Το λευκό ποίημα (της Σοφίας Ιακωβίδου)

0
682

 

Σοφία Ιακωβίδου

 

 

«Έρχομαι σε αντίφαση με τον εαυτό μου;

Ωραία λοιπόν, αντιφάσκω.

(Eίμαι ευρύς, περιέχω πολλαπλότητες)»

Γ. Γουίτμαν, Το τραγούδι του εαυτού μου

 

Πώς να αναπαραστήσει το λευκό τον εαυτό του; Η επιφάνειά του είναι ήδη η επικράτεια της συνθήκης του: «η λευκή σελίδα, τρομερή στην άγνοιά της και την ενεδρεύουσα πληθωρικότητά της» (Ρίτσος). Όντας το μη χρώμα και την ίδια στιγμή ο οπτικός ταυτοχρονισμός όλων των χρωμάτων, είναι από μόνο του το απόλυτο σχήμα λιτότητας αλλά και φύσει πληθωριστικό. Μιλά για όλα τα βασικά χρώματα χωρίς να τα δείχνει. Κάτι σαν κι αυτό που οφείλει να είναι η ποίηση. «Όλη η ποίηση τείνει προς την κατάσταση του λευκού» θα λέγαμε, παραλλάσσοντας σε χρώμα το γνωστό συμβολιστικό ορίζοντα προσδοκιών που τη θέλει να επιδιώκει την κατάσταση της μουσικής.

Ο Χ. Βλαβιανός βρήκε εξαρχής το ηχόχρωμα της ποίησής του στο «λογοτεχνικό δελτίο». Όπως οι συγγραφείς αντλούν υλικό από το αστυνομικό δελτίο των εφημερίδων, ψηφιακών και άλλων, τη δοσμένη μυθοπλασία που ξεδιπλώνει η πραγματικότητα, έτσι το λογοτεχνικό δελτίο, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι εκείνο το πλέγμα από βιογραφικά στιγμιότυπα μεγάλων πνευματικών μορφών, λογής ανεκδοτολογικές όψεις του βίου και της συγγραφικής πρακτικής τους, δυστυχήματα και ατυχήματα, παραξενιές και αλλόκοτες συνήθειες, συναντήσεις πραγματικές και άλλες, συμπτώσεις και διασταυρώσεις με άλλες τροχιές που έλαμψαν στο διεθνές στερέωμα, διόλου σπάνια ερήμην τους. Υπό αυτήν την έννοια, η ποίηση του Βλαβιανού είναι και ένα εργαστήρι δημιουργικής γραφής για αναγνώστες και φερέλπιδες λογοτέχνες – ο ίδιος εξάλλου διδάσκει αυτό το εξαιρετικά δημοφιλές τελευταία αντικείμενο – καθώς δεν είναι μόνο προσεκτικός συλλέκτης τέτοιων στιγμιοτύπων αλλά και «επίμονος κηπουρός» τους.

