Το Μέγαρο Γιακουμπιάν ως καθρέφτης μιας δίβουλης κοινωνίας σε κρίση (της Νίκης Κώτσιου)

0
1144

 

 

Της Νίκης Κώτσιου.

Εμβληματικό έργο της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας, το «Μέγαρο Γιακουμπιάν» του αιγύπτιου Αλάα Αλ-Ασουάνι (επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη  στη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, πρώτη έκδοση από τoΠόλις το 2007)αποτελεί μια εκτεταμένη τοιχογραφία της αιγυπτιακής κοινωνίας κατά τη δεκαετία του 1990, που ξετυλίγεται απολαυστικά  μέσα από τις   ιστορίες των επινοημένων ενοίκων ενός υπαρκτού κτιρίου της αιγυπτιακής πρωτεύουσας. Ξεπεσμένοι αριστοκράτες, επιχειρηματίες, εργάτες, μικροϋπάλληλοι και των δύο φύλων συναντιούνται και αλληλεπιδρούν μέσα στο ακμάζον άλλοτε μέγαρο Γιακουμπιάν και στα πέριξ αυτού χαράσσοντας διαδρομές που, καθώς τέμνονται μεταξύ τους,  φέρνουν στην επιφάνεια εκρηκτικές διαφορές κοινωνικές, μορφωτικές, ταξικές, οικονομικές, πολιτισμικές. Το Μέγαρο Γιακουμπιάν στεγάζει στα διαμερίσματά του αλλά και στη, διαμορφωμένη πλέον σε φτωχογειτονιά, ταράτσα του συναισθηματικά φορτία μεγαλύτερης ή μικρότερης έντασης,   πάθη και πόθους, φιλοδοξίες, απογοητεύσεις, όνειρα και ματαιώσεις που διαπλέκονται, συγκρούονται, συγχωνεύονται και καθορίζουν  την ανθρώπινη περιπέτεια των ενοίκων μέσα στον ιστορικό χρόνο μιας Αιγύπτου, που διαρκώς επαναδιαπραγματεύεται την πολιτική υπόστασή της μέσα στους όρους ενός μεταβαλλόμενου κόσμου. Οι ζυμώσεις προετοιμάζουν το καινούριο που ενίοτε δεν είναι απαραιτήτως  καλύτερο από το παλιό, το παλιό  δίνει τις τελευταίες μάχες αργοπεθαίνοντας προτού αποσυρθεί οριστικά νικημένο, τα διακυβεύματα αλλάζουν και οι άνθρωποι πάντα βρίσκουν κίνητρα για να αγωνίζονται, ακόμα και όταν ο αγώνας τους είναι άνισος και εξαρχής καταδικασμένος. Το Μέγαρο Γιακουμπιάν με  τους εναλλασσόμενους ενοίκους του συμβολίζει την παρακμή αλλά σηματοδοτεί επίσης τις εξακολουθητικές ζυμώσεις στο εσωτερικό της αιγυπτιακής κοινωνίας  που προδιαγράφουν εξελίξεις και μετασχηματισμούς προς ποικίλες, συχνά αντιθετικές μεταξύ τους, κατευθύνσεις. Μέσα στο χωνευτήρι του πολυπλόκαμου αστικού ιστού, που ξετυλίγεται  σε όλο του το μεγαλείο και την αθλιότητα, όπως συνέβαινε στο κοινωνικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, ξεβράζονται και συμπλέκονται ετερόκλητοι άνθρωποι που έχουν ανέβει ή κατέβει λιγότερο ή περισσότερο απότομα στην κοινωνική πυραμίδα λόγω των  αδυσώπητων τεκτονικών κινήσεων της ιστορίας.

