Το ακορντεόν της μνήμης

0
140

 

της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου.

  Όταν ασχολήθηκα με το έργο του Γιάννη Βαρβέρη, ανάμεσα απ’ τις πολλές και αξιοζήλευτες αρετές της ποίησής του -και φυσικά αναφέρομαι στην ευρηματικότητα της τρυφερής και συνάμα τολμηρής γραφής του- είχα σταθεί σε έναν στίχο του, από εκείνους που χτυπάνε κατευθείαν στο στομάχι, για να μην κοινοτυπήσω λέγοντας καρδιά. Ο στίχος ήταν: «Επείγει ό,τι δεν γίνεται: ν’ αλλάξω παρελθόν». Βέβαια, εγώ το είχα πει κάπως αλλιώς στη συλλογή μου (Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα): «Ό,τι δε γιάτρεψα αυτό με προσδιορίζει», αλλά εδώ ο Βαρβέρης το πήγαινε ακόμη παραπέρα, έδινε και τη λύση του προβλήματος, τον τρόπο της γιατρειάς που γύρευα εγώ και μάλιστα τον προσδιόριζε στην αλλαγή του παρελθόντος. Και πάνω που αναθάρρησα   απ’ την ανέλπιστη λύση που έδινε, έσπευσε αμέσως να με προσγειώσει δηλώνοντας ότι αυτό απλώς δεν γίνεται. Κι έρχεται τώρα το βιβλίο της Παυλίνας Παμπούδη «Το χεράκι στον ιστό», αυτό το μυθιστόρημα φανταστικού ρεαλισμού, να φέρει την ανατροπή και να δηλώσει ευθαρσώς ότι στην Τέχνη όλα γίνονται. Έτσι λοιπόν η Ξένη ένα μικρό κοριτσάκι που φοβάται μήπως πεθάνει τώρα που έπαθε ανεμοβλογιά -τόσοι άλλωστε πεθαίνουν γιατί όχι και αυτή;- κατεβαίνει στο υπόγειο του σπιτιού της να πάρει μιαν ιδέα για το πώς να ’ναι άραγε οι νεκροί στο δικό τους αντίστοιχο υπόγειο σκοτάδι. Εκεί, ανάμεσα σε άλλα άχρηστα πεταμένα αντικείμενα, ένας πίνακας με ζωγραφισμένο πάνω του ένα τρικάταρτο καράβι και με το όνομα «Ο Παρών», γίνεται το πλεούμενο όχημά της, αφού μόλις το αγγίζει με το δαχτυλάκι της, τη ρουφάει απότομα μέσα του και την ταξιδεύει στο χάος. Εκεί πλέον παρακολουθούμε τις εναλλασσόμενες διαδρομές της απ’ το παρόν στο μέλλον και στο παρελθόν με μιαν ανάκατη χρονική σειρά, μια αλληλοδιαδοχή ακατάστατη, η οποία όμως οδηγεί στην αποκάλυψη ενός μυστικού, που λειτουργεί και ως ο κύριος άξονας-ιστός της ιστορίας.

