Τα χάρτινα σπαθιά και τα ψηφιακά φτυάρια

3
147

Του Νίκου Βλαντή.vlandis




Το 2006, πρωτοστάτησα στην έκδοση του βιβλιοφιλικού περιοδικού Index. Η βασική ιδέα με την οποία συνεισέφερα στον σχεδιασμό του, ήταν να γράφουν κριτικές οι αναγνώστες.

Τα κείμενα που διάβαζα στα περιοδικά για το βιβλίο και τις εφημερίδες μού φαίνονταν τότε άνευρα και κλαδικά. Πηγή έμπνευσης και κριτήριο επιτυχίας είχα τα κείμενα των bookcrossers: άμεσα, σπιρτόζικα, γραμμένα με μεράκι, από αναγνώστες για αναγνώστες. Αυτό το πνεύμα ήθελα να μεταφέρω στο νέο περιοδικό.

Το πρώτο editorial που υπέγραψα ως διευθυντής του είχε τίτλο τα “Χάρτινα Σπαθιά”: ένα κάλεσμα προς βιβλιόφιλους, να εκφέρουν άποψη για τα βιβλία που αγάπησαν, ή αυτά που τους εκνεύρισαν, να διασταυρώσουμε χάρτινα ξίφη. Οι αναγνώστες ανταποκρίθηκαν. Αρχίσαμε να λαμβάνουμε διαρκώς συγχαρητήρια και κυρίως, κείμενα. Διαπίστωσα απογοητευμένος πως οι αναγνώστες δεν ήθελαν να διασταυρώσουν κανένα ξίφος. Δεν γράφανε σαν bookcrossers. Αντιθέτως, αντιγράφανε το ύφος των κριτικών λογοτεχνίας που ήθελα να αποφύγω. Απογοητεύτηκα.

Τι είχε πάει στραβά; Τι έλειπε; Μάλλον η δυναμική της ομάδας, το αφιλοκερδές και ενθουσιώδες κλίμα μιας λέσχης ανάγνωσης που είχαν οι bookcrossers. Τι υπήρχε διαφορετικό; Η προσδοκία της δημοσίευσης στο περιοδικό και η ματαιοδοξία που δυστυχώς ενέπνεε σε όσους έστελναν κείμενα, αλλοιώνοντας τον αυθορμητισμό των κειμένων τους.

Στο τέλος της χρονιάς εκείνης, άφησα το Index για νέες εκδοτικές περιπέτειες.

Η αμφισβήτηση της κριτικής ωστόσο συνεχίστηκε, και πήρε διαστάσεις στο ίντερνετ, με τα λεγόμενα “βιβλιοφιλικά μπλογκ”. Η αρχή έγινε εκείνη τη χρονιά με το μπλογκ του “Reader” (http://www.diavazo.blogspot.com/). Ο συντάκτης του, κρατώντας ώς το τέλος την ανωνυμία του, προκάλεσε το ενδιαφέρον πολλών αναγνωστών και ανθρώπων του χώρου του βιβλίου. Εκτός από το αίγνιμα της ταυτότητάς του όμως, που συνάρπαζε πολλούς, τα κείμενά του προσέθεταν νέες διαστάσεις στον διάλογο για τα βιβλία, με κυριότερη την ανατροπή της νοοτροπίας κερκίδας: ο Reader μάς θύμισε πως ένας κριτικός οφείλει να έχει άποψη αυτόνομη, ενίοτε να διαφωνεί ανατρεπτικά με συντεχνιακές σκοπιμότητες ή επιβεβλημένες απόψεις.

