Τζαζ ιστορίες στην ελληνική λογοτεχνία (του Σάκη Παπαδημητρίου)

2
683

 

Του Σάκη Παπαδημητρίου.

 

Μιμίκα Κρανάκη και Μ. Καραγάτσης: δύο περιπτώσεις που συνδέονται με κάποια γεγονότα του έτους 2008. Παρενθέσεις, συνειρμοί και άλλες ιστορίες χώνονται απρόσκλητες στη μέση.

 

Μιμίκα Κρανάκη

 

Αρχές Απριλίου 2008 πέθανε η Μιμίκα Κρανάκη σε ηλικία 88 ετών, στο Παρίσι. Συγγραφέας και καθηγήτρια φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Ναντέρ. Λίγους μήνες πριν τον θάνατό της βρισκόταν στην Ελλάδα για την παρουσίαση του βιβλίου της «Ματαρόα σε δύο φωνές. Σελίδες ξενιτιάς». Η γνωστή ιστορία του πλοίου με το οποίο ταξίδεψαν στη Γαλλία πολλοί διανοούμενοι κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Κι έτσι φυσικά γλύτωσαν. Όπως γράφτηκε, το πορτρέτο της ολοκληρώνεται από την φεμινιστική της στράτευση, τη σχέση με την ψυχανάλυση και την μεγάλη της μουσική παιδεία. Έχει γράψει αρκετά βιβλία στην ελληνική και στη γαλλική γλώσσα. Ένα από αυτά, που μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, είναι το μυθιστόρημα «Contre – Temps». Ένα σημαντικό έργο της πρώτης μεταπολεμικής λογοτεχνίας το οποίο κυκλοφόρησε το 1947. Ο Κέδρος έκανε τη δεύτερη έκδοση το 1975. Η Μιμίκα Κρανάκη γράφει στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης: «Τι μένει σήμερα από τούτο το βιβλίο. Για τους άλλους δεν ξέρω. Κείνο που ξαναβρίσκω είναι το θέμα και το άγχος του χρόνου, μέσα από την μουσική ιδέα του ρυθμού που φαίνεται… και στον τίτλο… Τι μένει; Λέω μήπως σε κείνο που αρχικά φαινόταν μοίρα ατομική κι εξαίρεση, μήπως κρύβονταν κάτι κοινό και γενικότερο, ακριβώς το στοιχείο που μένει».

Στο μυθιστόρημα της Μιμίκας Κρανάκη, εκτός από τις υπαρξιακές και ερωτικές ανησυχίες, υπάρχουν πολλές αναφορές στην κλασική μουσική και το πιάνο. Τρία αποσπάσματα. Στο τρίτο η Κρανάκη βρίσκει έναν προσωπικό τρόπο να μιλήσει για το μεταφυσικό νόημα της τζαζ.

 

«Λευκή, αγαπημένη αίσθηση στην άκρη των δαχτύλων. Αυτάρκεια ενός ασάλευτου ουρανού πίσω απ’ το κιγκλίδωμα. Τ’ άσπρα τάστα που περίμεναν, το πιάνο που δινόταν, κι οι συγχορδίες πού’ βγαιναν βαθιές, ριζικές, σα να’ θελαν να στύψουν ως τον τελευταίο χυμό της κάθε νότας. Κάθε φορά που καθόταν στο πιάνο είχε, εκτός απ’ όλα τα άλλα, μια καθαρή ηδονή».

 

«Περνούσε μέρες ολόκληρες κι εποχές χωρίς να μπορεί να βγάλει από το πιάνο παρά ήχους, και τίποτ’ άλλο. Κι άξαφνα να, κάποια στιγμή ακουγόταν η φωνή. Έτσι, χωρίς κανένα λόγο. Δε γινόταν να εκβιάσεις το πιάνο να μιλήσει. Μονάχα νε περιμένεις μπορούσες, να περιμένεις πολύ άσχημα, πολύ ταπεινά, ώσπου να φανεί αυτό τ’ ανώνυμο, σαν τα ποτάμια που κυλάνε υπόγεια κάμποσο διάστημα, πριν ξαναφανούν παραπέρα».