Η Αυτοπροσωπογραφία του λευκού, δέκατο τέταρτο κατά σειρά ποιητικό βιβλίο του, ήρθε επτά χρόνια μετά την τελευταία του ποιητική συλλογή (Τα σονέτα της συμφοράς, 2011 – που έφεραν τον αντιστικτικό ως προς την Αυτοπροσωπογραφία υπότιτλο Apologia pro vita et arte mea). Είχε προηγηθεί ένα «ιντερλούδιο» δύο πεζών: ένα είδος «μυθοπλαστικού ντοκουμέντου», Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ (2016)  και το δικό του αυτοβιογραφικό αφήγημα Το αίμα νερό (2013), για τη δικτατορία του αίματος, την οποία κατέλυσε με συνοπτικές διαδικασίες – όχι όμως κι εκείνην της απώλειας. Με την Αυτοπροσωπογραφία του λευκού πλαγιοκοπεί και πάλι την αυτοβιογραφία [δεν έχω βιογραφία, έχω μόνο βιβλιογραφία, λένε άλλοι δημιουργοί (Μ. Πάβιτς), στην περίπτωση του Βλαβιανού η μία στέλνει διαρκώς στην άλλη], στο μεταίχμιο πάντα ατομικής και συλλογικής ιστορίας, λογοτεχνικής πρωτίστως, αφηγηματικότητας και ποίησης, πρωτότυπης γραφής, αναγνωσμάτων και «μεταγραφών», όπως ονομάζει τις μεταφράσεις του, ήδη από το Adieu (1996), αφού και οι μεταφράσεις ανάγνωση και γραφή εν των αυτώ είναι (τελευταία ενότητα του βιβλίου, Η αντοχή των ποιητών) – ενώ αφήνει τα λογοτεχνικά του δελτία παρατακτικά, γυμνά, συμπαγή στο κέντρο του βιβλίου (Στιγμιότυπα), σαν να είναι το κυρίως πιάτο: η καρδιά του. Γυμνά και με πλήθος αρτηρίες που τα συνδέουν με τις άλλες δύο υποενότητες εκατέρωθέν τους (Ποιήματα και Μεταγραφές) και φυσικά με τα υπόλοιπά του βιβλία.

Δεν είναι μόνο ότι και άλλα του έργα έφεραν σχεδόν τον ίδιο ποιητολογικό υπότιτλο (Διακοπές στην πραγματικότητα. Ποιήματα/Σχεδιάσματα/Μεταγραφές, 2009 και Η εύθραυστη επικράτεια των λέξεων. Ποιήματα/Σχεδιάσματα/Μεταγραφές: 1991-2003, 2013 που απαρτίζεται από τέσσερις προηγούμενες συλλογές του), αλλά και ότι οι τρεις υποενότητες απλώνουν εμφανή δίκτυα μεταξύ τους. Ακόμη και ο τίτλος όλης της συλλογής που παραπέμπει στην Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο του Τζον Άσμπερυ (1975, που με τη σειρά της παραπέμπει στον τρόπο που δοκίμασε να φιλοτεχνήσει τη δική του αυτοπροσωπογραφία ο ζωγράφος Παρμιτζανίνο), την οποία ο Βλαβιανός μετέφρασε το 1995, δεν συμπληρώνεται μόνο από συμπερίληψη ποιήματος από προηγούμενη συλλογή του Αμερικανού (The double dream of spring, 1970) στις μεταφράσεις που κλείνουν το βιβλίο, αλλά και από τη σχέση, τη σχεδόν εναλλαξιμότητα, ποίησης και ζωγραφικής, αυτοβιογραφικότητας και πορτρέτου, που μαρτυρείται και στο συγκεκριμένο έργο αλλά και σε όλο το μήκος του έργου του. Ο  Βλαβιανός έφτασε μάλιστα να την προτείνει ως αναγνωστικό κώδικα με τον οποίο μπορεί κανείς να εξοικειωθεί ήδη από την προσχολική ηλικία (με το Ν. Εγγονόπουλος, Αλφαβητάρι για μικρά και μεγάλα παιδιά, ποίηση Χ. Βλαβιανός, 2008), που αποτελείται από πίνακες του Ν. Εγγονόπουλου, οι οποίοι συνοδεύονται από έμμετρα δικά του ποιηματάκια, που σχολιάζουν ένα αντικείμενο από εκείνα που εικονίζονται στον εκάστοτε πίνακα, το όνομα του οποίου αρχίζει από κάθε γράμμα της αλφαβήτου. Το μότο «..Το σχέδιον ή το χρώμα; Το χρώμα..» (Ν. Εγγονόπουλου, Έλευσις, 1948) προτάσσεται στην αρχή του βιβλίου, όπως στην Αυτοπροσωπογραφία του λευκού ο τίτλος προτάσσει το σχεδίασμα του προσώπου, για να το καταλύσει πάραυτα στο φως του λευκού, που καταυγάζει όλα τα άλλα χρώματα. Όλες τις αποχρώσες ιδιότητες που συνθέτουν κάθε δουλειά του Βλαβιανού θα λέγαμε, μεταφραστή, σχολιαστή, εκδότη περιώνυμων περιοδικών για την ποίηση [της Ποίησης, που τη διαδέχτηκε η Ποιητική], δοκιμιογράφου, ιστορικού, καθηγητή, ποιητή, που αναδιπλώνει σε αυτήν κάθε έκφανση της εργοβιογραφίας του. Ενδεδειγμένη διαδρομή μπορεί να προτείνεται, αφού τα δικά του πρωτότυπα ποιήματα τίθενται πάντα πρώτα όπως είδαμε, αλλά ο αναγνώστης μπορεί να τοποθετήσει και τυχαία τον κήνσορά του σε όποιο σημείο του έργου επιθυμεί. θα ανοίξουν αμέσως άπειροι σύνδεσμοι. Σε μια τυχαία σελίδα της τέχνης ή της ζωής, αφού και «Το βιβλίο της ζωής είναι πάντα ανοιγμένο σε μια τυχαία σελίδα», όπως επιγράφεται ένα από τα ποιήματα της ΑτΛ.

Ο τρόπος που μπορεί να κινηθεί ή να παίξει κανείς με λέξη και/ή σκέψη, υπόκειται πάντα στην επισφάλεια της γλώσσας, που τη στιγμή που δηλώνει κάτι, πολλαπλάσια άλλα νοήματα διαφεύγουν, γι’αυτό και η «Ωδή στο χαμένο νόημα», η πρώτη και μεγαλύτερη ενότητα της Αυτοπροσωπογραφίας, με τα δικά του ποιήματα, τίθεται στην αρχή. Εν αρχή ην ο λόγος, χωρίς να ξεχνάει κανείς ότι «σκέφτομαι εκεί που δεν υπάρχω», όπως το έθεσε η ψυχανάλυση και όχι μόνο. Το ποίημα του Βλαβιανού είναι λευκό, δεν ξεχνάει τίποτε από όλα όσα θορυβούν πίσω του, δηλ. τα «ξεχνάει», γι’αυτό ξανα-γράφεται, βάζοντας ράχη με ράχη, στη δική του εκλεκτικιστική βιβλιοθήκη πάντα, απουσία νοήματος και παρουσία ποιήματος, δείξη (τεχνικών, αρμών, αναγνωσμάτων κλπ) και πράξη (γραφή και μεταγραφή ή μετάφραση). Και μαζί τους τόσα άλλα, «φιλολογικά» και μη: μεταμοντερνισμούς και μοντερνισμούς [για «Ghost modernism» είχε κάνει ο λόγο ο Χρ. Χρυσόπουλος, ο οποίος «τυχαίνει» να έχει γράψει μαζί με τον Βλαβιανό Το διπλό όνειρο της γραφής, 2009], οικειότητα ή και ώσμωση και απόσταση (ειρωνική, εστέτ κ.ά.), οικογένεια πραγματική και λογοτεχνική, έλξη (ερωτική πρωτίστως) και πλήξη (αστικών δείπνων για παράδειγμα), λυρισμό και κυνισμό, εξαιρετικό και καθημερινό (παρα-ποιητική υπόθεση κι αυτό) κλπ. Όσο σοβαρό κι αν είναι το παιχνίδι της γραφής του, το χιούμορ της είναι επίσης αδιάπτωτο, καθώς μοιάζει να φέρει ένα διαρκές, φλεγματικό μειδίαμα για το διπλό όνειρο της γραφής και της ζωής.

 

info: Χ. Βλαβιανός, Αυτοπροσωπογραφία του λευκού. Ποιήματα/ Στιγμιότυπα/ Μεταγραφές, Πατάκης, 2018, σ. 181

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here