O Reader σώπασε τον Ιούνιο του 2007, αλλά η αρχή είχε γίνει. Πλείστοι ανέλαβαν να καλύψουν το κενό που άφησε, ή απλώς, να τον αντιγράψουν. Η αμφισβήτηση της καθεστυκίας κριτικής έγινε νόρμα, η μπλογκόσφαιρα ο στίβος των κάθε λογής αδικημένων. Απογοητευμένοι συγγραφείς, αποτυχημένοι ανέκδοτοι συγγραφείς, στρυφνές φιλόλογοι, κατά φαντασίαν εστέτ ιδιωτικοί υπάλληλοι, κριτικίσκοι, ένα σωρό κόσμος άρχισε να ζει μια δεύτερη ζωή (κριτικού) στο ίντερνετ. Απ’ όλα είχε ξάφνου ο μπαχτσές. Η συνταγή ήταν δοκιμασμένη: Ο “κριτικός” ξεκινάει ανώνυμα, να μην εκτεθεί στο φιλικό, πόσω μάλλον στο επαγγελματικό του περιβάλλον. Προσπαθεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον των ανθρώπων του χώρου του βιβλίου, αν και τους καταφρονεί (θεωρεί π.χ. την πλειοψηφία των Ελλήνων συγγραφέων “για κλάμματα” (sic), τους κριτικούς “πουλημένους” κτλ.). Μοιάζει λίγο και με το ψάρεμα. Αν τσιμπήσει ο κόσμος το δόλωμα, αν το μπλογκ στεφτεί με επιτυχία, τότε χωρίς κανένα πρόβλημα αποκαλύπτει την ταυτότητά του, εμφανίζεται έως και δημόσια, να μιλάει ως ειδήμων.

Η ανατρεπτική και αντισυστημική διάθεση του μπλογκερ-κριτικού δεν αποτελεί όμως εχέγγυο επιτυχίας. Το είχα ήδη διαπιστώσει στο Index: επειδή όλοι έχουμε άποψη, δεν σημαίνει πως είναι και ενδιαφέρουσα. Χρειάζεται μια ορισμένη χημεία ανάμεσα στον αναγνώστη και κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο, για να αποφευχθεί η κοινοτυπία. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να γίνει επαγγελματίας κριτικός (ούτε και ο συγγραφέας, όπως βίωσα ως διευθυντής του Index), ούτε έχει άλλωστε το υπόβαθρο να διυλίσει την βιβλιοπαραγωγή και να διαπιστώσει τάσεις, πόσω μάλλον να τις κατευθύνει.

Περιφερόμενος στα βιβλιοφιλικά μπλογκ, σπανίως έχω διαβάσει κάτι ενδιαφέρον. Κατά κανόνα, πέφτω σε αμετροεπείς θετικές κριτικές δεύτερης διαλογής πάνω σε βιβλία ξένης λογοτεχνίας εγνωσμένης αξίας. Έχω δυσφορήσει διαβάζοντας κακεντρεχείς αρνητικές κριτικές πάνω στο έργο καθιερωμένων Ελλήνων συγγραφέων, υπογεγραμμένες επώνυμα ή ψευδονυμικά από αποτυχημένους ή ανέκδοτους συγγραφείς. Με έχουν εκνευρίσει αμετροεπείς θετικές κριτικές πάνω σε βιβλία Eλλήνων συγγραφέων, με τους οποίους ο μπλόγκερ-“κριτικός” μας διατυμπανίζει περίτρανα πως σχετίζεται, επειδή οι συγγραφείς έχουν κάνει τον κόπο να επικοινώνησουν μαζί του. Έχω κουραστεί να αναγνωρίζω την αυταρέσκεια, την κοινοτυπία και την φαιδρότητα να περιβάλλονται από δήθεν σπουδαιότητα, ρηχότητα ύφους και κενότητα ιδεών, και να παρουσιάζονται ταυτόχρονα ως κριτικό εγχείρημα.

Για να υπάρξει ένα καινούργιο κριτικό εγχείρημα, δεν επαρκεί η ανατρεπτική διάθεση ούτε το να τοποθετείται κανείς ενάντια σε συντεχνιακές σκοπιμότητες (κάτι πολύ εύκολο για όποιον εκτός συναφιού). Χρειάζεται ένα πολιτικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, μια καινούργια θεωρία πέραν της θεωρίας, μια αφοσίωση πέραν του χόμπι, δέσμευση κι επαγγελματισμός.

Ίσως η κρίση να μας κάνει όλους λίγο πολύ πιο σοφούς. Ακούγεται συχνά πως ο κλάδος του βιβλίου συρρικνώνεται, επιστρέφουμε σε εκδοτικά μεγέθη προηγούμενων δεκαετιών. Πριν την εποχή της αφθονίας και χρεοκοπίας που άρχισε με την εικοσάχρονη βασιλεία του ΠΑΣΟΚ, υπήρχαν στην Ελλάδα σπουδαίοι κριτικοί (ίσως και πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς). Ας ελπίσουμε πως ισχύει εν προκειμένω το ουδέν κακόν αμιγές καλού: πως, σε ό,τι αφορά τον πήχη της λογοτεχνίας και της κριτικής, επιστρέφουμε σ’ αυτήν την εποχή.

