Το ανοιχτό μητρώο της αθωότητας και της ενοχής (της Άννας Αφεντουλίδου)

0
612

 

της Άννας Αφεντουλίδου

Οι έξι ιστορίες της Εύας Στάμου στα Κορίτσια που γελούν κεντράρουν σε πρόσωπα γυναικεία που βασανίζονται από αισθήματα και αγωνίες, όπως αυτά ανακύπτουν από τα στερεότυπα με τα οποία επενδύονται οι κοινωνικές μας συμβάσεις, συνομιλούν με τις πολιτισμικά διαμορφωμένες μας αισθήσεις αλλά ταυτοχρόνως απηχούν και αρχετυπικές σχέσεις∙ δηλαδή μας ταξιδεύουν, παρόλο το συγχρονικό τους αποτύπωμα, πίσω στην σκοτεινή περιοχή του μύθου. Το παραπάνω ανιχνεύεται κρυμμένο κάτω από την κρίση της μέσης ηλικίας, συμφύεται με την πικρία ότι η νεότητα φεύγει και μαζί της χάνεται η αυταπάτη πως πάντοτε θα έχουμε αρκετό χρόνο μπροστά μας, ότι προλαβαίνουμε ακόμα να ζήσουμε και να χαρούμε και προ πάντων με την πικρία απώλειας της αυταπάτης ότι μπορούμε να κάνουμε πραγματικότητα ό, τι ονειρευτήκαμε.

Ανθρώπινες φιγούρες καθημερινές, με μικρά ή μεγάλα όνειρα, με απλές ή μεγαλεπήβολες φιλοδοξίες βλέπουν τα όνειρά τους να ροκανίζονται από τη σαρκοβόρα μηχανή του χρόνου, να εγκλωβίζονται στην ανθρωποφαγική παγίδα ενός συστήματος που μοιάζει να στήνει τους κανόνες και τα πλαίσιά του ερήμην μας κι εμείς πρέπει να τα ακολουθούμε εκόντες άκοντες, θυσιάζοντας την διαφορετικότητά μας στο όνομα μιας a priori χαμένης ελευθερίας. Άνθρωποι παραιτημένοι από κάθε είδους συνειδητή αντίσταση, υποταγμένοι στα κοινωνικά μοντέλα, είτε προσπαθούν να υψώσουν κάποιες φορές μιαν ανίσχυρη σημαία προσωπικής εξέγερσης, η οποία είναι καταδικασμένη εξαρχής να ηττηθεί∙ είτε έχοντας την ψευδαίσθηση ότι ίσως μπορέσουν να ευτυχήσουν μέσα στα στενά πλαίσια του κοινωνικά αποδεκτού, εξαντλούν τις προσπάθειές τους σε έναν αγώνα συμφιλίωσης με τα κοινωνικά όρια, αν και βλέπουν ξανά και ξανά να ανατρέπεται αυτή η προσδοκία και η γαλήνη που περίμεναν να μην έρχεται ποτέ.

Αθώες ή ένοχες;

