Τούρκικος κινηματογράφος- Τσεϊλάν

0
375

Της Αγορίτσας Μπακοδήμου.

Το Φεστιβάλ Καννών 2014 έληξε και μεγάλος νικητής είναι ο Τούρκος σκηνοθέτης Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν με το Winters Sleep. Ο Τσεϊλάν αφιέρωσε τον Χρυσό Φοίνικα σε όλους τους νέους της Τουρκίας και ειδικά σε αυτούς που έχασαν τη ζωή τους στην Τουρκία τον χρόνο που πέρασε. Ο απόηχος της ταραγμένης κοινωνικής πραγματικότητας που διαπραγματεύεται στις ταινίες του κατάφερε να εισχωρήσει στην τελετουργική λάμψη του διάσημου φεστιβάλ. Φαίνεται πως η εποχή των κρίσεων τρέφει το σινεμά, όπως και τις υπόλοιπες τέχνες, και παραδείγματα υπάρχουν πολλά – η απρόσμενη άνθιση και καταξίωση του καινούριου ελληνικού κινηματογράφου, καθώς και οι ρουμάνικες και σέρβικες ταινίες που ξεχωρίζουν στα διάφορα ανά τον κόσμο φεστιβάλ.

Πάντως ο Τσεϊλάν δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό. Οι προηγούμενες ταινίες του Κάποτε στην Ανατολία (μια αριστουργηματική ελεγεία αναμονής και ατέρμονων συζητήσεων στην ερημία μιας βροχερής άγρυπνης νύχτας), Τρεις πίθηκοι (μια ιστορία που μετατρέπει το «δεν ακούω, δε βλέπω, δε μιλάω» σε ηθικό δίλλημα της καθημερινότητας) και Μακριά (μια ταινία για τη μοναξιά) βρήκαν φανατικούς θαυμαστές στη χώρα μας. Παρεμπιπτόντως, μπορείτε να βρείτε και τις τρεις στα βιντεοκλάμπ (το Κάποτε στην Ανατολία υπάρχει με ελληνικούς υπότιτλους και στο περιβόητο mavrixina.blogspot.com) και να αποφύγετε τις σκοτεινές αίθουσες, καθώς και τις απογοητεύσεις, αυτή την εβδομάδα.

Το παρακάτω άρθρο, που δημοσιεύθηκε πριν καιρό στην Αυγή και αφορούσε την τελευταία χειμωνιάτικη επίσκεψή μου στην Κωνσταντινούπολη, ελπίζω να αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή για το «ταξίδι» στο αντιφατικό τοπίο της Ανατολής:

Ο υγρός άνεμος της Πόλης ανεμίζει ένα πόστερ όπου η κατσουφιασμένη Πάρις Χίλτον διαφημίζει μια αλυσίδα καταστημάτων φτηνής ένδυσης. Τα Μακντόναλντς προσφέρουν το περιβόητο μπέργκερ Μακ-Τουρκ. Το βράδυ στα κλαμπ ο νεαρόκοσμος πίνει καμαρώνοντας το ποτό του – το αλκοόλ ως σύμβολο στάτους. Ο Ερντογάν αύξησε τους φόρους και τώρα ένα μπουκάλι ουίσκι κάνει γύρω στα εξήντα ευρώ. Ακόμα μία προσπάθεια επιστροφής στη μουσουλμανική παράδοση της αποχής, όπως τον κατηγορούν φίλοι και εχθροί. Παντού πολυκαιρισμένες φωτογραφίες του γαλανομάτη Κεμάλ Ατατούρκ που παρακολουθεί αέναα το λαό του. Συνεχίζουν να τον αγαπούν και να τον μισούν με το ίδιο πάθος, παρόλο που αρκετοί υποστηρίζουν ότι υπάρχουν κι άλλες λύσεις εκτός από το αδιέξοδο του διλήμματος «Ισλαμιστές ή Κεμαλιστές».