 

«Ξέρεις Κυβέλη, εξακολούθησε, το κάθε τι στον κόσμο γίνεται παρά λίγο, κατά προσέγγιση, με αποζιατούρες… Κάτι χειρότερο. Γίνεται à contre –temps. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις. Όπως στη μουσική. Να, έρχεται άδοξα στην αδύνατη στιγμή, όταν δεν το ζητάς ακόμα ή δεν το ζητάς πια, κι έτσι πλέκεται, μια ατέλειωτη αξεδιάλυτη παρεξήγηση… Ο Χαρισιάδης θα μπορούσε θαυμάσια να παραστήσει τη ζωή σου σαν ένα θέμα με συγκοπές και αποζιατούρες. Αυτό, άλλωστε, είναι και το μεταφυσικό νόημα της τζαζ. Οι αντιχρονισμοί, που αποτελούν τη ρυθμική της βάση, καθώς και οι διαφωνίες στο αρμονικό επίπεδο, είναι ακριβώς η έκφραση αυτής της αλυσίδας των απωθήσεων και των πόθων που δεν μπορούν να συγχρονιστούν».

Καλά ως εδώ. Το μυθιστόρημα το ξαναδιάβασα με ενδιαφέρον και αυτή τη φορά πρόσεξα περισσότερο την κριτική του Κώστα Βάρναλη στον «Ριζοσπάστη» τον Ιανουάριο 1948. Η Μιμίκα Κρανάκη είχε το θάρρος να την αναδημοσιεύσει μετά τον δικό της πρόλογο. Και όχι μόνο αυτό. Αφιερώνει την δεύτερη έκδοση στον Κώστα Βάρναλη, αποδεχόμενη μ’ αυτόν τον τρόπο τις παρατηρήσεις του κριτικού – για να μην προσθέσω ότι τον επαινεί κι από πάνω.

Στην κριτική του Κώστα Βάρναλη επιβεβαιώνονται και επιβάλλονται οι έμμονες ιδέες της ελληνικής αριστεράς για την καλλιτεχνική δημιουργία, το άτομο και το σύνολο, τις «προοδευτικές δυνάμεις» από την μια μεριά (εκεί βρίσκεται εξ ορισμού η αριστερά) και τις «σκοτεινές δυνάμεις της αντίδρασης» από την άλλη, δηλαδή όλων των υπολοίπων. Αυτό το υπόδειγμα κριτικής σκέψης φαίνεται ότι εξακολουθεί να ισχύει.

Ο Βάρναλης, αφού πει πρώτα μερικά καλά λόγια για την Κρανάκη, ακολούθως τα βάζει με την Κυβέλη, την πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος που δεν είναι φυσικά άλλη από την συγγραφέα. Δεν του αρέσει καθόλου. Την κάνει με τα κρεμμυδάκια. Τι δεν γράφει. «Είναι υπερτροφικά εγωίστρια κι εγκεφαλική, πνευματική και μουσικά καλλιεργημένη, αλλά στρυφνή, νευρωτική, απόλυτη, αδιάχυτη «πόρτα κλειστή»… ο τύπος αυτός είναι από τους πιο ατομικιστικούς που μας έδωσε η λογοτεχνία μας… ο «Άνθρωπος» λείπει από το έργο της. Υπάρχουνε, βέβαια, άνθρωποι, αλλ’ όλοι τους είναι «Εγώ». Γράφει κι άλλα για να καταλήξει ότι η Κρανάκη, παρά τη μόρφωσή της, δεν ασχολήθηκε με τον «πόνο ολάκερης της ανθρωπότητας», δεν κατάλαβε ότι «τα μεγάλα έργα κινούν τις προοδευτικές δυνάμεις προς τα εμπρός,  ενώ το δικό της το περίφημο κατά τα άλλα έργο, συντάσσεται, έστω και «αρνητικά» με τις σκοτεινές δυνάμεις της Αντίδρασης».