Όλα τα παραπάνω δεν συναρτώνται με την κοινωνική θέση, την ταξική προέλευση ή το μορφωτικό επίπεδο των ηρώων, την ιστορική ή/ και γεωγραφική συγκυρία των ιστοριών τους, αλλά θαρρείς και μέσα στα αφηγήματα στήνονται ανθρώπινες παγίδες έτοιμες να πιάσουν τα θύματά τους οποιαδήποτε ταυτότητα κι αν έχουν ή σε οποιοδήποτε τόπο κι αν αγωνίζονται να αρπαχτούν ή και να ξεφύγουν. Κεντρικές ή έκκεντρες των κύριων θεματικών αξόνων των ιστοριών οι ηρωίδες συνδέονται μεταξύ τους και με τους ρόλους τους, άλλοτε ισοβαθμισμένες με/ και άλλοτε λοξοκοιτώντας στο/ υποταγμένο ανά τις εποχές γυναικείο φρόνημα, που μοιράζεται ανάμεσα στην ενοχή και την αθωότητα, στη μεταμέλεια και το πείσμα, τη μητρική αγάπη και την ερωτική προδοσία. Δεν θα προσπαθήσω να απογράψω όλα τα γυναικεία πρόσωπα των διηγημάτων, παρόλο που είναι πολύ ενδιαφέροντα. Μπορούμε αν τα απογυμνώσουμε από τους ιστορικούς τους δείκτες να διαπιστώσουμε ότι κατεβαίνουν από την περιοχή του αρχαιοελληνικού μύθου, αν και αποδεικνύονται αρκετά ατίθασα στην προσπάθειά μας να τα ταυτίσουμε ορισμένως με συγκεκριμένα του πρότυπα. Όμως θα περιοριστώ σε δύο από αυτά, τα οποία έχουν ένα ιδιαίτερο, θαρρώ, βάρος. Στην Αλίκη του πρώτου αφηγήματος «Ένα τέλειο σχέδιο» και την Λήδα στο 4ο αφήγημα με τίτλο «Το δείπνο».

Η δισυπόστατη Αλίκη

Η Αλίκη, μας πληροφορεί ο αφηγητής, είχε από παιδί την επιθυμία να διαπράξει τον τέλειο φόνο. Αλλά περίμενε να φτάσει η στιγμή που θα είχε την πείρα και την ψυχραιμία να το κάνει. Στην ηλικία των 45 ετών, χωρισμένη, με τον πρώην σύζυγο να έχει μια νεότερη σύντροφο, με την κόρη της να σπουδάζει στο εξωτερικό και να προτιμά τη συντροφιά του πατέρα και της συντρόφου του από αυτήν της μητέρας της, όπως η ίδια τουλάχιστον το αισθάνεται, πιστεύει ότι έχει φτάσει αυτή η ώρα. Οι αναγωγές δεν είναι πολύ προφανείς, αλλά αν ξύσουμε την επιφάνεια μιας αφήγησης που κυλά γρήγορα και πειστικά εστιάζοντας στις πράξεις και όχι στην ερμηνεία τους, θα διαπιστώσουμε το αρχετυπικό της υπόστρωμα γύρω από τα θέματα του φόνου, της εκδίκησης, του ενοχικού έρωτα, της ύβρεως και της τιμωρίας, χωρίς όμως οι τραγικές διαστάσεις να φτάνουν στην ακραία τους έκφραση. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το διακριτό χαρακτηριστικό της γραφής της Εύας Στάμου.

Η Αλίκη αφού αναζητεί το θύμα της ανάμεσα σε πρόσωπα της καθημερινότητάς της που την έχουν ενοχλήσει, εντοπίζει την ιδανική υποψήφια, που θα την διευκολύνει στην πραγματοποίηση του σχεδίου και δεν θα την ενοχοποιήσει, στο πρόσωπο της νεαρής και όμορφης Αμάντας, η οποία είναι πωλήτρια σε κατάστημα καλλυντικών, όπου γίνεται πελάτισσα η Αλίκη. Προσπαθεί να μεταμφιεστεί, ώστε να μην αναγνωριστεί από τους άλλους και να μπορέσει να εκτελέσει το δολοφονικό της σχέδιο. Αλλά η επιλογή του είδους της μεταμφίεσης όχι μόνο δεν είναι τυχαία αλλά αποδεικνύεται καθοριστική: επιλέγει να μεταμφιεστεί σε άντρα. Ρούχα, γυαλιά, περούκα, μακιγιάζ, ακόμη και αντρικά εσώρουχα, τα οποία κανείς δεν θα δει, όχι μόνο για να μην αναγνωριστεί αλλά ουσιαστικά για να μεταμορφωθεί και να μπορέσει να εκπληρώσει τη φαντασίωση της εφηβείας της: να ξεπεράσει την κοινωνική σύμβαση του καλού και του κακού, του ηθικού και του ανήθικου και να αφαιρέσει μιαν ανθρώπινη ζωή.  Ή και αλλιώς: να εξοντώσει μία γυναίκα που μπορεί να αποτελεί εν ταυτώ και αντικείμενο του πόθου της. Ούτε η επιλογή του θύματος είναι επομένως τυχαία∙ αλλά ούτε και έχει ως μοναδικό κριτήριο την μη-ενοχοποίηση της Αλίκης. Η Αμάντα υποστασιοποιεί το στερεότυπο της νεότητας και της ομορφιάς, στο οποίο είναι καταδικασμένη η γυναίκα, για να μπορέσει να ευτυχήσει προσωπικά, ερωτικά, κοινωνικά. Όμως είναι και μια θελκτική ύπαρξη που μπορεί να ενοχοποιείται βαθύτερα στο φαντασιακό της Αλίκης ως ερωμένη. Αυτό το σημείο συνδέει νομίζω και την Αλίκη με την Λήδα, την κεντρική ηρωίδα στο «Δείπνο», που ζηλεύει την φίλη της Χριστίνα με φθόνο και υπόγειο πάθος.