Μου φάνηκε πάντως ελπιδοφόρο σχετικό σημάδι, που στην περίοδο που όλα καταρρέουν, η συντακτική ομάδα του Διαβάζω έβαλε πλώρη το ίντερνετ, και μάλιστα ενδυόμενη τον ουσιώδη ρόλο του Αναγνώστη. Εύχομαι να διαβάζω στον νέο ιστότοπο κριτικά κείμενα φλέγοντα όσο η ιστορική συγκυρία.

Προηγούμενο άρθροWorld Book Night…
Επόμενο άρθροΗλεκτρονικά επιστημονικά περιοδικά και μουσική

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Να στείλω την καλημέρα μου. Διάβασα με ενδιαφέρον το κείμενό σας και μου φάνηκαν εύστοχες οι επισημάνσεις σας. Δεν έχω μεγάλη εξοικείωση με τα βιβλιοφιλικά μπλογκ. Λαμβάνω κάποιες ενημερώσεις από ηλεκτρονικά περιοδικά, λίγες φορές όμως μου κινούν το ενδιαφέρον να διαβάσω κείμενα που δημοσιεύουν. Μακάρι η ανανέωση του κριτικού λόγου να προκύψει από γόνιμα διαδικτυακά εγχειρήματα (ο Αναγνώστης μπορεί να γίνει ένα από αυτά) και να μην μεταφερθούν στο διαδίκτυο οι παθογένειες της έντυπης κριτικής. Μακάρι επίσης η διαδραστικότητα του μέσου να αποδειχθεί ουσιαστική και να μην πολλαπλασιάσει τις παθογένειες…

  2. Ακούγεται τουλάχιστον ειρωνικό, αν όχι αστείο, να αναφέρεστε με ελπίδα στο νέο σάιτ του Αναγνώστη (καλοτάξιδος), ότι θα κάνει το διαφορετικό, τη στιγμή που φιλοξενεί, ως δια του θαύματος, τους απανταχού παρόντες και τα πάντα πληρώντες κριτικούς κ. Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και Κατερίνα Σχινά. Λέτε αυτοί να κάνουν εδώ το διαφορετικό, την ώρα που δεν το έκαναν σε όλα τα δεκάδες έντυπα τα αρνητικά των οποίων αναφέρετε;

    Και ακόμα, οι συγκεκριμένοι κριτικοί και τόσοι άλλοι εδώ δεν έκαναν «θετικές κριτικές δεύτερης διαλογής πάνω σε βιβλία ξένης λογοτεχνίας εγνωσμένης αξίας»;

    Και δεν σκεφτήκατε ποτέ πως οι «αρνητικές κριτικές πάνω στο έργο καθιερωμένων Ελλήνων συγγραφέων» (καθιερωμένων από ποιους; από τους απανταχού παρόντες και τα πάντα πληρώντες κλπ κλπ.;)

    Και για ποιο λόγο ένας μπλόγκερ να μαζοχιστεί διαβάζοντας τα πονήματα των κατοίκων της μικρής του χώρας και όχι αυτό που τον ενδιαφέρει ως λογοτεχνία; Μήπως ασυναίσθητα του καταλογίζετε μια τέτοια υποχρέωση, καθώς οι «καθιερωμένοι» κριτικοί ακριβώς τα έχουν φτύσει, άρα θεωρείτε πως θα όφειλαν οι ερασιτέχνες να τα αγκαλιάσουν;

    Δεν μας τα λέτε καλά αντιφατικέ και αντιφάσκοντα κ. Βλαντή

  3. Συμπληρώνω και την μισή φράση:

    Και δεν σκεφτήκατε ποτέ πως οι «αρνητικές κριτικές πάνω στο έργο καθιερωμένων Ελλήνων συγγραφέων» (καθιερωμένων από ποιους; από τους απανταχού παρόντες και τα πάντα πληρώντες κλπ κλπ.;)απλώς αντιδρούσαν σε κακή λογοτεχνία;

Γράψτε απάντηση στο ΚΔ Ακύρωση απάντησης

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