Συνειρμοί: Διαβάζοντας για το ΧΕΡΙ στο Περί ζώων μορίων του Αριστοτέλη (του Θανάση Καράβατου)

0
238

 

 

 

του Θανάση Καράβατου

 

  • Στο Περί ζώων μορίων,[1] ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην όρθια στάση του ανθρώπου που του επέτρεψε να έχει χέρια αντί μπροστινά σκέλη, προσθέτοντας: «Ο Αναξαγόρας, μάλιστα, ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος είναι το εξυπνότερο των ζώων επειδή έχει χέρια». Ο ίδιος θεωρούσε πιο λογικό να υποθέσει «ότι προικίστηκε με χέρια επειδή είναι το πιο ευφυές ζώο. Γιατί τα χέρια είναι εργαλείο και η φύση πάντα, σαν ευφυής άνθρωπος, μοιράζει το κάθε εργαλείο σ’ αυτόν που μπορεί να το χρησιμοποιήσει». Κι έτσι «δεν είναι ο άνθρωπος το ευφυέστερο ζώο επειδή έχει χέρια, αλλά έχει χέρια επειδή είναι το ευφυέστερο».[2]

 

  • Με άλλη αφορμή, ο Βασίλης Κάλφας υποσημείωνε: «Στο ατομικό επίπεδο ο Αναξαγόρας έχει δίκιο, όταν λέει ότι ο άνθρωπος είναι το εξυπνότερο ζώο επειδή έχει χέρια: κάθε παιδί έχει χέρια και αναπτύσσει την εξυπνάδα του χρησιμοποιώντας τα. Στο επίπεδο όμως του Είδους ο Αριστοτέλης έχει δίκιο, όταν υποστηρίζει το αντίστροφο: αθροίζοντας τις γενιές δικαιούμαστε να πούμε ότι οι άνθρωποι έχουν χέρια για να χρησιμοποιούν εργαλεία».[3]

 

  • Λίγες σελίδες πιο κάτω, ο Αριστοτέλης θα περιγράψει το σχήμα του χεριού και τις αρθρώσεις των δακτύλων, που είναι «κατάλληλα φτιαγμένες για το πιάσιμο των αντικειμένων και την άσκηση πίεσης. Ένα από τα δάχτυλα είναι τοποθετημένο πλάγιαˑ είναι κοντό και χοντρό, αλλά όχι μακρύˑ γιατί αν αυτό το δάχτυλο δεν ήταν στο πλάι, το χέρι δεν θα μπορούσε να πιάνει και τότε θα ήταν σαν να μην υπήρχε καθόλου χέρι. […] γι’ αυτό ονομάζεται μεγάλο δάχτυλο παρ’ ότι είναι μικρό, γιατί τα άλλα θα ήταν άχρηστα χωρίς αυτό».[4]

 

