Στο εργαστήρι της προφορικότητας του Θ.Βαλτινού (του Κωστή Δανόπουλου)

0
736

Κωστής Δανόπουλος. 

 

 

 

Το Ημερολόγιο της Αλοννήσου του Θανάση Βαλτινού είναι ένα ηχογραφημένο μυθιστόρημα που πρωτοεκδόθηκε εκτός εμπορίου σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων στο τέλος του 2009. Η πρωτότυπη όμως αυτή σύνθεση δεν εμφανίστηκε ποτέ στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Όλο σχεδόν το τιράζ των πεντακοσίων αντιτύπων έμεινε αδιάθετο στο αρχείο του συγγραφέα. Η νέα συνεπώς αναθεωρημένη έκδοση του έργου από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας (2017) συνιστά την πρώτη κυκλοφορία του.[1] Το βιβλίο συνοδεύεται από έναν ψηφιακό δίσκο, η επεξεργασία του οποίου έγινε το 1991 στο Εργαστήριο Alchemy Sound Lab του εξαιρετικού συνθέτη ήχου Δημήτρη Ιατρόπουλου, με τη συμμετοχή και της ηθοποιού Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου. Ένα βασικό φιλολογικό δεδομένο, συνεπώς, της ιστορίας του μυθιστορήματος αυτού είναι η μακρά κυοφορία αλλά και η αδρανοποίησή του, με συνέπεια να παραμείνει για αρκετά χρόνια χωρίς παραλήπτη. Την ερμηνεία της παραπάνω στάσης μαζί με άλλα εισαγωγικά στοιχεία θα επιχειρήσει να δώσει το κείμενο που ακολουθεί.

Ο τίτλος, καταρχήν, Ημερολόγιο της Αλοννήσου δεν φαίνεται να έχει σχέση με το περιεχόμενο του μυθιστορήματος. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ημερολογιακή μυθοπλασία, επειδή αποκλίνει από τα χαρακτηριστικά και την παράδοση του είδους, όπως αυτά διαγράφονται σε σχετική μελέτη της Αλεξάνδρας Σαμουήλ.[2] Ο γενικός χαρακτήρας του είναι μη ημερολογιακός, όπως συμβαίνει, π.χ., με ορισμένα διηγήματα του Βαλτινού[3] ή με το Ημερολόγιο 1836-2011 κ.ά.[4] Η πεποίθησή μου είναι ότι ό συγγραφέας χρησιμοποιεί τη λέξη «ημερολόγιο» με την πρωταρχική σημασία της έννοιας που σημαίνει πραγματικό ντοκουμέντο.[5] Δηλαδή το νόημα του όρου κλίνει προς ένα βασικό χαρακτηριστικό της πεζογραφικής ποιητικής του Βαλτινού, που είναι η χρήση αυθεντικών μαρτυριών. Μπορεί όμως οι ημερολογιακοί δείκτες να απουσιάζουν, αλλά το προσωπικό στοιχείο υπάρχει και δεν είναι απλά προσωπικό. Σε διάφορα σημεία του ηχογραφημένου μέρους του έργου ακούμε τη φωνή του ίδιου του πεζογράφου, άλλοτε να πρωταγωνιστεί κι άλλοτε να στέκεται δευτεραγωνιστής κοντά στα δρώμενα.

Πολύ μακρινός συγγενής του Ημερολογίου της Αλοννήσου μπορεί να θεωρηθεί το παλιότερο είδος του ημερολογίου (αλμανάκ, καλαντάρι, καζαμίας), επειδή αυτό εξελίχθηκε σε έναν συσσωρευτή υλικού πάσης φύσεως (προγνωστικά καιρού, εορτολόγια, μηνολόγια, κινήσεις άστρων, φιλολογική – λογοτεχνική ύλη κ.ά.[6]). Να σημειώσουμε εδώ, προς ενίσχυση της παραπάνω θέσης, ότι δελτία καιρού προς ναυτιλλομένους διασπείρονται μαζί με άλλες ειδήσεις εντός του τελευταίου τμήματος του μυθιστορήματος.

