Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι: Το έπος και ο τρόμος

0
2092

Της Κατερίνας Ασημακοπούλου (*)

«Γιατί θα πρέπει να διαλέξουμε τον έναν από τους δύο;», είναι η ερώτηση που έρχεται στο στόμα των περισσότερων ανθρώπων ακούγοντας τον τίτλο του βιβλίου του Τζωρτζ Στάινερ. Η απάντηση είναι πως δεν θα πρέπει να διαλέξουμε κανέναν από τους δύο – ο ίδιος ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να διαλέξει παρά μόνο να αντιπαραθέσει. Για όποιον όμως έχει διαβάσει τόσο τον έναν όσο και τον άλλον από τους δυο τιτάνες της λογοτεχνίας, η επιλογή δεν έρχεται ως αποτέλεσμα στοχασμού πάνω στα προτερήματα και τα ελαττώματα του καθενός, αλλά ως φυσική αναγκαιότητα, ακόμη κι αν δεν εκφράζεται πάντα ρητά: «Μπορούμε να εντοπίσουμε δύο ψυχικούς τύπους: ο ένας είναι σε θέση να αφομοιώσει τον πνευματικό κόσμο του Τολστόι και ο άλλος του Ντοστογιέφσκι», έγραψε ο Ρώσος φιλόσοφος Μπερντιάγιεφ. Αυτό είναι το μότο με βάση το οποίο ο Στάινερ γράφει το βιβλίο του, ένα βιβλίο που δεν περιορίζεται στους δύο συγγραφείς του τίτλου του, αλλά επεκτείνει την ανάλυσή του σε όλο το εύρος της λογοτεχνίας, καταλαμβάνοντας έτσι μια θαυμαστή θέση στο πάνθεον της παγκόσμιας κριτικής.

Ο Τζορτζ Στάινερ γράφει το δοκιμιακό του έργο εμφορούμενος από μια ανυπόκριτη αγάπη και θαυμασμό τόσο για τον Τολστόι, όσο και για τον Ντοστογιέφσκι. Αντιλαμβάνεται τον ρόλο του κριτικού ως εκείνον του διαμεσολαβητή ανάμεσα στο έργο τέχνης και στο κοινό και ορίζει ως απαραίτητη ιδιότητά του την «αγωνιώδη», όπως λέει, αναγνώριση της απόστασης που χωρίζει την δική του τέχνη από εκείνη του ποιητή. Βάζει στο κέντρο της μελέτης του τους ίδιους τους συγγραφείς, όχι μόνο την τεχνική τους, αλλά και τη μεταφυσική τους θεωρία. Υπερασπίζεται θερμά εκείνο που ονομάζεται «παλαιά κριτική», σε αντίθεση προς την «νέα κριτική», που θέλει να απομονώσει το κείμενο από τον συγγραφέα του και να περιορίσει τις αξιώσεις της αντικειμενικότητας πάνω στην αξία των λογοτεχνικών έργων.

«Αισθάνομαι πάντα σαν να στέκομαι γυμνός για να περάσει από μέσα μου το πυρ του παντοδύναμου Θεού – ένα πραγματικά ανυπόφορο συναίσθημα. Πρέπει κανείς να είναι τόσο απελπιστικά θρήσκος για να είναι καλλιτέχνης», έγραψε ο Ντ. Χ. Λώρενς σε ένα γράμμα του προς τον Ε. Μ. Φόρστερ. Ακριβώς αυτή η απόλυτη γύμνια απέναντι στο αδυσώπητο ερώτημα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του Θεού είναι που τοποθετεί τόσο τον Τολστόι, όσο και τον Ντοστογιέφσκι στις υψηλότερες θέσεις της παγκόσμιας λογοτεχνίας, σύμφωνα με τον Στάινερ. Κόντρα στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση του 18ου αιώνα, η οποία αρνήθηκε σθεναρά τόσο το δράμα, όσο και το έπος για χάρη του νατουραλισμού, τόσο οι Ρώσοι, όσο και οι Αμερικάνοι συγγραφείς σήκωσαν την σημαία του μεγαλειώδους και αρνήθηκαν να κρατήσουν τον «καθρέφτη, τον οποίο η φαντασία έστηνε απέναντι στην εμπειρική πραγματικότητα».