Τα λεωφορεία ανεβαίνουν αγκομαχώντας μέχρι το Ταξίμ – τη σφύζουσα καρδιά της πόλης. Αδειάζουν παρέες μοναχικών νεαρών από τα υποβαθμισμένα προάστια που κοιτάνε τριγύρω με πεινασμένα μάτια, μαντιλοφορούσες παχουλές κυρίες, νεαρά ζευγαράκια, αγανακτισμένους φοιτητές με σακίδια φορτωμένα φυλλάδια, μανάδες με μια κουστωδία παιδιών, μοντέρνες φοιτήτριες με μίνι φούστες και λάπτοπ,  μεσόκοπους μεροκαματιάρηδες φορτωμένους σακούλες, ομάδες Ελλήνων παθιασμένων με τις πάλαι ποτέ φτηνές αγορές στην Πόλη. Ο κεντρικός πεζόδρομος, η Ιστικλάλ, δεν ησυχάζει ποτέ. Πάνω-κάτω περατζάδα, ανακατεμένες μουσικές από τα καταστήματα, σπαστά ελληνικά προς άγραν πελατών, μια ντουντούκα ενημερώνει ότι όποιος τρώει κρέας είναι δολοφόνος, μια άλλη καλεί σε αφύπνιση, βαριά μυρωδιά από αρνίσιους κεφτέδες και μπαχάρια, τουρσιά και βουτυρένιους μπακλαβάδες. Οι παλιοί κάτοικοι της περιοχής αδυνατούν ακόμα να πιστέψουν την αλλαγή στη συνοικία τους. Το Μπέγιογλου μέχρι τη δεκαετία του ’80 ήταν μια περιοχή παραδομένη στην ανομία. Καφενέδες, ύποπτα στέκια και σκοτεινά δρομάκια με πόρνες και παράνομες συναλλαγές. Όταν έπεφτε το σκοτάδι καλό ήταν να μην κυκλοφορεί κανείς μόνος. Πόσοι, αλαζονικοί μέσα στη σιγουριά τους, τουρίστες γνωρίζουν το παρελθόν του;

Δεκαπέντε εκατομμύρια άνθρωποι κατοικούν στην Πόλη, ανεπίσημα είκοσι. Απλωμένοι, στοιβαγμένοι, στους εφτά λόφους της. Στα αστικά γκέτο της ασιατικής πλευράς, υπάλληλοι και κοινωνικοί αναρριχητές, νεαρές οικογένειες, μοναχικοί ηλικιωμένοι, μικροαστοί με όνειρα κοινωνικής καταξίωσης ζουν σε τεράστιες περίφραχτες πολυκατοικίες με πάρκινγκ και φυλασσόμενους ανοιχτούς χώρους, με σούπερ μάρκετ και λιλιπούτεια εμπορικά κέντρα στα υπόγειά τους. Δίπλα σε μεγάλους αυτοκινητόδρομους, διαμερίσματα με μοντέρνες πανομοιότυπες κουζίνες, άδεια γήπεδα τένις, μπαλκόνια με θέα στο πουθενά και ασφαλής διαβίωση, μιάμιση ώρα με το λεωφορείο από το κέντρο, αν δεν πέσεις σε μποτιλιάρισμα. Σεκιουριτάδες φυλάνε τις εισόδους για να μην μπει κάποιος παρείσακτος – άραγε οι ένοικοι μπορούν να απομακρυνθούν χωρίς άδεια;

Εμμονή με την ασφάλεια. Αλλεπάλληλοι έλεγχοι στα αεροδρόμια, στις εισόδους των ξένων πανεπιστημίων και σε συναγωγές. Η σκιά του κουρδικού ζητήματος βαραίνει την Τουρκία. Μελαχρινοί Κούρδοι καραδοκούν να σπείρουν τη βία! Επιτέλους στα δικαστήρια τούς αναγνωρίζεται το δικαίωμα να μιλούν στη γλώσσα τους και να χρησιμοποιούν μεταφραστή. Ο ξανθός Μπόραν, γόνος αστών, σπουδάζει σε ξενόγλωσσο πανεπιστήμιο κοινωνιολογία και ετοιμάζεται να φύγει στο εξωτερικό για να γλυτώσει το στρατιωτικό. Πατάει νευρικά τα πλήκτρα του λάπτοπ και εξηγεί πως δεν είναι διατεθειμένος να σκοτώσει κανέναν Κούρδο, και δε θα είχε καμία αντίρρηση να τους δώσουν ένα κομμάτι γης να ζήσουν. «Είναι τόσο μεγάλη η Ανατολία», λέει αναφερόμενος στα βάθη της Τουρκίας. «Ο Ερντογάν διέψευσε τις ελπίδες των αστών που τον ψήφισαν. Ναι, έφερε οικονομική ανάπτυξη, αλλά με ποιο τίμημα; Ετοιμάζονται νόμοι που θα απαγορεύσουν τις αμβλώσεις, το ισλαμικό κίνημα ενισχύεται, ακόμα και τα υπαίθρια τραπεζάκια απαγορεύονται σιγά-σιγά, για να μην καταναλώνεται δημοσίως αλκοόλ. Μας ξεγέλασε και τώρα θέλει να γίνει δικτάτορας». Οι δυτικότροποι Τούρκοι έχουν δώσει στον Ερντογάν το περιφρονητικό παρατσούκλι «Η εκδίκηση της Ανατολίας», αναφερόμενοι στις ταπεινές ρίζες του, στη θρησκοληψία του και στη λατρεία την οποία τρέφουν γι’ αυτόν οι αδαείς μη-προνομιούχοι.