  • Στο δοκίμιο του Michel de Montaigne (1533-1592) Για τους αντίχειρες,[5] αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Για να «διασφαλιστεί μια υπόσχεση», κάποιοι βάρβαροι βασιλιάδες είχαν το συνήθειο «να συνάπτουν σφιχτά τις δεξιές τους παλάμες τη μια με την άλλη και να συμπλέκουν τα μεγάλα δάχτυλαˑ κι όταν από την πολλή πίεση, το αίμα είχε ανέβει στην άκρη, τα τρυπούσαν με κάποιαν ακίδα ελαφρά κι υστέρα τ’ αλληλοβύζαιναν». ● «Οι Έλληνες ονομάζουν το μεγάλο δάχτυλο αντίχειρ, σαν να λέγαμε ένα άλλο χέρι. Και φαίνεται πως καμιά φορά οι Λατίνοι επίσης τους έπαιρναν με αυτή την έννοια ενός ολάκερου χεριού». ● «Οι Ρωμαίοι απάλλασσαν από τον πόλεμο όσους ήταν τραυματισμένοι στον αντίχειρα, σαν να μην ήταν σε θέση πια να πιάσουν τα όπλα αρκετά σταθερά. Ο Αύγουστος δήμευσε το βιος ενός Ρω­μαίου ιππότη, που είχε κόψει, από πονηριά, τους αντίχειρες των δύο νεαρών γιων του για να τους απαλλάξει από το να πάνε στον πόλεμο· και πριν από αυτόν, η Σύγκλητος, στον καιρό του Ιταλικού πολέμου, είχε καταδικάσει τον Γάιο Βατιήνο σε ισόβια δεσμά και του είχε δημεύσει όλο του το βιος, επειδή είχε κόψει επίτηδες τον αντίχειρα του αριστερού χεριού του για ν’ απαλλαγεί από εκείνη την εκστρατεία. Κάποιος, που δεν θυμάμαι διόλου, όταν κέρδισε μια ναυμαχία, έβαλε να κόψουν τους αντίχειρες των νικημένων εχθρών του, για να τους αφαιρέσει τη δυνατότητα να πολεμούν και να τραβούν κουπί. Οι Αθηναίοι έκοψαν τους αντίχειρες των Αιγινητών για να τους αφαιρέσουν την υπεροχή τους στη ναυτική τέχνη».

 

  • Μια κάποια [άλλη] «κουλτούρα του αντίχειρα» επικρατεί και στη σύγχρονη εποχή. Την εξέθεσε πριν από χρόνια η Αφροδίτη Πολίτη σε ομότιτλο κείμενό της [Ελευθεροτυπία– 31 Ιανουαρίου 2001] από όπου παραθέτω: «Πολύ μελάνι χύθηκε με αφορμή την έκκληση 40 μελών της Ακαδημίας Αθηνών για τη σωτηρία της γλώσσας και την εσκεμμένη εξαφάνισή της λόγω των ανίερων σχεδίων» (τις περιβόητες δολοπλοκίες αντικατάστασης του ελληνικού αλφάβητου από το λατινικό), ενώ πολλοί έδωσαν εύλογες και πληρωμένες απαντήσεις στα συνωμοσιολογικά σενάρια των ακαδημαϊκών. Ωστόσο, τα νιάτα της πατρίδας για τα οποία γίνεται εν μέρει ο σαματάς, μάλλον δεν πήραν χαμπάρι από τις βαρύγδουπες γλωσσολογικές διενέξεις: Οι περισσότεροι ήταν πιθανότατα απασχολημένοι, στέλνοντας μηνύματα με το κινητό τους. Με ελληνικά ή λατινικά γράμματα, με εικονίδια ή αναπάντητες κλήσεις (για να δώσουν στίγμα), με κείμενα λακωνικά ή μη, δεν έχει και τόσο σημασία. Αυτό που φαίνεται πάντως διά γυμνού οφθαλμού είναι η ακατανόητη εμμονή των ελληνοπαίδων με τα κινητά τους και κυρίως αυτή τη μανιασμένη κίνηση του αντίχειρα, που πατάει τα πλήκτρα με επιδεξιότητα και γρηγοράδα, διαγράφοντας μυστηριώδεις περιστροφές περί τον άξονά του, συντάσσοντας ραβασάκια. Τους πετυχαίνεις παντού, σε στάσεις, σε τρόλεϊ και μετρό, στον δρόμο, σε καφετέριες ή ακόμη και στον χώρο διδασκαλίας, νεαροί κύριοι και δεσποινίδες να κοιτάνε με αγωνία το κινητό, όπως η μάγισσα την κρυστάλλινη σφαίρα, απορροφημένοι σε μια μουγκή, γραπτή αλλά άμεση επικοινωνία». Σύνηθες φαινόμενο πλέον, έχει πάψει προ πολλού να είναι αξιοπερίεργο. «Τα SMS είναι πλέον καθημερινός τρόπος επικοινωνίας: Ακρωνύμια, όπως cul (see you later), gr8 (great), f2t (free to talk) αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ αγγλόφωνων και μη μηνυματάκηδων, σύμφωνα με τη βουβή εσπεράντο που από καιρό γνωρίζουν οι μύστες της διαδικτυακής κουβεντούλας». Θυμούνται άραγε, όλοι αυτοί, μια άλλη χρηστικότητα του αντίχειρα που είχαν γευτεί, στην κυριολεξία, εξ απαλών ονύχων;