Για να επιστρέψω όμως στην Αλίκη, καθώς βρίσκεται στην ηλικία εκείνη όπου η αμέριμνη αναπόληση της νεότητας έχει μεταμορφωθεί στη θλιβερή μέριμνα της μέσης ηλικίας, έχει πλέον την πείρα αλλά και την ψυχραιμία, όπως λέει ο αφηγητής, ή/και όπως πιστεύει η ίδια, να μεταμορφώσει τον εαυτό της, ώστε να τον υπερβεί.  Η Αλίκη καταστρώνει το σχέδιό της, εγκλωβισμένη στα στενά όρια του σπιτιού της, ενώ δοκιμάζει συνεχείς παραλλαγές μεταμφιέσεων σε άντρα διχαζόμενη ανάμεσα στο αυθεντικό της πρόσωπο και στο παραπλανητικό της είδωλο. Η αμφιθυμία της σχετικά με το αν νιώθει ή όχι ερωτική έλξη για την Αμάντα, όπως και η αναμνημόνευση, από τα χρόνια της νεότητας, της περίπτωσης μιας φίλης της συμφοιτήτριας, για την οποία έλεγαν οι άλλοι ότι την είχε ερωτευτεί, επιβαρύνουν τον ρόλο της αλλά και την ανακουφίζουν από το βάρος της πράξης της.

Η νεαρή σύντροφος του πρώην συζύγου που παρουσιάζεται ως ερωτικό γέρας ενός ώριμου άντρα με οικονομική άνεση, η συζυγική, κατά κάποιον τρόπο, προσβολή να επισκέπτεται με την νεότερη ερωμένη την κόρη τους, η υφαρπαγή της θυγατρικής αγάπης οδηγούν σε έξαψη της ζηλοτυπίας και φαίνεται σαν να στιγματίζουν ανεξίτηλα τον ψυχισμό της γυναίκας. Παρόλο που ο φονικός δόλος ανήκει στην έφηβη Αλίκη και η φονική πράξη ή καλύτερα ο πρακτικός σχεδιασμός της φονικής επιχείρησης ανήκουν στην ώριμη ηρωίδα, ωστόσο διαπιστώνουμε ότι γρήγορα το τέλειο, όπως παρουσιάζεται, σχέδιο καταρρέει αποκαλύπτοντας τα επιπόλαια θεμέλιά του ή/και τον ανήλικο ρομαντισμό της ηρωίδας. Εξάλλου, καθ’ όλη την προσπάθεια της ατυχούς παρενδυσίας, η μεταμορφωτική δεξιοσύνη της Αλίκης συνεχώς κρίνεται και υπονομεύεται από τον αφηγητή, αφού τονίζεται πως ό, τι συμβαίνει διαδραματίζεται στο φαντασιακό της, μια που η ίδια έχει χάσει την ικανότητα να ανα-γνωρίζεται μέσα από τον καθρέφτη, δηλαδή να βλέπει το είδωλό της έτσι όπως αισθητηριακά απεικονίζεται, ή για να το πούμε αλλιώς, με την πείρα και την ψυχραιμία της ωριμότητας. Κι ας μη λησμονούμε ότι όλα αυτά διαδραματίζονται στο «νεολαγνικό» δίχτυ ενός κοινωνικού ιστού το οποίο σπρώχνει τις μονάδες του ξανά πίσω στα παιχνίδια της εφηβείας, στερώντας τους το δικαίωμα να βαδίσουν με αποδοχή τον δρόμο της ωρίμανσης και της έμπειρης σοφίας, ή πιο απλά: να γεράσουν με γαλήνη.