Κάθε τέσσερις μέρες σκοτώνεται μια γυναίκα στην Τουρκία για λόγους τιμής – ο φόνος αποδίδεται σε κάποιο ανήλικο αρσενικό μέλος της οικογένειας που πάει δυο-τρία χρόνια φυλακή και μετά αφήνεται ελεύθερο μετά «βαΐων και κλάδων». Ο Οσμάν, ένας εικοσιεπτάχρονος γλυκομίλητος δικηγόρος, πιστεύει ότι οι γυναίκες στη Δύση δε σέβονται τον εαυτό τους. Ο ίδιος δεν πίνει αλκοόλ, δεν καπνίζει και δηλώνει παρθένος. Περηφανεύεται ότι διατηρούσε «ερωτική σχέση» με μια κοπέλα για τέσσερα χρόνια και δεν την είχε καν φιλήσει. Εφόσον από τη μέλλουσα γυναίκα του – την οποία δεν έχει καμία αντίρρηση να γνωρίσει με συνοικέσιο – απαιτεί παρθενία, είναι διατεθειμένος να την προσφέρει κιόλας. Είναι οπαδός του ανερχόμενου ανάμεσα στους νέους κινήματος στο οποίο ηγείται ο ιμάμης Γκιουλέν, που ζει μόνιμα στις ΗΠΑ, και αποτελεί μέλος της «χρυσής γενιάς» που υποστηρίζει την επιστροφή στις παραδόσεις του Ισλαμισμού. Στις κοσμικές γκαλερί του Νισάντασι, της πιο κοσμοπολίτικης συνοικίας της Κωνσταντινούπολης, διανοούμενοι και Ευρωπαίοι εκπατρισμένοι, γκέι και καλλιτέχνες ανταλλάσσουν απόψεις και διαφωνούν παθιασμένα – «εδώ είναι σαν την Νέα Υόρκη, με άρωμα Ανατολής», μου λένε. Ο Οσμάν μου μιλάει για την ηθική και κοινωνική κατάπτωση από την οποία υποφέρουν οι δυτικές κοινωνίες και ονειρεύεται την έλευση της καινούριας «καθαρής» τάξης πραγμάτων.

Μια βροχερή μέρα περιήγηση στην περιοχή του Φαναριού με την απαραίτητη συνοδεία ενός άρρενα φίλου. Η συνοικία αποκαλείται πλέον «Μικρό Ιράν», και είναι εκεί που έριξαν ρίζες οι εσωτερικοί μετανάστες από την Ανατολία. Τα παλιά αρχοντικά τον Φαναριωτών, ρημαγμένα και σαπισμένα από την υγρασία, δίνουν καταφύγιο σε πολυμελείς οικογένειες. Στα ετοιμόρροπα μπαλκονάκια μουσκεύουν απλωμένα ρούχα. Σπασμένα τζάμια, φωνές παιδιών και ελάχιστες γυναίκες στους δρόμους, κι αυτές καλυμμένες και χαμηλοβλεπούσες. Στις γωνίες των πιο κεντρικών δρόμων άεργοι άντρες με τα χέρια στις τσέπες και το μόνιμο τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη. Μικρομάγαζα με φτηνά ρούχα και λοκαντάσι με νόστιμους κιοφτέδες και πίτες που φτιάχνονται παρουσία του πελάτη. Ένα καφενείο γεμάτο ανθρώπους και καπνό – εδώ δεν ισχύει η αυστηρή απαγόρευση του καπνίσματος. Μπαίνω διστακτικά, ζητώντας σχεδόν την άδεια από τους αποκλειστικά αρσενικούς θαμώνες. Μου συγχωρούν την παρεκτροπή επειδή είμαι εμφανώς ξένη και συνοδεύομαι. Η ξυλόσομπα καπνίζει, ο καφετζής με αγνοεί παντελώς στην παραγγελία και απευθύνεται στον συνοδό μου, χαρτοπαίγνιο και τσάγια το ένα πάνω στο άλλο. Παρόλο που δείχνουν να αδιαφορούν για την παρουσία μας, η πανωλεθρία μου στο τάβλι συνοδεύεται από απρόσμενα χειροκροτήματα και επευφημίες στον φίλο μου – βλέπετε, έβγαλε ασπροπρόσωπο το αρσενικό φύλο.

            Τα πρόσωπα της Πόλης είναι πολλά, και αυτό που διαλέγει ο καθένας μας για αληθινό, τον προδίδει.

 

Κάποτε στην Ανατολία

  • Σκηνοθεσία: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν
  • Σενάριο: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, Εμπρού Τσεϊλάν, Ερκάν Κεσάλ
  • Φωτογραφία: Γκόχαν Τιριγιάκι
  • Πρωταγωνιστούν: Γιλμάζ Ερντογάν, Τανέρ Μπιρσέλ, Αχμέτ Μουμτάζ Ταϊλάν, Μουχάμετ Ουζουνέρ
  • Διάρκεια: 150′

 

Προηγούμενο άρθροΔύο παράξενοι ξένοι, Οδυσσέας- Οιδίπους
Επόμενο άρθροFin’ amor

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