Πέρασαν 70 χρόνια από τότε. Εκεί είμαστε και σήμερα; Με ερωτηματικό ή καλύτερα χωρίς.

 

 

Μ. Καραγάτσης

         Το 2008 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση του Μ. Καραγάτση. Τα βιβλία του επνεκ-δίδονται και δύο από αυτά μετατρέπονται σε τηλεοπτικές σειρές. Λευκώματα,ντοκιμαντέρ, διαγωνισμοί σεναρίων βασισμένων σε διηγήματα ή μυθιστορήματά του, εκθέσεις, διημερίδες, διαλέξεις και τόσα άλλα συμπληρώνουν τον εορτασμό του έτους Καραγάτση. Εδώ υπεισέρχονται διάφοροι συνειρμοί. Δεν μπορώ να τους απαριθμήσω. Επιλογή δύο περιπτώσεων. Η πρώτη από μία σύντομη απάντηση που είχα δώσει στην ερώτηση «Πότε γίνατε συγγραφέας και γιατί;» του περιοδικού «Ρεύματα» του Ντίνου Σιώτη, τεύχος δεύτερο, Ιούλιος – Αύγουστος 1991.

Περνώ στα γρήγορα τα γνωστά παιδικά αναγνώσματα,τις «Μάσκες» και τα «Μυστήρια» και σκαλώνω στην περίοδο που άρχισα να διαβάζω ελληνική πεζογραφία. Τότε έπεσα με τα μούτρα στον Καραγάτση. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50 συζητιόταν το θέμα αν ο Καραγάτσης ήταν λογοτέχνης ή πορνογράφος, αλλά εγώ είχα πάρει ούτως ή άλλως την απόφασή μου: ήταν λογοτέχνης. Μπορεί σήμερα να μην θεωρείται και τόσο τολμηρός, εκείνα τα χρόνια όμως λειτούργησε σαν διέξοδος στις εφηβικές ανησυχίες – ερωτικές, κοινωνικές, ηθικές. Οι ζουμερές περιγραφές ερωτικών σκηνών, οι ανατροπές των δεδομένων της τρέχουσας ηθικής, οι παρακαμπτήριες στα περιθώρια των συμβατικών πλαισίων: αυτά έβρισκα ότι μου ταιριάζουν. Θυμάμαι, μάλιστα, μια φορά που αποβλήθηκα από το σχολείο με την κατηγορία ότι «διάβαζα στην τάξη πορνογραφήματα του Καραγάτση». Μάταια προσπάθησα να αποδείξω και γραπτώς ότι ο Καραγάτσης ήταν  πιο σπουδαίος από τους άλλους που μας δίδασκαν – Βενέζη, Μυριβήλη, Θεοτοκά, Τερζάκη, ακόμη και από τον «αιρετικό» Καζαντζάκη.

Νομίζω ότι ήταν τότε, όταν έδωσα την πρώτη λογοτεχνική μάχη στο γυμνάσιο, που μου γεννήθηκε η επιθυμία να γράψω. Και φυσικά τα πρώτα μου κείμενα ήταν αποκλειστικώς ερωτικά. Από τότε πέρασαν 50 χρόνια. Και το 2008 διανύουμε το «έτος Καραγάτση». Η επέτειος γιορτάζεται επισήμως από το κράτος. Ξεχάστηκαν τα περί πορνογράφου. Ο υπουργός πολιτισμού Μιχάλης Λιάπης έβγαλε λόγο για την αξία των αφιερωμάτων σε έλληνες λογοτέχνες και ότι σκοπός είναι «να ανακαλύψει και να αγαπήσει το κοινό έναν συγγραφέα κάθε φορά». Τι να πω; Διαβάζω στην «Ελευθεροτυπία», 2 Απριλίου, ότι ο καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας Βαγγέλης Αθανασόπουλος περιέγραψε «έναν γεννημένο πεζογράφο, ο οποίος διαβάζεται περισσότερο από κάθε άλλο πεζογράφο της γενιάς του για τη φυσικότητα και την αμεσότητα της λογοτεχνικής του έκφρασης». Από την μια μεριά χαίρομαι γιατί πρόκειται για τον συγγραφέα που αγάπησα και διάβασα με πάθος. Από την άλλη μεριά όμως, κάτι δεν πάει καλά με τις «επίσημες» αναγνωρίσεις. Μάλλον δεν χρειάζονται περαιτέρω επεξηγήσεις.