Ο Στάινερ αφιερώνει το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του στον Τολστόι εστιάζοντας στην Άννα Καρένινα και στο Πόλεμος και Ειρήνη. Το χαρακτηριστικό εκείνο που διακρίνει την τέχνη του Τολστόι είναι, σύμφωνα με τον Στάινερ, εκείνο το μεγάλο «ναι» που φαίνεται να αντηχεί πίσω από ό,τι γράφει, μια κατάφαση στη ζωή και στο φως. Τα έργα του Τολστόι είναι μεγάλα, με όλη την σημασία της λέξης. Διαπνέονται από την αίσθηση του επικού – το όραμα πίσω από αυτά και η ιδιοσυγκρασία του ίδιου του συγγραφέα παραπέμπουν ευθέως στον Όμηρο. Η σχεδόν σωματική αμεσότητα του έργου και η διαύγεια που χαρακτηρίζει την σκέψη του είναι ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που το κάνουν να λάμπει όχι πια ως ένα απλό πεζογράφημα που αντικατοπτρίζει την ζωή, αλλά σαν την ίδια, την αδιαμεσολάβητη ζωή. «Υπάρχουν έργα τέχνης που κατακτούν την αχρονικότητα ακριβώς μένοντας αγκιστρωμένα σε μια συγκεκριμένη στιγμή του χρόνου». Τα μυθιστορήματα του Τολστόι, με το πυκνό τους δίχτυ και την πολλαπλή πλοκή που αγκαλιάζει όλη την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι έργα σαν αυτά.

Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου αφιερώνεται στην ανάλυση της ιδιοφυίας του Ντοστογιέφσκι, έχοντας ως κεντρικά σημεία εστίασής του τον Ηλίθιο, τους Δαιμονισμένους και το Υπόγειο. Ο Στάινερ ιχνηλατεί τις επιδράσεις που είχε τόσο το θεατρικό δράμα όσο και η γοτθική και μελοδραματική λογοτεχνία στο έργο του, φτάνοντας στο σημείο να ισχυριστεί με πολύ πειστικό τρόπο ότι «ο Ντοστογιέφσκι μετέφρασε τη γλώσσα και τη γραμματική του δράματος στην ιδιόλεκτο της πεζογραφίας». Τα μυθιστορήματα του είναι μυθιστορήματα συμπυκνωμένης δράσης: διάλογος, σύγκρουση, κορύφωση αποτελούν τα κύρια συνθετικά στοιχεία τους. Με ένα βίαιο γεγονός ως αφορμή, πολύ συχνά με έναν φόνο, ο Ντοστογιέφσκι βάζει τους ήρωες του να χορεύουν δαιμονικά γύρω από τον εαυτό τους. Ο Ντοστογιέφσκι, ισχυρίζεται ο Στάινερ, είναι ο εκφραστής του χάους, ο συγγραφέας εκείνος που εξαπέλυσε τόση ενέργεια και δημιούργησε μια τόσο μεγάλη έκρηξη που ξαναέδωσε στην χαμένη έννοια του δράματος το νόημα της. Αν ο Τολστόι είναι ο υμνητής του πλάτους, ο Ντοστογιέφσκι έχει κερδίσει επάξια τον τίτλο του ομολογητή του βάθους.

Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο, ο Στάινερ προχωρά στο τελικό στάδιο της αναμέτρησης μεταξύ των δύο Ρώσων γιγάντων, καθώς καταπιάνεται με την μεταφυσική πίσω από τα έργα τους, τις πεποιθήσεις τους και τις μυθολογικές τους εικόνες. Ενώ το Ευρωπαϊκό μυθιστόρημα του 18ου αιώνα χαρακτηριζόταν από την αδιαμφισβήτητη παρακμή του θρησκευτικού αισθήματος, ο Τολστόι ανέπτυσσε την φιλοσοφία του γύρω από την δυνατότητα του παραδείσου επί της γης. Για εκείνον, ο Χριστός μπορεί να ήταν ασήμαντος, αλλά η αλήθεια της διδασκαλίας του συμπύκνωνε το παν. Πίστευε βαθιά στη δυνατότητα τελείωσης του ανθρώπου εδώ και τώρα, πίστευε στον ορθό, χριστιανικό λόγο και προς το τέλος της ζωής του δόθηκε ολοκληρωτικά σε αυτήν του την πίστη αφήνοντας τον οραματιστή να κυριαρχήσει πάνω στον συγγραφέα. Ο Ντοστογιέφσκι, στον αντίποδα του Τολστόι, ήταν θερμός υπέρμαχος της ελεύθερης πίστης του ανθρώπου στον Θεό και αν ήταν να διαλέξει ανάμεσα στην αλήθεια και τον Χριστό, θα διάλεγε τον Χριστό χωρίς δεύτερη σκέψη. Για εκείνον η ελευθερία του ανθρώπου ταυτιζόταν με την τρωτότητά του απέναντι στον Θεό ενώ και το επίγειο κακό δεν ήταν παρά απόδειξη της ύπαρξης Εκείνου. Όλη η διαλεκτική του Ντοστογιέφσκι, από την άρνηση της τελειότητας του ανθρώπου επί γης μέχρι το αγκάλιασμα όλων των παραδόξων της πίστης, ενσαρκώνεται με τρόπο άψογο τόσο στον Μεγάλο Ιεροεξεταστή και το πρόσωπο του Σταυρόγκιν, όσο και σε πολλούς άλλους από τους «δαιμονισμένους» ήρωες του.

Το βιβλίο «Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι» αποτελεί έργο ζωής για τον Τζορτζ Στάινερ και ορόσημο τόσο για την μελέτη του έργου των δύο αυτών συγγραφέων, όσο και της ευρύτερης ιστορίας και θεωρίας της λογοτεχνίας. Είναι πλούσιο σε αναφορές και παραπομπές σε άλλους κριτικούς και συγγραφείς, αλλά διαπνέεται από μια μοναδική πρωτοτυπία. Ο λόγος του Στάινερ δεν μπορεί να μην προκαλέσει την εντύπωση και τον θαυμασμό του αναγνώστη. Η αιτία βρίσκεται στο ότι αυτός περιμένει εύλογα να διαβάσει ένα κριτικό δοκίμιο με όποια δυσκολία και ευχαρίστηση αυτό συνεπάγεται και ξαφνικά βρίσκεται μπροστά σε ένα κείμενο που έχει αποκλειστικά δική του λογοτεχνική αξία. Ο Στάινερ καταδύεται σε ερεβώδη βάθη και ανεβαίνει σε δυσθεώρητα ύψη με την ευκολία ενός μαιτρ του είδους ενώ η αμεσότητά του είναι εκείνη που κάνει εύκολα αντιληπτή και την παραμικρή λεπτομέρεια του στοχασμού του. Γραμμένο πάνω από πενήντα χρόνια πριν, το «Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι» ευτύχησε να πέσει στα χέρια του μεταφραστή Κώστα Σπαθαράκη κι έτσι να φτάσει σήμερα στα χέρια του κοινού της χώρας μας. Πρόκειται για μια σημαντική στιγμή για τα ελληνικά γράμματα.

info:Τζορτζ Στάινερ, Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι, μτφρ: Κώστας Σπαθαράκης, Αντίποδες

 

 

(*)H Κατερίνα Ασημακοπούλου είναι πτυχιούχος νομικής, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στον τομέα της ιστορίας του δικαίου, μεταφράστρια από τα αγγλικά και τα γερμανικά. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή “Μια σακούλα καραμέλες” από το Μελάνι.

Προηγούμενο άρθροWhat’s Going On – Η soul του Michael Kiwanuka (Του Θ. Μήνα)
Επόμενο άρθρο«Το θέμα μου είναι ο θάνατος, επειδή η ζωή είναι το θέμα μου»(Για τον Bernhard από την Ειρήνη Σταματοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here