Με απλά αφηγηματικά υλικά αλλά με έντεχνο τρόπο παρουσιάζεται η βασανιστική και βασανισμένη αυτή ψυχική περιπέτεια της Αλίκης στην πορεία μύησης, απόρριψης αλλά και υπέρβασης του φύλου της, που αποτυγχάνει, καταλήγοντας για άλλη μία φορά σε έναν κοινωνικό συμβιβασμό. Διότι ουσιαστικά μέσω της μεταμφίεσης προσπαθεί να μεταμορφωθεί σε μια ανδρόβουλη γυναίκα που θα οδηγηθεί ψύχραιμα και υπολογιστικά στην εκτέλεση χωρίς ενδοιασμό, συγκίνηση ή δισταγμό. Κι ενώ στο αρνητικό της μητρώο προσγράφεται η ψυχρή υπόκριση και η υποκρισία προκειμένου να φτάσει στον φονικό της στόχο και να αποφύγει την αναγνώριση της ενοχής της, δηλαδή την τιμωρία, ωστόσο από τον ρόλο του θύτη που θα χτυπήσει γρήγορα οδηγείται στον ρόλο του θύματος που θα χτυπηθεί και μ’ αυτόν τον τρόπο κερδίζει εν τέλει την επιείκεια και την συμπάθειά μας.

Στο τέλος του αφηγήματος η μεταμφίεση αποκαλύπτεται, άρα η μεταμόρφωση αποτυγχάνει, η ίδια αναγνωρίζεται ως γυναίκα, επομένως αναγνωρίζεται η φύση της και έτσι μέσω της αναγνώρισης, του οίκτου αλλά και της γελοιοποίησης, θα αναγνωρίσει εκ νέου και η ίδια τον εαυτό της επιστρέφοντας ξανά πίσω στο στερεοτυπικό πρότυπο της μητέρας. Και μαζί με την προσωπική της γελοιοποίηση, μέσω του σχήματος μιας συνεκδοχικής προβολής, είναι σαν να οδηγεί ασυνειδήτως στην γελοιοποίηση και τον πρώην σύζυγό της, μια που τα δικά του ρούχα φοράει και τις δικές του κινήσεις μιμείται.  Έχει, εξάλλου, μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος που πραγματώνεται μέσα από τα αφηγήματα γενικότερα η «περιπέτεια» και η «αναγνώριση» των ηρωίδων, με την αριστοτελική διάσταση των εννοιών, ως δηλαδή μεταστροφή από την ευτυχία στη δυστυχία και ως πορεία από την άγνοια στη γνώση.