 

  • Κάποιοι τη θυμούνται, άλλοι όχι. Εξαρτάται από το πόσο λίγο ή πολύ αργοπόρησαν να την εγκαταλείψουν. Και είναι σχεδόν βέβαιο ότι κανενός ο νους δεν θα πάει κατευθείαν –αν δεν την έχει ακούσει ή διαβάσει– στη θεωρία του Donald Winnicott για τα μεταβατικά αντικείμενα και τα μεταβατικά φαινόμενα (1953), η οποία βασίστηκε στην διάχυτη, κοινή παρατήρηση ότι «τα νήπια, μετά τη γέννησή τους, έχουν την τάση να χρησιμοποιούν τους καρπούς των χεριών, τα δάχτυλα ή τους αντίχειρες», βάζοντας στο στόμα. Ακόμη λιγότερο δεν θα πάει ο νους στην ερμηνεία του. Πως αυτό γίνεται «για τη διέγερση της στοματικής ερωτογόνου ζώνης, για την ικανοποίηση των ενστίκτων σ’ αυτή τη ζώνη, και ακόμα, σε έναν ήρεμο συνδυασμό και των δύο». Θυμούνται όμως ευκολότερα ότι, ύστερα από κάποιους μήνες, «τα νήπια και των δύο φύλων αρέσκονται να παίζουν με κούκλες κι ότι οι περισσότερες μητέρες επιτρέπουν στα μικρά τους να χρησιμοποιήσουν κάποιο ιδιαίτερο αντικείμενο και βρίσκουν πως είναι φυσικό γι’ αυτά να εθίζονται, με κάποιον τρόπο, με τέτοια αντικείμενα», μια κουβερτούλα, ένα εσώρουχο, ένα λούτρινο ζωάκι. Ήταν με όλα αυτά, λοιπόν, που ο Winnicott άρχισε να μελετά, μεταξύ άλλων, «την ικανότητα του νηπίου να δημιουργήσει, να σκεφτεί, να επινοήσει, να πρωτοσυλλάβει, να παράγει ένα αντικείμενο», αλλά και την «απαρχή ενός συναισθηματικού τύπου σχέσης με το αντικείμενο».[6]
  • Το μεταβατικό αντικείμενο αποτελεί έτσι μια πρώιμη οργάνωση του ψυχισμού. Κι όπως γράφει ο ψυχαναλυτής J.-Fr. Rabain,[7] χάρη σε αυτές τις μεταβατικές δραστηριότητες, το παιδί αρχίζει να αποσπάται από τη μητέρα του, θυμίζοντάς μας πως ο Winnicott διευκρίνισε περαιτέρω την άποψή του, γράφοντας το 1970: «Το αντικείμενο δεν είναι μεταβατικό, το αντικείμενο αναπαριστά τη μετάβαση του νηπίου από την κατάσταση ένωσης με τη μητέρα του στην κατάσταση σύνδεσης μαζί της». Ο Rabain δεν θα παραλείψει να αναφερθεί και στη συμμετοχή πολιτισμικών παραγόντων στο φαινόμενο –στην Αφρική, π.χ. τα βρέφη βρίσκονται τις περισσότερες φορές φορτωμένα στην πλάτη της μάνας τους κι ο θηλασμός σε διαρκή προσφορά. Θα προσθέσει όμως ότι σημαντικό στο φαινόμενο είναι η δημιουργία ενός μεταβατικού χώρου κι αυτό αποτελεί εξίσου ανάγκη και για το νήπιο της Αφρικής.
  • Την πολιτισμική συνισταμένη του φαινομένου τόνισαν οι γαλλίδες ερευνήτριες Yolanda Govindama και Jacqueline Louis, μελετώντας διαπολιτισμικά τις συνθήκες ύπνου και διατροφής των νηπίων, όπως το co-sleeping και η χρονική παράταση του θηλασμού, σε χώρες ή περιοχές χωρίς σημαντική αστική ανάπτυξη, όπου η χρήση του μεταβατικού αντικειμένου είναι περιορισμένη.[8]
  • Η παιδίατρος Nathalie Boige σημειώνει πως η πιπίλα δεν είναι μεταβατικό αντικείμενο, «αν και η χρησιμοποίησή της μπορεί να ανήκει στα μεταβατικά φαινόμενα του Winnicott». Ένα πρόδρομο» λοιπόν, αφού στόχος και αυτού είναι να καταπολεμήσει το άγχος, όντας κι αυτό ένα «μη-εγώ» –σαν κάτι ξεχωριστό από τον εαυτό του. Μόνο που αυτό το αντικείμενο δεν βρέθηκε, δεν δημιουργήθηκε από το νήπιο, αλλά του δόθηκε πολύ νωρίτερα από ό,τι το νήπιο το ανακαλύπτει κλασικώς –γύρω στον 4ο, 5ο ή 6ο μήνα, κατά τον Winnicott.[9]
  • Το πιπίλισμα του αντίχειρα δεν είναι καθαυτό παθολογικό, βεβαιώνουν οι N. Van de Casteeele & C. Carillo-Brouchet:[10] «Πρόκειται για κανονική δραστηριότητα που σχετίζεται με την ψυχική ανάπτυξη, που μπορεί να διαρκέσει, χωρίς αυτό να είναι ανησυχητικό. Μια παρέμβαση ψυχολόγου για να παρακολουθήσει τη διακοπή του, τοποθετείται εν όψει ιατρικού αιτήματος εξαιτίας ενός προβλήματος στην οδοντοφυΐα. Απαραίτητη φυσικά η κατανόηση του προβλήματος από το παιδί, όπως και η συναίνεσή του στην παρακολούθησή του για να αρχίσουν οι συνεδρίες». Σπανίως υπάρχει τέτοια ανάγκη πριν από τα επτά χρόνια.
  • Υπάρχει βέβαια και ο Linus, ο ήρωας του γνωστού κόμικ Snoopy & Peanuts, που έσερνε την κουβερτούλα του, έχοντας τον αντίχειρα στο στόμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Αριστοτέλης, Περί ζώων μορίων Δ΄. Άπαντα, τόμος 20, Κάκτος 1994, σ. 79-80.