 

Η ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Το πρώτο μέρος επιγράφεται «Ουροβόρος όφις» και πρόκειται για σημείωμα δοκιμιακού χαρακτήρα στο οποίο ο Βαλτινός προτείνει την επαναφορά της λογοτεχνίας στις προφορικές καταβολές της. Ο «ουροβόρος όφις» είναι το φίδι που κάνει έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό του προκειμένου να δαγκώσει την ουρά του και να αφαιρέσει το υπόλοιπο από το παλιό δέρμα του.

Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο «Κάσια Φράγκου. Μικρό ιστορικό» και πρωτοδημοσιεύτηκε το 2007 ως διήγημα στο περιοδικό Νέα Εστία. Περιγράφει τον σύντομο βίο μιας κοπέλας, η οποία θα πρωταγωνιστήσει στο επόμενο μέρος, όπου προβάλλεται μονότονα και επαναληπτικά η ερωτική ερημία που στοίχειωσε τη ζωή της. Εδώ συναντούμε βιογραφικές ομοιότητες ανάμεσα στον αφηγητή του διηγήματος και στον ίδιο τον Βαλτινό. Ο πρώτος, π.χ., εργαζόταν το 1956 ως διαχειριστής στην κλινική «Θεία Πρόνοια» (γωνία Ι. Δροσοπούλου-Κεφαλληνίας, Αθήνα) και από το χρονολόγιο του πεζογράφου μαθαίνουμε ότι από το 1959 ώς το 1961 έκανε την ίδια εργασία.[7] Συντάσσοντας δηλαδή ο Βαλτινός με ημερολογιακό τρόπο ένα «μικρό ιστορικό», εγκιβωτίζει μέσα του σπαράγματα της δικής του πραγματικής βιογραφίας, δημιουργώντας στενή συνάφεια με το περιβάλλον μιας μυθοπλασίας. Η σχέση αυτή γίνεται στενότερη στο τρίτο μέρος, που περιέχει τα κείμενα στα οποία στηρίχτηκε η ηχογράφηση του ψηφιακού δίσκου, ο οποίος ενσωματώνεται ως αναπόσπαστο τμήμα στην έκδοση του Ημερολογίου της Αλοννήσου. Οι εικοσιέξι ενότητες (tracks) του τελευταίου μπορούν να χωριστούν σε επτά αφηγηματικούς ιστούς που περιλαμβάνουν μονολόγους (Κάσσιας, Αλεξάνδρας), διαλόγους (Ίγκεμποργκ – άντρα/ Καίτης, γυναίκας, άντρα/ ηλικιωμένης γυναίκας, δύο αντρών), τη φωνή ενός εφημεριδοπώλη και ποικίλες ραδιοφωνικές εκπομπές.

Συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα στους κύριους και μεγαλύτερους σε έκταση αφηγηματικούς ιστούς (Κάσσια, Αλεξάνδρα, διαλόγος Ίγκεμποργκ- άντρα) είναι το θέμα του έρωτα που κινείται ανάμεσα στο ανεκπλήρωτο και το εκπληρωμένο, με την πλάστιγγα να γέρνει προς το πρώτο. Η αρχική σκηνή του αυνανισμού της Κάσσιας (ενότητες 1, 2) προβάλλεται ιδιαίτερα στο Ημερολόγιο της Αλοννήσου και η υπόκριση περιλαμβάνει ρεαλιστικά στοιχεία (επιφωνήματα, ψιθυρίσματα κ.ά.) που συνοδεύονται από άλλες προσθήκες ή ηχητικά εφέ (θρησκευτική λειτουργία, ειδήσεις, πέρασμα αεροπλάνου). Η δεξαμενή των γεγονότων έχει μικρή χωρητικότητα, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις το μέγεθος της ενέργειας που εκλύεται είναι κάθε άλλο παρά αμελητέο: π.χ. τα σχόλια περί μητρότητας που είναι σύμφυτα με τη γυναικεία φύση (ενότητες 23 και 25).

