Στο θέατρο “Άνεσις” δεν παίζουν τον Άμλετ τού Σαίξπηρ (της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου)

0
879

Της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου (*)

 

Στο θέατρο “Άνεσις” δεν παίζουν τον Άμλετ τού Σαίξπηρ, …για την ακρίβεια, παρουσιάζουν ένα κακοποιημένο κείμενο, το οποίο σφετερίζεται τον τίτλο ενός εκ των αριστουργημάτων τής παγκόσμιας δραματουργίας. Πιο συγκεκριμένα:

Οι Χαρακτήρες παρουσιάζονται διαστρεβλωμένοι. Το πρωτότυπο σαιξπηρικό κείμενο πουθενά δεν υποστηρίζει έναν Οράτιο ο οποίος ακκίζεται, ούτε έναν ηθοποιό (του θιάσου που επισκέπτεται το παλάτι) ο οποίος φοβάται να βγει μπροστά στο κοινό, ούτε τους Ρόζενκραντς και Γκίλντενστερν να ειρωνεύονται τους πάντες. Παρεμπιπτόντως, οι δύο τελευταίοι, ή, μάλλον, οι περσόνες με τις οποίες τούς “προίκισε” ο σκηνοθέτης Λεβάν Τσουλάτζε, βάσει και του «Σημειώματός» του στο Θεατρικό πρόγραμμα, δεν εγκαταλείπουν από την αρχή μέχρι το τέλος παρά λίγες φορές την σκηνή, αψηφώντας τόσο το γεγονός ότι στο σαιξπηρικό κείμενο εμφανίζονται για πρώτη φορά στην 2η Σκηνή της 2ης Πράξης όσο και το γεγονός ότι δεν επανεμφανίζονται μετά την τέταρτη Σκηνή τής τέταρτης Πράξης, καθώς στο κείμενο είναι γραμμένο ρητά (Πράξη 5η, Σκηνή 2η, στ. 376) ότι είναι νεκροί, ως συνέπεια του ότι αυτοί μετέφεραν πλέον την αλλοιωμένη από τον Άμλετ επιστολή που διέτασσε τον δικό του θάνατο. Ο σκηνοθέτης της παράστασης όχι μόνον θεωρεί αυθαίρετα ότι επιζούν, παρά την θέληση του Σαίξπηρ (παρόμοια και η Γερτρούδη, για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, παρουσιάζεται να πεθαίνει μετά και όχι πριν από τον βασιλιά), αλλά τους δίνει και τον ρόλο των πολύ γνωστών μας νεκροθαφτών στην 5η Πράξη, αφήνοντάς τους, μάλιστα, να φορούν τα παπιγιόν των υπηρετών, τα οποία δεν αποχωρίζονται, εξάλλου, σχεδόν σε καμία σκηνή – αλλά ο Ρόζενκραντς και ο Γκίλντενστερν δεν είναι υπηρέτες· υπήρξαν συμφοιτητές τού Άμλετ!

Τα λόγια των ηρώων και των ηρωίδων, εκτός τού ότι παρουσιάζονται ενίοτε ως συρραφή από διαφορετικές στιγμές τού έργου (αλλά και μεταφέρονται ως δάνεια χωρίς επιστροφή από τον έναν στον άλλον), έχουν, επιπλέον, αναμιχθεί με παράδοξες ξένες προσθήκες που καταστρέφουν το ύφος και το νόημα του πρωτότυπου κειμένου (και οπωσδήποτε των ελληνικών μεταφράσεών του μέχρι τώρα). Ο Σαίξπηρ δεν κάνει λόγο στο έργο του για Επανάσταση· ο δικός του Κλαύδιος δεν διώχνει κανέναν ουρλιάζοντας πάνω στην σκηνή, απλώς ζητάει να του φέρουν φως (κεριά, δηλαδή), διότι σκοτείνιασε ο νους του ύστερα από την παράσταση της «Ποντικοπαγίδας» (του θεάτρου μέσα στο θέατρο), την οποία, πάντως, το κοινό τού θεάτρου «Άνεσις» δεν παρακολουθεί κανονικά, όπως θα το επιθυμούσε ο μεγάλος βάρδος.

Οι δύο εμφανίσεις τής Οφηλίας, όταν πια έχει σαλέψει ο νους της, έχουν κατακρεουργηθεί: αντί για τραγούδια και προσφορά λουλουδιών, η εμβληματική ηρωίδα φτιάχνει τσάι για το φάντασμα του πατέρα της, του δολοφονημένου Πολώνιου· μπορεί να είναι κρίμα, άλλα ο Σαίξπηρ δεν είχε σκεφθεί να προσθέσει και ένα δεύτερο φάντασμα στο έργο του.

Για τον εξαφανισμένο Φόρτινμπρας όπως και για τις οδηγίες τού Άμλετ στους ηθοποιούς τού περιοδεύοντας θιάσου ας μην κάνουμε λόγο· αυτά περικόπτονται (λόγω της μεγάλης έκτασης του πλήρους έργου) και από παραστάσεις που σέβονται και τιμούν το πρωτότυπο κείμενο.

Όσο για το αρχικό όπως και το τελειωτικό κτύπημα, βεβαίως, αυτό προέρχεται από την επιλογή τής μουσικής υπόκρουσης, η οποία τείνει να αποτελέσει παράγοντα του έργου, γι’ αυτό και την αναφέρω εδώ· είναι περιττό να σημειώσω ότι ερωτικές ιστορίες ή ιστοριούλες, τις οποίες θα συνόδευε ωραιότατα μια τέτοια υπόκρουση, υπάρχουν πολλές, μιας και μπορούν να δημιουργηθούν σχετικά εύκολα – ο Άμλετ, όμως, είναι ένας και αυτάρκης.

Διαπιστώνεται, επομένως, από τις παραπάνω ενδεικτικές επισημάνσεις, πως κάποιοι πίστεψαν ότι το Σαιξπηρικό έργο χρειαζόταν βελτιώσεις, αλλαγές και συμπληρώσεις και ότι, επιπλέον, οι ίδιοι ήταν επαρκείς ώστε να του τις προμηθεύσουν. Γιατί δεν έφτιαχναν κάτι δικό τους με την προσωπική τους υπογραφή; Το μεγάλο δυστύχημα είναι ότι οι θεατές (όσοι και όσες δεν γνωρίζουν το έργο, ή ακόμη και εκείνοι που το γνωρίζουν λίγο) φεύγουν με την εντύπωση ότι έχουν δει τον Άμλετ τού Σαίξπηρ, ο οποίος, τελικά, δεν πρέπει να τους φαίνεται ως κάτι το ιδιαίτερο.

(*) Η Σταυρούλα Γ. Τσούπρου είναι καθηγήτρια – σύμβουλος στο ΕΑΠ   

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here