Η δεύτερη περίπτωση έχει ως αφετηρία μια έκδοση για τη Θεσσαλονίκη που επιμελήθηκε ο Σάκης Σερέφας. Κυκλοφόρησε το 2002 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο στη σειρά «Μια πόλη στη λογοτεχνία». Το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει βρίσκεται στις πρώτες σελίδες του πρώτου μέρους της ανθολογίας. Προέρχεται από το μυθιστόρημα του Μ.Καραγάτση «Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του», από το κεφάλαιο που επιγράφεται StormyWeather. Το πασίγνωστο τραγούδι της δεκαετίας του ’30.Harold Arlen ο συνθέτης, Ted Koehler ο στιχουργός. Την περίοδο 1931 – 1934 ο Harold Arlen,αν και μόλις 26 χρονών, προσλαμβάνεται από το Cotton Club για να γράφει μουσική και τραγούδια στις επιθεωρήσεις και τα θεάματα του περίφημου αυτού νυχτερινού κέντρου που άφησε εποχή

«Ο Γιούγκερμαν» είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η ζωή και οι περιπέτειες του Βασίλη ή Βάσια Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν που η ρωσική επανάσταση τον υποχρέωσε να έρθει στην Ελλάδα. Και πώς περνάει στην Ελλάδα; Έρωτες, ξενύχτια, κοσμικότητες, αλκοόλ, χαρτοπαιξία, απάτες και εκβιασμοί. Βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και μένει στο ξενοδοχείο «Μεντιτερανέ». Εκεί φτάνουν στο δωμάτιό του οι ρυθμοί της τζάζ που έπαιζε η ορχήστρα στην ταράτσα του ξενοδοχείου. Συνεχίζει ο Μ.Καραγάτσης:

«Ένα slow  fox εξαιρετικά όμορφο,που το κεντρικό του μοτίβο,τραγουδημένο μελαγχολικά και με την ένρινη αμερικάνικη προφορά,είχε κάποια πρωτόγονη υποβλητικότητα. Πως το λένε αυτό το κομμάτι; ρώτησε το Μιχάλη, που σφιγμένος στο φράκο του κάπνιζε ατενίζοντας τη νύχτα.

Stormy Weather».-

«Θυελλώδης καιρός». Δεν είναι άσχημος ο τίτλος. Κι η μουσική… Σκούπισε τον ιδρώτα του μετώπου του. Έκανε ζέστη τροπική, υγρή, ασυνήθιστη. Ούτε φύσημα ανέμου. Η θάλασσα κοιμόταν κατραμένια κάτω από έναν ουρανό χαμηλό, βαρυφορτωμένο σύννεφα κι ηλεκτρισμό.

–  Stormy Weather, ξαναείπε ο Βάσιας .

…………………………………………………………………………………………………………..

Βγήκαν στο διάδρομο και πήραν τη σκάλα της ταράτσας, όπου δινόταν κάποιος φιλανθρωπικός χορός – ένας από τους πιο κοσμικούς χορούς της Θεσσαλονίκης. Το ασανσέρ ανέβαινε διαρκώς γεμάτο φράκα, σμόκιν, ανοιχτές τουαλέτες, διαμαντικά. Όσο προχωρούσαν, ο θόρυβος της γιορτής αντηχούσε καθαρότερος: οι ομιλίες του κόσμου,οι φωνές των γκαρσονιών κι οι ρυθμοί της τζάζ,που έδινε τις τελευταίες συγχορδίες του Stormy Weatherσ’ ένα φορτίσιμο μιμητικό μπουρινιού».     