Ο Ζάκι, εξέχων χαρακτήρα και μάλλον η συμπαθέστερη φιγούρα του βιβλίου, ενσαρκώνει έναν ξεπεσμένο  αριστοκράτη που προσπαθεί ματαίως να διασώσει τα τελευταία ίχνη  από το παλαιό γόητρο της κάποτε επιφανούς αλλά τώρα πια αμετάκλητα παρηκμασμένης οικογενείας του. Ο Ζάκι διατηρεί ένα επαγγελματικό γραφείο στο Μέγαρο Γιακουμπιάν αλλά από καιρό έχει πάψει να ασκεί το επάγγελμα του μηχανικού, που σπούδασε στη Γαλλία και πλέον ζει ως σιτεμένος πλέιμποι χρησιμοποιώντας τους ειδικά διαμορφωμένους χώρους του πάλαι ποτέ γραφείου για κάθε είδους διασκεδάσεις κυρίως ερωτικού περιεχομένου, με πληρωμένες ερωμένες που ψαρεύει από δω κι από κει. Παρακμιακός αλλά καλοπροαίρετος και πάντοτε αδιαπραγμάτευτα αριστοκρατικός στους τρόπους και τα φερσίματα, ο Ζάκι ενσαρκώνει, ως τζέντλεμαν παλαιάς κοπής, την ξεφτισμένη και φθαρμένη φινέτσα της παλιάς αργόσχολης αριστοκρατίας προ της επανάστασης του Νάσερ, που έχει πλέον περιέλθει σε αφάνεια και παρακμή, χωρίς κανένα ενεργό πολιτικό ρόλο. Συμπαθέστατος , ευγενέστατος αλλά κατά τα άλλα άχρηστος, προσπαθεί να διατηρηθεί ακμαίος και εμφανίσιμος με το ντύσιμο και το ακριβό λάιφ στάιλ, όμως η νιότη τον έχει εγκαταλείψει οριστικά. Συζεί με τη δύστροπη αδελφή του στο πατρικό τους και τις ατελείωτες ώρες της σχόλης, περιηγείται κακόφημα στέκια και καταγώγια αναζητώντας την ηδονή. Άλλες φορές πάλι θυμάται συντετριμμένος τα περασμένα μεγαλεία συχνάζοντας στα λόμπι κοσμοπολίτικων ξενοδοχείων ή σε πολυτελέστατα ρεστοράν.  Όμως, οι καλές μέρες ανήκουν ανεπιστρεπτί στο παρελθόν. Μέσα σε αυτούς τους θύλακες του πλούτου και της προκλητικής χλιδής,  συγκεντρώνεται πλέον όχι η εναπομείνασα αριστοκρατία τύπου Ζάκι αλλά η καινούρια διαπλεκόμενη  πολιτική, στρατιωτική και επιχειρηματική ελίτ, που έχει άλλο «όραμα» για τη χώρα και την ανάπτυξη. Ο Ζάκι είναι ο flaneur που περιηγείται την πόλη και καταγράφει μέσα του τις σημαίνουσες αλλαγές από εποχή σε εποχή. Τα στέκια της αριστοκρατίας έχουν αλωθεί από τους καινούριους κρατούντες, που επιβάλλουν νέα ήθη. Το Κάιρο δεν είναι η πόλη που ήξερε. Ομάδες με καινούρια κοινωνικά χαρακτηριστικά  καταλαμβάνουν θέσεις-κλειδιά της σφύζουσας μητρόπολης  και η ανθρωπογεωγραφία του τόπου αλλάζει θεαματικά από μέρα σε μέρα διαμορφώνοντας ένα νέο, αμφιλεγόμενο τοπίο.

Αν ο Ζάκι ανήκει αμετάκλητα στο παρελθόν, ο νεαρός Τάχα, γιος του θυρωρού, ατενίζει με ελπίδα το μέλλον. Όμως η «αμετάκλητη» ταπεινή καταγωγή του τον εγγράφει μοιραία στο πλήθος των περιθωριακών και των αδικημένων και του στερεί την όποια προοπτική. Ο Τάχα ονειρεύεται  μια καριέρα στην αστυνομία αλλά, παρά τις εξαιρετικές του επιδόσεις, κόβεται στις εξετάσεις λόγω κοινωνικής προέλευσης. Η εύλογη απογοήτευση εξαιτίας της κατάφωρης αδικίας τον στρέφει σε κύκλους φανατικών ισλαμιστών, που, ευκαιρίας δοθείσης, δεν αργούν να τον στρατολογήσουν στην τζιχάντ. Μέσα στο κλίμα της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, ο Τάχα βρίσκει το νόημα και ίσως την ελπίδα, που του στέρησαν οι θεσμοί ενός διεφθαρμένου και αυταρχικού κράτους. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την περίπτωση του Τάχα, για να μελετήσει  τις πολύπτυχες εκφάνσεις της πολιτικής βίας και να αναδείξει παθογένειες και αποστήματα που δηλητηριάζουν την αραβική κοινωνία τροφοδοτώντας το φονταμενταλισμό. Βοηθούσης της βίας και της αδικίας του καθεστώτος, ο άλλοτε φέρελπις αλλά τώρα πια εξαγριωμένος Τάχα υφίσταται μια θεαματική μετάλλαξη, που τον οδηγεί στην κλιμάκωση της οργής και την καταστροφή.