Το μυστικό αυτό είναι πως όλοι είμαστε πιασμένοι σε ένα δίχτυ από χάος, ένα διάτρητο ωστόσο δίχτυ που μας ή μάλλον της επιτρέπει ευέλικτα να μπαινοβγαίνει, να φεύγει, να ξεφεύγει, να ανατρέπει το παρελθόν, να καθορίζει το μέλλον, ευκίνητα να συνδυάζει τον χρόνο με τον τόπο, και με τη φαντασία της να αυθαιρετεί και να εισέρχεται στις ζωές τόσο των άλλων όσο και στη δική της επαναφέροντας πρόσωπα και σκηνές. Τη μητέρα της Ηρώ, τη θεία Έλλη, τη γιαγιά Αθηνά, τη γάτα που, όταν της αφήνει στα πόδια της νεκρό ένα περιστέρι, την κοιτάζει «με τα ίδια ανοϊκά μάτια που θα είχε η Αγγελικούλα, όταν κάποτε θα γινόταν γριά», τον πατέρα της, τον Βασίλη, ένα εικαστικού τύπου προσκλητήριο παρόντων και απόντων, όπου τα πρόσωπα συχνά είναι αλλοιωμένα με ατελείς τις μορφές τους, λες και μετά τις τόσες αλλεπάλληλες κι αυθαίρετες μετακομίσεις τους από τη μια στην άλλη εποχή, χάσανε στη μεταφορά κάποια από τα χαρακτηριστικά τους: ένα πηγούνι, ένα βλέμμα, την πιο συνηθισμένη κάποτε έκφρασή τους. Έτσι, για παράδειγμα βλέπουμε να λείπει το στόμα από το πρόσωπο της μητέρας. Η Παμπούδη ξέρει καλά να σχεδιάζει τις μορφές και μάλιστα αλλοιωμένες, με περιγράμματα πλήρους διάχυσης και φωτοσκιάσεις αριστοτεχνικές, προκειμένου να επαναβιωθεί το ήδη βιωμένο, ιδωμένο ωστόσο από μιαν αφηρημένη και υποθετική θα λέγαμε προοπτική. Μια ιδιάζουσα αρχιτεκτονική του χρόνου που της επιτρέπει την πανοραμική θέαση του απατηλού μας χάους. Η οργάνωση συνεπώς της μυθοπλασίας έτσι είναι δομημένη, που εγείρει βάσιμες υποψίες πλέον για την αληθοφάνεια της δικής μας πια πραγματικότητας. Αλλόκοτες σκόπιμες αφηγηματικές παρεκβάσεις, φραγμέντα ονείρων και χρόνου βιωμένου, φασματικές απεικονίσεις παρόντων και εκλιπόντων, πλάνα εικαστικά, ενσταντανέ συγκεχυμένα, μια επιμήκυνση κι ένας τεμαχισμός ακατάστατος, συμπτώσεις, συγκυρίες, όλα απλωμένα σ’ ένα πεδίο συνειρμού του «εδώ» και του επέκεινα. Μια καλειδοσκοπικού τύπου παράθεση απλών καθημερινών αλλά και μυθιστορηματικών προσώπων που συνωστίζονται στη φαντασία και στη μνήμη της.

Σαν σκηνοθέτης έμπειρος η Παμπούδη αναλαμβάνει να συνθέσει τις αποσπασματικές ζωές ακολουθώντας την τεχνική του κολάζ. Παίρνοντας λοιπόν αποκόμματα τοπίων και χρονικών περιόδων, επιχειρεί να μνημειώσει την υδραργυρική ζωή που φεύγει αναιτίως, αφήνοντας εμάς διάτρητους και απορημένους.

Γράφει: «Αυτό που μας καθορίζει όμως πιο πολύ απ’ όλα είναι το βλέμμα των εντόμων. Το έντομο μας βλέπει αποσπασματικά, βλέπει μόνο κάποια ασαφή ομάδα κυττάρων μας, με ασαφή χρήση . και μας κάνει, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, να αισθανόμαστε γενικώς αποσπασματικοί και ασαφείς».

Κινηματογραφικές ταινίες, εικόνες και περιγραφές που παραπέμπουν σε έργα του Σαγκάλ και παλινδρομούν διαρκώς στην ιδιάζουσα αλληλουχία του ασύνδετου.

Η επινόηση-εύρημα που αριστοτεχνικά μετέρχεται είναι ο ιστός, το δίχτυ δηλαδή της αράχνης που, αν και μας έχει για τα καλά πιασμένους και αδύναμους, ωστόσο εμπεριέχει ένα διττό σχόλιο-υπαινιγμό: από τη μια την παγίδευση και τον εγκλωβισμό και από την άλλη τη δυνατότητα της παραλληλόγραμμης απόδρασης, μιας απόδρασης που κρύβεται στα μικρά κενά του ίδιου αυτού ιστού, υποσχόμενη διαδρομές εντός κι εκτός της φυλακής. Κι η φυλακή δεν είναι άλλη από το υλικό σώμα και τον ορισμένο χρόνο του, μια απόδραση διαμαρτυρία για όλα τα προαποφασισμένα και ήδη γενόμενα. Παράλληλα, ο ιστός έχει και την έννοια του ιστίου, του ναυτικού καταρτιού που ανεβάζει τα πανιά για να μας ταξιδέψει αλλά και την έννοια της σημαίας που η θαρραλέα ύπαρξη αποφασίζει με πλοηγό τη φαντασία να μην την υποστείλει. Η Παμπούδη χρησιμοποιεί τους ήρωές της σαν πιόνια σε μια παρτίδα σκάκι, στην οποία όμως την ίδια κιόλας στιγμή που τους μετακινεί στα ασπρόμαυρα κουτάκια, λαμβάνει μέρος και η ίδια στο ιδιότυπο παιχνίδι γενόμενη το χέρι που μετακινεί το πιόνι αλλά και το πιόνι που από αυτήν μετακινείται. Οι ήρωες λοιπόν και εκείνη, η κατεξοχήν ηρωίδα σε ρόλο ηθοποιού και σκηνοθέτη και βέβαια σεναριογράφου. Ίσως γι’ αυτό και επιλέγει να λένε την ηρωίδα της Ξένη και όχι Ξένια. Μια όντως ξένη των δύο κόσμων, αυτού της φαντασίας κι εκείνου του ρεαλισμού, μια ξένη προς τους άλλους -ή μήπως για τους άλλους;- μια αποξενωμένη από την τρέχουσα χρήση των αντικειμένων, του χρόνου, των ιστορικών και των κοινωνικών ενοτήτων, των αδιατάρακτων συνεχειών, μες στις οποίες οι άλλοι έμαθαν να βολεύονται.

