Το γλέντι του εγωισμού

0
404

pistes200713-1280x960

Του Φώτη Απέργη.

Ο Αντώνης Ρέμος συνήθως το έκανε λίγο πριν απ’ το ρεφρέν. Αφηνε τους μουσικούς να παίζουν κι εκείνος φιλοδωρούσε από την πίστα με μια χειραψία ή μια κουβέντα οικειότητας τους πιστούς που είχαν χρυσοπληρώσει για χάρη του τα πρώτα τραπέζια: «Τι κάνεις κουμπάρε;» Η «Θα ‘ρθεις Μύκονο το Σαββατοκύριακο;» Κανείς από τους υπόλοιπους θαμώνες δε φαινόταν να ενοχλείται. Αλλωστε, οι περισσότεροι ονειρεύονταν να βρεθούν στην ίδια θέση. Για να κομπάζουν την επομένη ότι τους μίλησε ο Μέγας Ιεροδιασκεδαστής καθώς τον έραιναν με γαρδένιες και γαρύφαλλα μεσ’ από εκατοντάδες κεσέδες από αφρολέξ που συσσωρεύονταν έως τα γόνατά του.

Τίποτα δεν είχε γίνει ξαφνικά. Οι ταβέρνες όπου έπαιζαν στην αρχή οι λαϊκοί μουσικοί, έγιναν στο διάβα των δεκαετιών «κοσμικά κέντρα» για το αρχοντορεμπέτικο, «μαγαζιά» για το σκυλάδικο, «πίστες» για τη λαϊκοπόπ, «πολιτιστικά κέντρα» στο ρυθμό των επιχορηγήσεων της ΕΟΚ. Και τώρα είναι η σειρά τών «κλαμπ» να υποδεχθούν το είδος της διασκέδασης που καθρεφτίζει όσο τίποτα άλλο τη νεοελληνική παθογένεια. Ποιο ζεϊμπέκικο της εσωτερικότητας; Εχει προ πολλού αντικατασταθεί από το τσιφτετέλι της διαχυτικότητας. Ποια γιορτή του ψυχισμού; Εδώ το γλέντι δεν είναι παρά ένα ξέδομα εγωισμού. Με στίχους που δήθεν διεκτραγωδούν την έλλειψη του ερωτικού άλλου, μα στην πραγματικότητα υμνολογούν το περίσσευμα του πιο αντιερωτικού εαυτού.

Τώρα πια, τα κέντρα βαφτίζονται με φυσικότητα Thalassa και οι λαϊκοί τραγουδιστές Notis.  Πώς, δηλαδή, μια τράπεζα λέγεται Laiki ή Emporiki Bank; Στις μέρες μας, η εταιρική γλώσσα δεν είναι απλώς η γλώσσα της συναλλαγής, αλλά η διάλεκτος της αλλαγής- προς το καλύτερο, δηλαδή το λαμπρότερο, το ακριβότερο.

Γι’ αυτό εκτίθενται τόσο εύκολα οι άνθρωποι της πίστας. Όχι γιατί είναι απαραίτητα πιο ασύδοτοι από κείνους της «μουσικής σκηνής», από πολλούς «εντέχνους» και «ποιοτικούς» -άλλωστε σημαντικός καλλιτέχνης δε σημαίνει οπωσδήποτε ολιγαρκής, ούτε και νομοταγής… Αλλά γιατί οι «εμπορικοί» βρίσκονται στην αιχμή ενός κόσμου όπου μετρά ποιος είσαι σύμφωνα με το τι έχεις. Και αυτό δεν αρκεί να το δείξεις, πρέπει να το επιδείξεις. Οι χαμηλοί τόνοι, το μέτρο, είναι για τους μέτριους, τους δειλούς, τους κουλτουριάρηδες. Μαγκιά είναι η γρήγορη, η εύκολη οικονομική άνοδος έξω από κοινωνικούς κανόνες. Μαγκιά είναι όμως και η επίδειξη της πέρα από αισθητικούς καθωσπρεπισμούς. Η νύχτα έχει τα δικά της σύμβολα και αυτά μόνο μετράνε. Πόσο μάλλον όταν η επιρροή της έχει απλωθεί ανενόχλητα στη μέρα…