Σ’ένα εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος, ένας άλλος ένοικος του Μέγαρου Γιακουμπιάν, ο ομοφυλόφιλος δημοσιογράφος Χατίμ θα προσπαθήσει να διαχειριστεί τη διαφορετικότητά του μέσα σε μια καθυστερημένη κοινωνία ελάχιστα ανεκτική και εκ προοιμίου καταδικαστική. Οι αντιλήψεις του για τον έρωτα θα πέσουν με πάταγο στο κενό και ο ίδιος θα πληρώσει με το ακριβότερο τίμημα, όταν θα κληθεί να αντιμετωπίσει τις προκαταλήψεις, τα παρωχημένα στερεότυπα και κυρίως τις δυσβάσταχτες ενοχές που στοιχειώνουν τον ταπεινής καταγωγής εραστή του. Μορφωμένος αλλά παραμελημένος γόνος μιας εύπορης αστικής οικογένειας, ο Χατίμ, αναδεικνύεται με την κουλτούρα και το ύφος του, πολύ περισσότερο «δυτικός» απ’ όσο  θα μπορούσε να αντέξει η αιγυπτιακή κοινωνία και μοιραία έρχεται αντιμέτωπος με τη σαρωτική βία της απόρριψης και του στιγματισμού, που τον απαξιώνει και στο τέλος τον σκοτώνει.

Ο Αλ-Ασουάνι, πολιτικός ακτιβιστής και δεινός πολέμιος του καθεστώτος Μουμπάρακ (εκτός από συγγραφέας και…οδοντίατρος), δε χάνει ευκαιρία να καταγγέλλει και να στηλιτεύει τα κακώς κείμενα μέσα από την, και  πολιτικά εύστοχη, διαχείριση του υλικού του.  Το Μέγαρο Γιακουμπιάν, με  τα θέματα που ανακινεί, τις μνήμες που αναμοχλεύει και τους τρόπους που αναδεικνύει τα φλέγοντα και τα επείγοντα μέσα από την εμπνευσμένη διασταύρωση Ιστορίας, μικρο-ιστορίας και μυθοπλασίας, μοιάζει να προαναγγέλλει, να φωτίζει και να ερμηνεύει μεταγενέστερα φαινόμενα, όπως αυτό της Αραβικής Άνοιξης αλλά και της έξαρσης των τζιχαντιστών. Η πολιτική παρέμβαση είναι σίγουρα μέσα στις προθέσεις του σπουδαίου αυτού συγγραφέα, που όμως γράφει πρώτα απ’όλα ωραία, χορταστική, απολαυστική λογοτεχνία, προορισμένη να μνημονεύεται και να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Το Μέγαρο Γιακουμπιάν, με τα κύρια πρόσωπα αλλά και τον αστερισμό των περιφερειακών χαρακτήρων που κινούνται γύρω από τους πρωταγωνιστές, πέρα από το να αποτυπώνει με οξυδέρκεια τη δίβουλη Αιγύπτο στο γύρισμα του αιώνα-με το βλέμμα στραμμένο αναποφάσιστα πότε στον εκσυγχρονισμό της δύσης και πότε στον ισλαμισμό της ανατολής-, μιλά για την ανθρώπινη κατάσταση με  κείνο τον πολύ ιδιαίτερο τρόπο που προσιδιάζει μόνο στα μεγάλα μυθιστορήματα της ουμανιστικής παράδοσης και φαίνεται να διεκδικεί επάξια μια θέση ανάμεσα στα αυριανά κλασικά έργα.

info: Αλάα Αλ-Ασουάνι: Το Μέγαρο Γιακουμπιάν, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 334, εκδ. Πατάκη,2016

Προηγούμενο άρθροΔημήτρια 2016 (2): Θέατρο στη μεθόριο του πραγματικού (της Ζωής Βερβεροπούλου)
Επόμενο άρθροΤα ασιατικά τοπία του Φώτη Τερζάκη (του Γιώργου Βέη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