Ο άλυτος γρίφος της ζήλειας

Στο τέταρτο αφήγημα η Λήδα αναγκάζεται να ζήσει στην Δανία εξαιτίας των συνθηκών της κρίσης στην Ελλάδα, έχει έναν αδελφό επίσης στο εξωτερικό, αλλά η ίδια κρατά έντονους τους δεσμούς της με την Ελλάδα κυρίως μέσω της μητέρας της, με την οποία διατηρεί μια σχέση εξάρτησης, μια που μετά τον θάνατο του πατέρα της εκείνη αγκιστρώθηκε πάνω της. Οικονομικά προβλήματα, το προσφυγικό ζήτημα, αλλά και η προσπάθεια προσαρμογής σε έναν αλλότριο τρόπο ζωής θίγονται συχνά. Παρολαυτά. Κάτω από τα προσχήματα μιας επικαιρικής γραφής λαμπυρίζουν σκοτεινά τα πάθη μιας βαθύτερης διαπραγμάτευσης. Το κλειδί θεωρώ ότι βρίσκεται στην ενοχική υπόθεση της ζηλοφθονίας της Λήδας που βλέπουμε σιγά σιγά να τοποθετείται στην λανθάνουσα περιοχή της ομοερωτικής προτίμησής της για την φίλη της Χριστίνα και να μετατοπίζεται από το γεγονός ότι η φίλη της συνδέεται ερωτικά με τον Λαρς, έναν νέο άντρα που έδειξε αρχικά ότι ένιωσε έλξη για την ίδια. Ομοφυλοφιλική προτίμηση που μοιάζει κρυμμένη όχι μόνο από τον εαυτό της αλλά και από τον παντογνώστη φαινομενικά αφηγητή, ο οποίος αποδεικνύεται πολύ περισσότερο ταυτισμένος με την εσωτερική εστίαση της ηρωίδας. Ένα ακόμη συνδετικό στοιχείο της Λήδας με την Αλίκη του αρχικού αφηγήματος αποτελεί και η επιθυμία της να κάνει κακό στη φίλη της, κάτι που αρχικά φαίνεται να αποδίδεται στο ότι η Χριστίνα έχει εκείνα τα «θηλυκά» χαρακτηριστικά που την κάνουν συμπαθή και θελκτική, ενώ η ίδια τα στερείται.

Ομόλογα πυρηνικά θέματα εντοπίζονται κάτω από το μανδύα της πρώτης ανάγνωσης και στις υπόλοιπες ιστορίες του βιβλίου, την «Θερμοκοιτίδα», την «Κυρία με το καπέλο», την «Βοστόνη» και στο ομότιτλο διήγημα «Τα κορίτσια που γελούν». Αλλά ας μη χαλάσω την αναγνωστική προσδοκία με περισσότερες ερμηνείες.

Επιλογικά

Η Εύα Στάμου εναλλάσσοντας μέσα από τα αφηγήματά της, πρόσωπα, ρόλους και δρώμενα με τα είδωλά τους, αναδεικνύει το βαθύτερο υπόστρωμα του ενοχικού τους μητρώου ως κληροδοτημένο από την εποχή του μύθου, ενώ ταυτοχρόνως υπερασπίζεται την εντοπία της ματαίωσης στη θέση μιας ου-τοπίας του πραγματοποιημένου ονείρου. Και κατορθώνει, χωρίς να δικαιώνει τις ηρωίδες της, να τις αθωώνει μέσα από την παραδοχή των αδυναμιών τους αλλά και την προβολή τους ως εσαεί αδυναμίες του ανθρώπου. Δείχνοντας ότι αυτό είναι εν τέλει που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από μια θεία, δηλαδή μια ανυπόστατη, δικαιοσύνη.

Θα ήθελα να κλείσω θυμίζοντας την περίφημη φράση του Ευρυπίδη όταν προσπαθούσε να ερμηνεύσει το εγκληματικό μητρώο της τρωικής Ελένης, στην ομώνυμη τραγωδία του, όπου έθετε έναν ομόλογο προβληματισμό: τι είναι Θεός τι μη-θεός και τι το ανάμεσό τους;  Εκεί σ’ αυτό το ρήγμα, στο απροσδιόριστο χάσμα του μη ηθικά ή πολιτισμικά αποδεκτού, στο «ανάμεσο» του θείου και μη-θείου, θα συναντούμε πάντα το ελάχιστο ίχνος του ανθρωπισμού μας.

Ξεγελώντας με έναν τέτοιον τρόπο τις βεβαιότητές μας, πιστεύοντας ότι ίσως έτσι μπορέσουμε κάποτε να ξαναγίνουμε εκείνα τα κορίτσια ή τα αγόρια που ήξεραν τότε να γελούν…

info: Εύας Στάμου, Tα Κορίτσια που γελούν, εκδ. Αρμός

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here