 

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

Πώς όμως υλοποιείται στο τρίτο και τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος η προγραμματική και θεωρητικής τάξεως εξαγγελία ανατροπής της υπάρχουσας λογοτεχνικής τάξης, όπως την ευαγγελίζεται ο συγγραφέας;

Οι γλωσσικές δομές δίνουν έντονη την αίσθηση του προφορικού λόγου. Κύρια γνωρίσματα είναι η παρατακτική δομή και η χρήση ασύνδετων φράσεων και προτάσεων, οι διαρκείς επαναλήψεις, η μεγάλη ελευθερία στη διάταξη του υλικού, ο αυτοσχεδιασμός, η απείθαρχη ροή της σκέψης, η χρήση λεξιλογικών στοιχείων με βιωματικές απηχήσεις ή αποχρώσεις χωρίς σκοτεινές ή συσκοτισμένες διατυπώσεις, η κοφτή φράση και η λιτή διατύπωση. Στα παραπάνω μπορούμε να προσθέσουμε και τη δημιουργία στερεότυπων μικρότερων ή μεγαλύτερων φράσεων ή λέξεων λογοτυπικού χαρακτήρα, οι οποίες σχετίζονται με τις δύο κύριες αφηγηματικές ακολουθίες του τρίτου μέρους, δηλαδή εκείνες της Κάσσιας και της Αλεξάνδρας. Το στοιχείο της προφορικότητας ενισχύεται και από την προσθήκη αυθεντικών διαλογικών επεισοδίων που διεξάγονται σε κλειστό χώρο, είτε καταγραφών από εξωτερικές σκηνές του άστεως. Έτσι, το δικανικό ύφος του εφημεριδοπώλη και η τρέχουσα ειδησεογραφία παραπέμπουν στη δημόσια σφαίρα, ενώ η ραδιοφωνική φωνή της γυμνάστριας προσγειώνει στην ατμόσφαιρα του ιδιωτικού βίου, προβάλλοντας εμμέσως το διαχρονικό θέμα της ανθρώπινης φθοράς. Τα παραγγέλματα που ακούγονται κατά την πρωινή γυμναστική και οι συνακόλουθες κινήσεις των σωμάτων παράγουν ερωτικές συνδηλώσεις, κάτι που συναντούμε και στο διήγημα «Αναδρομή» (1998) του Βαλτινού.[8]

Αφού διανυθούν τα τρία στάδια του μυθιστορήματος, φτάνει ένα μήνυμα κρυπτογραφημένο και σχετικά αισιόδοξο. Στην εκπνοή του έργου ο καιρός είναι γενικά αίθριος, οι άνεμοι ασθενείς και η ορατότητα κανονική. Η αποκατάσταση της επαφής με τον περιβάλλοντα εξωτερικό χώρο, ύστερα από τις προηγούμενες εσωτερικές περιδινήσεις, επιτυγχάνεται με την κατασκευή ενός συμπληρωματικού ή παραπληρωματικού μύθου που διαθέτει τα παρακάτω ελλειπτικά στοιχεία: τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής ακούγονται παράλληλα με τον ήχο ελικοφόρου αεροπλάνου, την ώρα που ένας λαχανιασμένος και ταλαιπωρημένος άντρας σφυρίζει ή κραυγάζει προς τον ουρανό ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια.

Η πριμοδότηση και η υπεράσπιση του προφορικού λόγου στην αρχή του μυθιστορήματος κλείνει συμβολικά με τους ήχους μίας γραφομηχανής, αναστέλλοντας ή καταργώντας την αρχική πρόθεση. Ο κόσμος της λογοτεχνίας έχει μετατοπιστεί οριστικά στη γραφή. Το ηχογραφημένο υλικό που παρουσιάστηκε γίνεται το πρόπλασμα και το σώμα των τεκμηρίων που χρειάζονται για να γραφτεί στον άμεσο χρόνο το κείμενο.

 

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ

Το Ημερολόγιο της Αλοννήσου είναι ένα οριακό έργο και εμφανίζεται σε μία εποχή όπου έχει ολοκληρωθεί ένας κύκλος πειραματισμών του συγγραφέα. Παράλληλα με την οικοδόμηση του συνθέματος αυτού στήνεται και ο μηχανισμός ανατροπής του. Η ειρωνεία εδώ είναι έκδηλη και ανάγεται σε καθοριστική αρχή δομικής τάξεως. Το έντυπο τμήμα που συνοδεύει το μυθιστόρημα περιλαμβάνει στο τρίτο μέρος του το απομαγνητοφωνημένο κείμενο του ηχογραφημένου ψηφιακού δίσκου που ακολουθεί. Συνεπώς, έχουμε μπροστά μας μία κατασκευή που εδράζεται σε δύο επίπεδα: από τη μια σε ένα τυπωμένο σώμα και από την άλλη στην ακροαματική εκδοχή του, η οποία είναι πληρέστερη από την πρώτη επειδή περιέχει σημαντικές προσθήκες (εξωτερικούς ήχους ή θορύβους, μουσικές επενδύσεις, ερωτικούς αναστεναγμούς, κραυγές, διακυμάνσεις φωνής, ποικιλίες επιτονισμών, παύσεις, χάσματα, σιωπές κ.ά.), κάτι που δεν υπάρχει στην έντυπη μορφή, ούτε σε μορφή οδηγιών. Το ηχογραφημένο τμήμα, όμως, επιζητά τη συνδρομή του εντύπου, προκειμένου να αποκρυπτογραφηθούν για τον αναγνώστη/ακροατή ορισμένα αναγκαία σημεία. Αν δεν συνέβαινε αυτό, θα έμεναν μετέωρες οι ονοματικές ταυτότητες των δρώντων προσώπων, ενώ θα απουσίαζε η υποτιθέμενη απόδοση στη σύγχρονη γλώσσα ενός ψευδοαποσπάσματος πανάρχαιου ‟προελληνικού ιδιώματος,” ή ακόμη και η μετάφραση στα ελληνικά ενός διαλόγου που γίνεται στα γερμανικά. Η διπλή, δηλαδή, αυτή φύση του Ημερολογίου της Αλοννήσου συνιστά την αφετηρία της ειρωνείας: κάθε απόπειρα ακριβούς έντυπης αποτύπωσης της πραγματικότητας προσκρούει στην πρακτική αδυναμία γραπτής απόδοσης της ποικιλίας των σημασιών που δηλώνει η ανθρώπινη φωνή και επικοινωνία.

Η ειρωνεία όμως έχει και άλλες διαστάσεις, έχοντας εγκατασταθεί διαβρωτικά στο μεδούλι του έργου. Η σκηνοθεσία ολόκληρου του εγχειρήματος αναγέννησης της προφορικής λογοτεχνίας συνιστά μία παρέμβαση η οποία είναι εξαρχής ναρκοθετημένη: σε έναν πραγματικά παραδοσιακό προφορικό πολιτισμό η οποιαδήποτε παραστασιακή λειτουργία συνιστά μοναδικό γεγονός, όπως και η αναπαραγωγή της. Ο προφορικός εκτελεστής διαθέτει λογοτυπική σκέψη κι έκφραση που είναι βαθιά ριζωμένη στο συνειδητό και ασυνείδητό του· έτσι καλείται να δημιουργήσει ή να επαναλάβει κάτι βυθιζόμενος μέσα σε μία προσωπική δεξαμενή λέξεων, θεμάτων και τυποποιημένων λογοτύπων, αλλά το παραγόμενο αποτέλεσμα είναι διαφοροποιημένο κάθε φορά.[9] Αντίθετα, το ηχογραφημένο περιεχόμενο του Ημερολογίου της Αλοννήσου παραμένει αναλλοίωτο σε κάθε περίσταση και είναι προϊόν εποπτείας από έναν συγγραφέα, σκηνοθέτη και παραγωγό που ερμηνεύει το ίδιο του το κείμενο, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα τη διδασκαλία των συντελεστών της παράστασης και την αισθητική ομογενοποίηση των επιμέρους ετεροβαρών στοιχείων της ακρόασης.

Το «Ημερολόγιο», ως πρώτη λέξη του τίτλου του μυθιστορήματος, προϋποθέτει τη γραφή. Οι σημασίες της λέξης εξακτινώνονται για να πλαισιώσουν έναν χώρο που κινείται στους αντίποδες της προφορικότητας, την απαράμιλλη αξία της οποίας υποστηρίζει ο συγγραφέας του δοκιμίου «Ουροβόρος όφις». Ωστόσο είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για τον ιδεότυπο του προφορικού, έξω από την εγγράμματη παράδοση στην οποία ανήκουμε εδώ και πολλούς αιώνες.[10] Το ημερολόγιο προϋποθέτει την καταγραφή των εμπειριών ιδιωτικού ή δημόσιου χαρακτήρα και ταυτόχρονα των ζυμώσεων και των κραδασμών που επισυμβαίνουν μέσα στον προσωπικό καλλιτεχνικό χώρο. Το Ημερολόγιο της Αλοννήσου καθρεφτίζει τους όρους με τους οποίους κατασκευάστηκε· γίνεται έτσι ένα μεταμυθοπλαστικό έργο, όπου οι απόψεις περί λογοτεχνίας κατατίθενται στο πρώτο μέρος για να δοκιμαστούν στη συνέχεια σε εργαστηριακό επίπεδο.

Η διαδικασία όμως αυτή της αξιολόγησης της προφορικότητας έχει ήδη συντελεστεί. Εκκινώντας από τα πρώτα έργα του Βαλτινού διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στα μέρη του δυαδικού αυτού συστήματος: η λογοτεχνική γραφή έχει ενσωματώσει την προφορικότητα, καθιστώντας την αναπόσπαστο τμήμα της ποιητικής του πεζογράφου.

 

ΕΝΑ ΕΡΓΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Σε ένα δοκιμιακό του σημείωμα ο Βαλτινός ισχυρίζεται ότι «στην καρδιά κάθε βιβλίου υπάρχει ένας σπόρος ανάγκης. Τον έχει φυτέψει εκεί ο συγγραφέας. Τον σπόρο αυτό αναζητάει ο αναγνώστης».[11] Τι βρίσκεται συνεπώς στο βάθος του έργου που εξετάζουμε; Κατά την άποψή μου, το τριμερές αυτό μυθιστόρημα, με τη σειρά που κατατίθενται τα τμήματά του, καταστρώνει ένα ‟λεξικό των αξιών” του πεζογράφου, που αναγνωρίζονται σε όλο σχεδόν το έργο του.[12] Η προσφιλής στον συγγραφέα έννοια του ημερολογίου, όπως αυτή εμφανίζεται στον τίτλο του Ημερολογίου της Αλοννήσου, έχει συμβολικό χαρακτήρα. Τα ‟λήμματα” του ιδιότυπου αυτού λεξικού δεν εξισώνονται αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Αφετηρία είναι η προφορικότητα και η πεποίθηση ότι για να είναι ένα κείμενο άξιο λόγου πρέπει να αντέχει και να προκαλεί το ενδιαφέρον του ακροατή κατά τη δημόσια έκθεσή του.[13]

Επιπρόσθετα, επικυρώνεται ο τύπος ενός σύντομου, με ημερολογιακό βηματισμό, διηγήματος που έχει τον χαρακτήρα βιογραφικού σημειώματος ή «μικρού ιστορικού», σύμφωνα με τον υπότιτλο του δευτέρου μέρους του Ημερολογίου της Αλοννήσου. Οι αφηγηματικές επίσης ακολουθίες του τρίτου μέρους συγκροτούν ατελή βιογραφήματα, στα οποία ενσωματώνονται οι φωνητικές ταυτότητες των ομιλούντων επωνύμων ή ανωνύμων προσώπων (εφημεριδοπώλης, γυναίκα της Χίου, Ingeborg, Άντρας Α’, Άντρας Β’ κ.ά.). Η σμίκρυνση του θεματολογικού ορίζοντα, σε συνδυασμό με την ήδη κατακτημένη οικονομία των μέσων, θα γίνει στο εξής μία από τις βασικές ορίζουσες της συγγραφικής τέχνης του Βαλτινού, και αυτό θα κορυφωθεί στη συλλογή διηγημάτων Επείγουσα ανάγκη ελέου (2015). Ο έρωτας γίνεται το κύριο, οντολογικό θα λέγαμε, στοιχείο, και η σαρκική του εκδοχή με τις ποικίλες κλιμακώσεις της αντιμετωπίζεται ως γεγονός φυσικό. H τέχνη εφάπτεται και εν τέλει συνυφαίνεται με την καθημερινή λειτουργία της ζωής· συμπορεύεται με τον άνθρωπο που αγωνίζεται πλέον στον ατομικό του στίβο, χωρίς να διεκδικεί περγαμηνές ή να θέλει να πείσει για την αλήθεια της ιδεολογίας του. Το κάθε δράμα αυτοκαταναλώνεται χωρίς να αφήνει δημόσιο στίγμα ή να γίνεται ντοκουμέντο. Γιʼ αυτό και τα πολιτικά γεγονότα, όπως αυτά καταγράφονται στο Ημερολόγιο της Αλοννήσου, στέκονται στο περιθώριο. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι η αυνανιστική σκηνή στην αρχή του τρίτου μέρους, λειτουργεί ως ειρωνική αντίστιξη στη ραδιοφωνική ανάκρουση του ελληνικού Εθνικού Ύμνου, που ακούγεται παράλληλα με ερωτικές ανάσες. Ο πολιτικός Βαλτινός έχει καταδείξει με μείζονα έργα του, όπως το μυθιστόρημα Ορθοκωστά, την ανθρωποβόρα λειτουργία κάθε συστήματος, το οποίο καταπίνει την ανθρώπινη υπόσταση στο όνομα μιας μεσσιανικής ιδεολογίας. Το μεγάλο κάδρο της Ιστορίας ή του Έθνους εκφυλίζεται για να δώσει τη θέση του σε μία μικροσκοπικότερη θέαση των πραγμάτων.

Επιπρόσθετα, η πρακτική της παράθεσης ετερόκλητων κειμένων «με διαφορετικό γλωσσικό χαρακτήρα, αλλά και διαφορετική συγγραφική βούληση», όπως έχει πει η Κυριακή Χρυσομάλλη-Henrich,[14] αποτελεί μία από τις βασικές βαλτινικές τεχνικές που εξασφαλίζουν διαλογικότητα και πολυφωνία, σύμφωνα με τις θεωρητικές αρχές που εισήγαγε ο Μιχαήλ Μπαχτίν. Έτσι στο Ημερολόγιο της Αλοννήσου πριμοδοτείται η συλλογή ντοκουμέντων προφορικής ιστορίας και η ενεργοποίηση αδρανών υλικών, όπως είναι τα δελτία προς ναυτιλλομένους, η τρέχουσα ειδησεογραφία ή οι ποικίλες ραδιοφωνικές εκπομπές. Τα αποσπάσματα, επίσης, από την ορθόδοξη εκκλησιαστική λειτουργία θεματοποιούν τη στενή σχέση του Βαλτινού με τα κείμενα της χριστιανικής παράδοσης. Η ιερότητα του ευτελούς και του παραγνωρισμένου είναι δεδομένη, γι’ αυτό και μία αναλώσιμη και άπαξ παρουσιασμένη ραδιοφωνική εκπομπή μπορεί να ενεργοποιηθεί αισθητικά αν εκτεθεί σε ανάλογο περιβάλλον.

Στο Ημερολόγιο της Αλοννήσου βέβαια δεν έχουμε τη μίμηση διαφόρων γλωσσών «είτε πρόκειται για το ιδίωμα απλών ανθρώπων είτε για κοινωνιόλεκτα και ιδιόλεκτα»[15]. Ο αισθητικός σφετερισμός, που συντελείται με των δανεισμό αυτών των ιδιωμάτων, στηρίζεται στην παράθεση των ίδιων των αυθεντικών ντοκουμέντων με τη φωνητική και ηχητική τους υπόσταση, όπως αυτά ακούγονται στο CD. H Κάσσια, π.χ., ως αφηγηματική μορφή στέκεται επαναληπτικά προσκολλημένη στο προσωπικό της δράμα και μένει ουσιαστικά ανεξέλικτη, αλλά είναι ένας ζωντανός χαρακτήρας με σάρκα και οστά. Η διερεύνηση της εσωστρέφειας, της εμμονικής συμπεριφοράς, της σεξουαλικότητας και της προβληματικής εν γένει ταυτότητάς της συντελείται και εκτός της επικράτειας του κειμένου. Η υπόκριση εδώ παίζει καθοριστικό ρόλο, γι’ αυτό και η ακρόαση του ψηφιακού δίσκου είναι επιβεβλημένη. Η μυθοπλασία έτσι αποκτά μία σωματικότητα, για τον επιπλέον λόγο ότι ο συγγραφέας, ως φυσική οντότητα, κάθε άλλο παρά αμέτοχος είναι. Στο δεύτερο μέρος ένα θραύσμα της πραγματικής βιογραφίας διεισδύει στο μυθιστόρημα, ενώ στο τρίτο η ίδια η φωνή του δημιουργού ακούγεται στους αυθεντικούς μαγνητοφωνημένους διαλόγους. Με τον τρόπο αυτό επικυρώνεται ο στενός δεσμός του λογοτέχνη με τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, με απώτερο στόχο την εκμηδένιση της απόστασης ανάμεσα στην αναπαράσταση και στην πραγματικότητα.

 

Η ΜΑΚΡΑ ΚΥΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ

Δεν απαντήσαμε όμως σε ένα βασικό ερώτημα. Γιατί ο Βαλτινός κράτησε το έργο αυτό τόσα χρόνια αδρανοποιημένο; Μήπως είχε αμφιβολίες για την επιτυχία του εγχειρήματος ή υπήρχαν άλλοι βαθύτεροι λόγοι;

Με βάση τα εργογραφικά δεδομένα αλλά και την ευρύτερη γνώση της τεχνοτροπικής εξέλιξης του συγγραφέα, η πεποίθησή μου είναι ότι το Ημερολόγιο Αλοννήσου, ως σύνθεση ποιητικής, δεν θα μπορούσε να είχε δημοσιευτεί το 1991, χρονιά της προετοιμασίας του ψηφιακού δίσκου, επειδή ήταν αρκετά νωρίς και δεν είχαν ακολουθήσει ορισμένα μείζονα έργα του όπως είναι το Ορθοκωστά (1994), το Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη. Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί – ’22 (2000), Ο τελευταίος Βαρλάμης (2010) και ο Ανάπλους (2012). Το Ημερολόγιο της Αλοννήσου, βέβαια, δεν είναι ένας απλός συμπυκνωτής των προηγούμενων καλλιτεχνικών επιλογών του δημιουργού. Η τεκμηριοπλασία[16] είχε δοκιμαστεί επιτυχώς, κατά τη γνώμη μου, τόσο στο Ορθοκωστά όσο και στο δεύτερο Συναξάρι, με την κατασκευή μαρτυριών. Η αφηγηματική αυτή τεχνική, η οποία δημιουργούσε μία ψευδαίσθηση αμεσότητας αντικαθίσταται στο Ημερολόγιο της Αλοννήσου από έναν πραγματικά αδιαμεσολάβητο και φωνητικά εγγεγραμμένο λόγο των δρώντων. Συνεπώς το μεταμυθοπλαστικό αυτό έργο επισύρει συστηματικά την προσοχή του αναγνώστη στους τρόπους με τους οποίους συμπλέκονται και συνδυάζονται οι αφηγηματικοί ιστοί μεταξύ τους, ενώ ίπταται διαρκώς και επίμονα το ερώτημα της σχέσης ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα.[17] Μπορούμε τελικά με τόσο αυθεντικά υλικά να φτιάξουμε ένα μυθιστόρημα, χωρίς να υπονομεύσουμε τα όρια (ποια όρια;) της μυθοπλασίας;

 

Το Ημερολόγιο της Αλοννήσου έχει συνεπώς ομοιότητες και διαφορές από τα άλλα σπονδυλωτά – πολυφωνικά έργα του Βαλτινού. Τα Τρία ελληνικά μονόπρακτα (1978), τα Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60 (1989), η Ορθοκωστά (1994), το Ημερολόγιο 1836-2011 (2001), το Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη: Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί – ’22 (2000) φέρουν στην πλάτη τους ένα βαρύ ιστορικό φορτίο. Δεν είναι έργα εξ ολοκλήρου άμυθα, αλλά στηρίζονται κυρίως στις μικροπλοκές και στις λιγότερο ή περισσότερο χαλαρές διασυνδέσεις των αφηγηματικών ιστών τους.[18] Στο Ημερολόγιο τη Αλοννήσου, όμως, η πολιτική και η ιστορία έχει ελάχιστο ειδικό βάρος και εξουδετερώνεται από την κυριαρχία ενός ερωτικού δράματος στερεοτυπικού χαρακτήρα. Έτσι συντελείται μία μετατόπιση. Οι μικροπλοκές δίνουν τη θέση τους σε μορφές που παρά τα χάσματα και τα κενά τους παρουσιάζουν ένα σύνολο συνεκτικότερο κι επικεντρωμένο σε μία καθημερινότητα, που είναι τελικά και ο πραγματικός στίβος ενός μέσου ανθρώπου. Σε παραδοσιακές όμως μορφές δεν φτάνουμε. Όσον αφορά το μυθιστόρημα ή τις ευρύτερες συνθέσεις, η ελλειπτικότητα είναι εγγεγραμμένη στον γενετικό κώδικα του συγγραφέα  Βαλτινού.

Με τις συγκεκριμένες επιλογές της σμίκρυνσης του οπτικού πεδίου, η αφήγηση οικοδομεί την αίσθηση του οικείου χώρου. Από την έντονη αισθηματολογία του Ημερολογίου της Αλοννήσου περνάμε σε μία απόλυτα συγκρατημένη και μετρημένη προβολή των ερωτικών ενστίκτων. Ο Βαλτινός, όπως φαίνεται και στην τελευταία συλλογή διηγημάτων του Επείγουσα ανάγκη ελέου (2015) απωθεί τα επικά κάδρα και ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας», για να δανειστούμε τον στίχο του Οδυσσέα Ελύτη, είναι ο μοναδικός που μετράει στην κλίμακα των αξιών και ο μόνος σταθερός, έστω κι αν αυτά που έχουμε μπροστά μας είναι απλές καθημερινές εικόνες γειωμένων ανθρώπων που προσαρμόστηκαν ή καλουπώθηκαν σε μια αντιηρωική εποχή.

 

 

info: Θανάσης Βαλτινός, Ημερολόγιο της Αλοννήσου, Ψηφιακό μυθιστόρημα, [δεύτερη έκδοση], Φιλολογική επιμέλεια- επίμετρο: Κωστής Δανόπουλος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Οκτώβριος 2017

 

Υστερόγραφο: Η βιβλιοπαρουσίαση του μυθιστορήματος Ημερολόγιο της Αλοννήσου του Θανάση Βαλτινού θα γίνει στις 16 Νοεμβρίου 2017 στο Polis Art Cafe στις 8.00 το βράδι (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, Αθήνα). Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Κατερίνα Κωστίου, η Κατερίνα Σχινά, ο Κωστής Δανόπουλος και ο ίδιος ο συγγραφέας.

 

[1] