Στο «Λεωφορείο» με τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

0
964

του Γιάννη Ν.Μπασκόζου

Τι ακριβώς είναι το “Λεωφορείο”  με τις 19 στάσεις του Γιώργου Σκαμπαρδώνη; Βιογραφικό πόνημα, χρονογράφημα για την πόλη του την Θεσσαλονίκη, μια υβριδική δημοσιογραφική- λογοτεχνική αφήγηση; Ίσως είναι λίγο από όλα αλλά πάνω από αυτά εκείνο που το χαρακτηρίζει είναι η σημειολογία μιας εποχής, αυτής των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Θα μπορούσα να πω ό,τι συμπυκνώνεται σε μια μόνον φράση.  Η οικογένεια του Γιώργου Σκαμπαρδώνη έχει βγει – από τις σπάνιες φορές- βράδυ σε μια ταβέρνα. Η ατμόσφαιρα είναι χαλαρή, ακούγονται τραγούδια, η χύμα ρετσίνα ρέει και η μητέρα γυρνάει κάποια στιγμή και του λέει: «Να ζήσουμε κι εμείς λίγο αγόρι μου». Είναι τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Οι πληγές του πολέμου ανεπούλωτες, το πάθος για την κατάκτηση μιας ήρεμης ζωής ασίγαστο αλλά σκοντάφτει στη φτώχεια, στις δυσκολίες της βιοπάλης. Μια δεύτερη σημαδιακή φράση την λέει ο πατέρας του. «Φρόντισε να σπουδάσεις, να μη γίνεις λαός». Ο πατέρας, όπως και η πλειοψηφία των μεροκαματιάρηδων, ζούσε μεροδούλι- μεροφάι, η μόρφωση φάνταζε η μόνη διέξοδος για να ξεφύγεις από το μεροκάματο του «καθημερινού τρόμου». Δεν είναι τυχαίο ότι αν και φτωχοί οι γονείς του επέλεξαν να τον στείλουν σε ιδιωτικό σχολείο, και να μάθει μια ξένη γλώσσα.

Αυτή είναι λοιπόν η εποχή που δεσπόζει στα κείμενα που συναποτελούν το «Λεωφορείο». Αλλά δεν είναι μια γκρίζα μόνον εποχή, είναι και η εποχή της νεότητας, αυτής της πραγματικής πατρίδας μας. Η νεότης με τη «σοφή επιπολαιότητα», την «εφηβική αλητεία», το ακαταλόγιστο των ευθυνών, τα παιχνίδια, τις μαγκιές και τη μαθητεία στο άγνωστο. Η εποχή που νομίζεις ότι είσαι «αθάνατος». Και ο Σκαμπαρδώνης την έχει ζήσει έντονα με τις παλιοπαρέες, μέσα στις λάσπες, το δασάκι, τις φτωχογειτονιές.

Το περιβάλλον είναι, ειδικά σε εκείνα τα παιδικά χρόνια, νεορεαλιστικό. Παιδιά ντυμένα φτωχικά, αλάνες, ξυπολησιές, σπίτια με τα στοιχειώδη. Η Θεσσαλονίκη είναι ακόμα επαρχία, μια πόλη μαυρόασπρη όπως στις ταινίες του Ντε Σίκα, στον Κλέφτη των ποδηλάτων, στον Λούστρο Παπουτσιών , στο Θαύμα στο Μιλάνο.

Παράλληλα είναι η Θεσσαλονίκη των εργατών. Ο Σκαμπαρδώνης θα δώσει ανάγλυφα την  εργατική γεωγραφία της, με τις βιομηχανίες, τις βιοτεχνίες, τα εμπορικά μαγαζιά, τους μικρέμπορους. Όλα αυτά που σήμερα είναι κλειστά ή έχουν γίνει μεζεδοπωλεία και που τότε ήταν η ψυχή της πόλης.

Ο συγγραφέας χρόνια μετά μπαίνει στο «Λεωφορείο» και ακολουθεί τη διαδρομή από τα ανατολικά προς τα δυτικά της πόλης. Είναι το «10» Χαριλάου- Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός. Κάθε στάση και ανάμνηση. Ο Σκαμπαρδώνης ξανακάνει την διαδρομή και προσθέτει μνήμες, γεγονότα, σκέψεις. Είναι 19 στάσεις. Οι πρώτες είναι στην ανατολική πλευρά της πόλης, όσο είναι μικρός ακόμα. Μεγαλώνοντας θα κατέβει στο κέντρο, σα τελειόφοιτος και σα φοιτητής. Εκεί  θα αρχίσει μια άλλη ενηλικίωση, αυτή του εφήβου που βαθμιαία μεταμορφώνεται σε άνδρα, έρωτες, απαγορευμένα στέκια, μπαρ, ποτά, περίεργες παρέες. Η διαδρομή θα κλείσει  στο τέρμα, εκεί που είναι  ο Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός, όπου και η εφημερίδα Μακεδονία. Το δημοσιογραφιλίκι θα σημαδέψει τα τελευταία χρόνια τη ζωή του, με τα θετικά και τα αρνητικά του. Ένα επάγγελμα που τα τελευταία χρόνια παρέσυρε στο διάβα του αξίες, συνήθειες,  παραδόσεις χρόνων αφήνοντας όμως τις καλύτερες εντυπώσεις  σε όσους πρόλαβαν να ζήσουν τα καλά χρόνια του έντυπου λόγου.

Ανάμεσα στα δεκάδες βιογραφικά στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας είναι και μερικά που είναι άρρηκτα δεμένα με τη φυσιογνωμία του. Για παράδειγμα η ζωοφιλία του, γνωστή από τις πολλές αναφορές στα διηγήματά του, βρίσκει και εδώ τη θέση της. Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στα ζώα του, τα αναφέρει αναλυτικά στην πρώτη σελίδα του. Για το Σκαμπαρδώνη τα ζώα δεν είναι pet, είναι ισότιμα με τον άνθρωπο, ευτυχούν ή υποφέρουν το ίδιο, έχουν τα ίδια δικαιώματα και περίσσευμα αγάπης. Ο κλεπτομανής Μουχτάρ και ο Τίγρης που έτρωγε γεμιστές πιπεριές ήταν μέλη της παλιοπαρέας με τον έναν ή άλλον τρόπο.

Ένα άλλο στοιχείο που φαίνεται ότι θα τον καθορίσει από την εποχή της φοιτητικής ζωής του είναι η αγάπη και ο σεβασμός για τους μεγάλους τεχνίτες των γραμμάτων. Αφηγείται πώς σύχναζε με την παρέα του στο μπιφτεκάδικο του Καρούνη  όχι για τα υπέροχα μπιφτέκια του (μερικές φορές πηγαίναν φαγωμένοι) αλλά για να δουν να περνάει από μπροστά φευγαλέα ο ποιητής Γιώργος Θέμελης. Ή σύχναζαν στο καφενείο που συνήθιζε να πηγαίνει ο ποιητής Αλέξης Ασλάνογλου, απλώς για να κάτσουν σε διπλανό τραπεζάκι και να τον παρατηρούν. Ήταν η εποχή που δεν φανταζόταν  πώς κάποτε θα δεσπόζει ο ίδιος στις λογοτεχνικές παρέες της πόλης του.

Ήταν τελικά μια καλή εποχή, μια εποχή ευτυχίας; Ναι, απαντάει από τη σημερινή σκοπιά του ο συγγραφέας. Γιατί όπως εξηγεί «η ευτυχία είναι μια στρατηγική της φαντασίας»  και η δική του ενηλικίωση είχε πολλή φαντασία.  Τι σημαίνει άραγε το «έζησα καλά»; Ένας ήρωας του θα πει ότι οφείλεις «να ζήσεις με το δικό σου φάλτσο, ιδίως αν το έχεις παρακάνει για πολύ καιρό». Και υπάρχουν πολλά φάλτσα σε αυτές τις εξιστορήσεις του συγγραφέα, των φίλων , της στενής και της ευρύτερης παρέας του.

Πρόκειται τελικά για μια αυτοβιογραφία;  Ίσως ναι αλλά και πιθανόν όχι. Ο συγγραφέας γράφοντας περιπέτειες της ζωής του μυθοπλάθει την ίδια τη ζωή του. Την βλέπει σαν ξένος και την ζυμώνει, τής αφαιρεί κάπου κάτι και κάπου αλλού προσθέτει κάτι διαφορετικό. Είναι πια μεγάλος, η πόλη και οι άνθρωποι διαθλώνται από τον σημερινό φακό του. Δεν είναι οι παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες που τις βρήκε σε ένα παλιό κουτί αλλά άλλες σημερινές φωτογραφίες που ο ίδιος ο συγγραφέας  θα τις βάψει με την παλιοκαιρίσια σέπια ή θα τους δώσει το λαμπερό χρώμα που αντανακλά μια ψηφιακή φωτογραφία σε ένα ολοκαίνουργιο λάπτοπ. Σε κάθε περίπτωση έχουμε ένα υβριδικό αφήγημα όπου η μυθοπλασία είναι αξεδιάλυτα μπλεγμένη με την βιογραφία, την επινόηση, τις λοξές ματιές του χρονογράφου και τις αυτό – αναλύσεις. Παντού, όμως, σε κάθε γραμμή, πίσω από κάθε λέξη βρίσκεται ο Σκαμπαρδώνης – συγγραφέας και οι 19 στάσεις του λεωφορείου του δεν είναι παρά μία ακόμα στάση στο δημιουργικό του έργο.

info: Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Λεωφορείο – 19 στάσεις, Πατάκης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here