[2] Στο ίδιο, σ. 79.

[3] Βασίλης Κάλφας. Αριστοτέλης, Περί Φύσεως, το Β΄ Βιβλίο των Φυσικών-υποσημείωση 86 σελ. 52 www.kalipos.gr, ΣΕΑΒ 2015.

[4] Αριστοτέλης, ό.π., σ. 83.

[5] Μισέλ ντε Μονταίνι. Για τους αντίχειρες. Στο Δοκίμια-Βιβλίο Δεύτερο. Μτφρ Φ. Δρακοντοειδή. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα1983, σελ. 444-445.

[6] Donald Winnicott. Το παιδί, το παιχνίδι και η πραγματικότητα. Καστανιώτης 1989, 23-25.

[7] Jean-François Rabain. Le doudou, ça n’existe pas. Spirale 2007, 43, 19-25.

[8] Govindama Υ., Louis J. Endormissenet et function se l’objet transitionnel chez le jeune enfant entre 12 et 24 mois, une étude tansculturelle. Devenir 2005, 17, 4, 323-345.

[9] Nathalie Boige. De l’objet transitionnel à l’addiction ? Regard d’un pédiatre, Spirale 2002, 22. 77-88.

[10] Noelle Van de Casteele, Cristel Crillo-Brouchet. La pouce à l’index, la succion et son devenir. Spiral 2002, 23, 31-37.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here