Πολλοί ξαφνιάστηκαν που μια συναυλία της Αντζελας Δημητρίου και του Βασίλη Τερλέγκα έγινε σ’ ένα δημοτικό σχολείο ενός χωριού της Εύβοιας. Πριν από το ΣΔΟΕ, είπαν, θα έπρεπε να είχαν σπεύσει εκεί επιθεωρητές του υπουργείου Παιδείας. Είναι αλήθεια. Αλλά που ήταν η έγνοια της πολιτείας τόσα χρόνια που εκατοντάδες σχολικές εκδρομές απ’ όλη την Ελλάδα περιλάμβαναν κι από ένα ξενύχτι στις πίστες της Πειραιώς και της Ιεράς Οδού;  Και πού βρίσκονταν οι φιλότιμοι ελεγκτές που κάθε τόσο «σφραγίζουν» κι από ένα κέντρο, ολ’ αυτά τα χρόνια τού ξένοιαστου αφορολόγητου λουλουδοπόλεμου που εκτυλισσόταν υπό τα γλαρά όμματα πράσινων και γαλάζιων υπουργών;

Τότε, βέβαια, οι τραγουδιστές της πίστας δεν ένιωθαν ακόμα υποχρεωμένοι να κάνουν δηλώσεις φορολογικής ορθότητας. Κανείς δεν το ένιωθε. Το ‘φερε όμως η ζωή και τώρα εμφανίζονται ο ένας μετά τον άλλο να διαβεβαιώνουν ότι αυτοί δεν έχουν καμμία σχέση με τις σπατάλες, νόμιμες και μη. «Ξοδεύτηκαν χρήματα, αλλά εμένα δε με ενδιαφέρει. Δεν ανοίγω σαμπάνιες, δεν πληρώνω σαμπάνιες. Εγώ δεν πήρα περισσότερα. Η αμοιβή μου ήταν αυτή που ο ίδιος συμφώνησα. Τίποτα περισσότερο», λέει ο Ρέμος στον Νικο Χασαπόπουλο στο «Βήμα». Το ίδιο και οι εκλεκτοί συνάδελφοί του σε παρόμοια θέση.

Με πόση σπουδή αποστασιοποιούνται από το πιο φανατικό κοινό τους, όλους αυτούς τους γενναιόδωρους γλεντζέδες που τους συντηρούσαν τόσα χρόνια. Πόσο άνετα  τους παραδίδουν ανυπεράσπιστους στη δημόσια χλεύη, το καυσαέριο της φορολογικής μηχανής που αντιδρά σαν αμεταχείριστο αυτοκίνητο με αδέξιο οδηγό.

Και τώρα; Α, μην ανησυχείτε: «Ηρθε η στιγμή να βρεθούμε και να δώσουμε μια πιο γήινη διάσταση και μια πιο ανθρώπινη πλευρά σε αυτό που λέγεται “νυχτερινή διασκέδαση”», αναγγέλει ο Ρέμος στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου στο «Ποντίκι», αναφερόμενος στην επικείμενη συνεργασία του με την Αννα Βίσση. Και συνεχίζει: «Θα κάνουμε μια μουσική παράσταση και θα απευθυνόμαστε σε ξεκούραστο κόσμο (…) Tο ξενύχτι κουράζει. Και μόνο να κάθεσαι από τις 11 το βράδυ σε ένα τραπέζι και να πίνεις μέχρι το πρωί, είσαι κουρασμένος».

Προφανώς, κάποιοι άλλοι ήταν εκείνοι που συντηρούσαν την απάνθρωπη πλευρά της νυχτερινής διασκέδασης, εκείνοι που κούραζαν τον κόσμο διαλέγοντας να βγουν μετά τις δυο για να αυξάνεται εν τω μεταξύ η κατανάλωση. Κάποιοι που τώρα θα αποφεύγουν και να εμφανιστούν.

 

Προηγούμενο άρθροΑντίδωρον
Επόμενο άρθροΕμείς καταστρέφουμε, εσείς να τα σώσετε;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