτοβιογραφούμενο. Στη συνείδηση των αναγνωστών ο Αργ. Χιόνης είναι ο «ακίνητος δρομέας», είναι ο αθλητής που μαζί του διανύουμε μέσω αυτού του ύστατου αναγνώσματος τον δρόμο της ζωής του και της ζωής μας, τον «δρόμο της μοναξιάς» όπως τιτλοφορείται ένα κείμενο στο παράρτημα. Ο ανέστιος Χιόνης, που έζησε και ταξίδεψε στον κόσμο, χωρίς διεύθυνση σταθερή, διανύει την απόσταση, γνωρίζει τον δρόμο της μοναξιάς, άλλοτε τον επαινεί κι άλλοτε τον ψέγει, ξορκίζοντάς τον όμως πάντα, αφού τον κουβαλά στην ψυχή του.

Επιλογικά, στο βιβλίο αυτό δίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα ο ρόλος των αναγνωστών, καθώς αποκωδικοποιείται η χρήση του α’ πληθυντικού γραμματικού προσώπου, που κυριαρχεί στο συνολικό έργο του Αργ. Χιόνη. Έτσι, εμείς οι αναγνώστες, είμαστε «σύντροφοι στην περιπέτεια» των «αδύναμων όντων», των ποιητών. Είμαστε συνένοχοι, συνεργοί, συνοδοιπόροι. Ο Αργ. Χιόνης κρατώντας από το χέρι, μυημένους και μη αναγνώστες, διανύει τον δρόμο από το σημείο εκκίνησης μέχρι τον τερματισμό του θανάτου, που για τον «δρομέα» Χιόνη παραμένει ένα «άθλημα». Ο στόχος του επετεύχθη πλήρως: κατάφερε να πάρει κι εμάς μαζί του σε αυτό τον δρόμο, να τον μοιραστεί, γιατί «ἡ μοναξιά γίνεται ἔτσι λιγότερο ἀνυπόφορη, ἀφοῦ δέν εἶναι δυνατό νά ἐξαλειφθεῖ ἐντελῶς». Ο Ποιητής μοιράζεται τη ζωή του με τους αποδέκτες του έργου του κι έτσι είμαστε όλοι εμείς αυτοί που γράφουμε τελικά τούτες τις ιστορίες! Διαβάζοντας τες, δε νιώθουμε πια μονάχοι, γιατί βρίσκουμε κάποιο κομμάτι του εαυτού μας σε κάποια από αυτές τις «προσωπικές» μα συνάμα πανανθρώπινες αφηγήσεις.

(*)H Άννα  Ξένου είναι φιλόλογος Μ.Ε.ΜA King’s College London, Υποψήφια Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης

 

ΙNFO: Ἀργύρης Χιόνης, Ἔχων σώας τάς φρένας καί ἄλλες τρελές ἱστορίες

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here