 

 

 

 

 

 

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Λίγα για το άρθρο του παλαιόθεν, από τα χρόνια του 70, φίλου Σάκη Παπαδημητρίου. Τουλάχιστον το ήμισυ,ό,τι αναφέρεται στο Contre-temps (την αντίστιξη αλλιώς) και στη Μιμίκα Κρανάκη (1922-2008). Το Ματαρόα δεν αναχώρησε μέσα στον εμφύλιο, αλλά το 1945, μεταξύ των δυο εμφυλίων. Και με την ευκιαρία, μεταξύ των ταξιδιωτών του ένα πολύ μεγάλο μέρος δεν είχε καμμία σχέση με τις συγκρούσεις αριστεράς και δεξιάς. Οι νέοι της εποχής ασφυκτιούσαν, ήθελαν αέρα ελευθερίας. Το ότι όλοι ήταν αριστεροί, είναι επινόημα της ενδόξου και συνήθως αγράμματης ελληνικής δημοσιογραφίας. Αλλά ποιός νοιάζεται για τέτοια;
    Το άλλο, που αφορά άμεσα στο βιβλίο της Κρανάκη και που πολύ σωστά αποδελτιώνει ο Σάκης τις μουσικές του αναφορές, καθώς η Κρανάκη έπαιζε πολύ ωραία πιάνο,(σύμφωνα με τα διασωθέντα της φίλης της και φίλης μου Λύντιας Στεφάνου), ως γόνος αστικής οικογένειας που ήταν. Το μυστήριο της κριτικής του K.Βάρναλη για το Contre-temps (αργότερα αναδημοσιεύτηκε στη β΄έκδοση), νομίζω ότι λύνεται αν έχουμε υπ΄όψη μας ότι η Κρανάκη, όπως επίσης η Στεφάνου, ο Καμπάς, ο Αδωνις Κύρου, ο Κώστας Αξελός και άλλοι-ες της «αστικής» αυτής παρέας των νέων του 40 ήτανφιλοΕπονίτες και φιλοΚΚΕ, μέσα στον αντιστασιακό πυρετό που επικρατούσε τότε. Το βιβλίο γράφτηκε, αν θυμάμαι καλά, από 1944 ως το 1946, όταν πια η Κρανάκη και οι περισσότεροι άλλοι βρίσκονταν εκτός Ελλάδας. Οπότε εξηγείται η κάποια αρχική μεγαλοκαρδία του Βάρναλη για τη συγγραφέα. `Ισως μάλιστα να χαλβάδιαζε την ερωτικότατα νεαρή Μιμίκα στα χρόνια της Κατοχής, ο μέγας αυτός γερομπήχτης! `Ομως το 48 όταν γράφει την βιβλιοκριτική ο Βάρναλης, ο Εμφύλιος ήταν πια στα γεμάτα του και ήταν αδιανόητο να γράψει θετικά για ένα τέτοιο βιβλίο, το οποίο αμφιβάλλω πολύ αν το καταλάβαινε. `Οσο για τα λοιπά, η Κρανάκη το 75 ήταν πενηντατριών ετών, και όλη αυτή την εποχή ασφαλώς και τη νοσταλγούσε. Ακόμα και τον Βάρναλη…
    ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

  2. να συμπληρώσω, επί του μαρμάρου, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, γιατί έχει τη σημασία του, ότι η Κρανάκη, ο φιλόσοφος Κώστας Παπαιωάννου, που κι αυτός ήταν στο Ματαρόα, και ο `Αδωνις Κύρου, διαγράφηκαν το 1947 από το ΚΚΕ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here