Καθώς τελείωνε ο καφές, η Ξένη εντόπισε στο κατακάθι την αφορμή της στενοχώριας της: χθες είχε διαβάσει αφηρημένα ένα άρθρο με επιστημονικές αποδείξεις περί της μη ύπαρξης Θεού. «Αυτό όμως δεν το δέχεται κάποιος που έχει πολλούς δικούς του στην ξένη επικράτεια» θα σκεφτόταν κάποτε. Ξέρει πως δεν είναι έτσι, γιατί συνεχίζει να διατηρεί μαζί τους επικοινωνία μέσα από τις μαύρες τρύπες του κυττάρου».

Η ξένη επικράτεια λοιπόν που φιλοξενεί πολλούς αγαπημένους της ηρωίδας μας Ξένης, ξένη κι αυτή και όντως μεταιχμιακή, να ακροπατεί στα όρια του «εδώ» και του «αλλού», μου έφερε στον νου τον ύμνο που ακούγεται το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, μετά την περιφορά του Επιταφίου, όπου ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία ζητά απ’ τον Πιλάτο το σώμα του Χριστού να το ενταφιάσει:

«Δος μοι τούτον τον ξένον,

Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.

…Δος μοι τούτον τον ξένον,

ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου το ξένον».

Στο βιβλίο αυτό η αντιφατικότητα και η παλινδρόμηση, η αέναη σύμπραξη ποίησης και εφιάλτη μέσω της τεχνικής του μοντάζ θυμίζει έντονα ταινίες του Αϊζενστάιν, ξεπερνώντας στη σύλληψη κι αυτά ακόμη τα όρια της φαντασίας. Και αυτό, γιατί η Παμπούδη επιλέγει τη δυνατότητα η ίδια να μπορεί να επιλέγει.

Τι κάνει λοιπόν; Ανοιγοκλείνει ρυθμικά το ακορντεόν της μνήμης της και εκεί που εμφανίζει, την ίδια ακριβώς στιγμή εξαφανίζει όλα εκείνα που αυτή αποφασίζει. Η γραφή της συνεπώς επιχειρεί ένα ιδιότυπο παιχνίδι αντιεξουσιαστικό στη δικτατορία της επίπεδης αντίληψης, την οποία έχει επιβάλλει η αδιαπραγμάτευτη και απαρέγκλιτη πραγματικότητα.

Ο Φρόιντ δίνοντας τον ορισμό του «ανοίκειου φαινομένου» λέει ότι:
«αυτό παράγεται, όταν εξαλείφεται η διάκριση ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα». Ίσως η πιο ιδιοφυής απόδοσή του βρίσκεται στο βιβλίο του Μεξικάνου συγγραφέα Χουάν Ρούφλο: «Πέδρο Πάραμο» το μυθιστόρημα με το οποίο ουσιαστικά επινοήθηκε ο φανταστικός ρεαλισμός, αν και ο όρος έχει προέλευση γερμανική και χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Γερμανό κριτικό τέχνης Franz Roh το 1925.

Άλλωστε, ο μαγικός ρεαλισμός είναι η μαγεία που εκλαμβάνεται ως ρεαλισμός από τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης. Λειτουργεί λυτρωτικά λοιπόν, καθώς επιτρέπει δίπλα στην αντικειμενική να βιώνεται η υποκειμενική οπτική, με τη συνείδηση οπωσδήποτε απεγκλωβισμένη από τη στατικότητα της μιας και μόνον ανάγνωσης, συστήνοντάς μας με αυτόν τον τρόπο -πέραν της μίας- αλήθειες.

Η Παμπούδη συνεπώς αναλαμβάνει εξ’ ονόματος όλων των παγιδευμένων στον ιστό της αναγκαιότητας και της ασφυκτικής πραγματικότητας, εκ μέρους όλων ημών δηλαδή, να εγκαινιάσει την άλλη όραση, αυτήν που παρέχει την ιδεατή δυνατότητα.

Και ποια είναι αυτή; Μα, η δυνατότητα να μπορεί να κάνει ο καθένας το δικό του flash back στην ταινία της ζωής του, το δικό του μοντάζ, να αλλάζει φωτισμό, να κόβει τη σκηνή με το ατύχημα, να διορθώνει τα λόγια των ηθοποιών, να φτιάχνει επιτέλους ένα χάρτη για τον κρυμμένο θησαυρό που θα τον δίνει μυστικά στον ίδιο τον εαυτό του. Τη δυνατότητα μάλιστα μετά απ’ αυτή την ίντριγκα να μπορεί να προσποιείται και τον αιφνιδιασμένο. Η Παμπούδη απορρίπτοντας τον συμβατικό σταθερό φακό, κοιτάζει και δημιουργεί το σύμπαν της αναπλάθοντας στοιχεία της πραγματικότητας μέσα από το πρίσμα που εκείνη επιλέγει. Άλλωστε, η φανταστική λογοτεχνία βασίζεται καταρχήν σε παραδοχές. Έτσι λοιπόν κι εδώ έχουμε παραδεχτεί ως κάτι απολύτως φυσικό την εισχώρηση της ηρωίδας σε άλλους χρόνους και τόπους, θαρρείς και ξαφνικά η οθόνη αποκτά μια μικρή ρωγμή που στη συνέχεια γίνεται πάνινη, για να ανοίξει έτσι μία οπή, μία τρυπούλα στο λεπτό χασεδένιο σεντόνι του οφθαλμού, μία χαραμαδίτσα, κάτι σαν ξηλωμένη ραφή ή σαν κουμπότρυπα, για να εισέλθει αυτόματα στην άλλη διάσταση. Κι όλα αυτά, μόνο και μόνο για να αντισταθεί στο ορθοτομημένο, για να χλευάσει τα τετελεσμένα, για να τακτοποιήσει ανοικτούς λογαριασμούς, να διορθώσει, να αποκαταστήσει. Μια θελκτική ψευδαίσθηση δύναμης, ανάλογης με εκείνης του Θεού-δημιουργού που προγνωρίζει αλλά δεν επεμβαίνει. Γι’ αυτό κι η συγγραφέας μας το πάει λιγάκι παραπέρα. Επεμβαίνει με το «έτσι θέλω» ή καλύτερα με το «έτσι νιώθω». Η οπτική της Παμπούδη παραπέμπει στις ιστορίες του Μπόρχες και στους αμέτρητους Μπουενδίας του Μαρκές, που με τον ιδιότυπο ποιητικό ρεαλισμό τους αποπειρούνται να καταγράψουν το άρρητο, να το αποκωδικοποιήσουν, να αναποδογυρίσουν τις συμβάσεις συνδυάζοντας άκουσον – άκουσον την ηχώ του παρόντος με τον ήχο του παρελθόντος. Αποπειρούνται με άλλα λόγια να διηγηθούν ένα ψέμα, για να πουν εντέλει μιαν αλήθεια, όπως θα έλεγε και ο Άρης Μαραγκόπουλος.

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα φανταστικού ρεαλισμού η Παμπούδη διαμαρτύρεται για τη χαμένη ενότητα των όντων με την Αρχή τους, για την απόσπασή τους από το ένα ενιαίο Όλον κι ως εκ τούτου, αρνούμενη η ίδια να έχουν το δικαίωμα αυτόβουλης εισόδου στον άλλον κόσμο αποκλειστικά και μόνον οι αυτόχειρες, παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και επαναφέρει τους χαμένους, τους επιστρέφει στη γενέτειρά τους, η οποία δεν είναι άλλη από τη μνήμη και τη φαντασία της.

Κι όλα αυτά, γιατί απλούστατα δε θέλει να είναι άλλο πια λυπημένη αλλά και για έναν επιπρόσθετο λόγο, για να περισώσει -όπως η ίδια εξομολογείται- κάποια από τα γυαλικά μες στο ντουλάπι της, αφού: «Είναι εκ γενετής τόσο λυπημένη που τα περισσότερα γυαλικά της ραγίζουν μόνα τους».

 

                                                              

INFO: Παυλίνα Παμπούδη

«Με το χεράκι στον ιστό»

 

Προηγούμενο άρθροΤο μυθιστόρημα και ο Πλάτων
Επόμενο άρθρο«Διαβάζοντας μεγαλώνω»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here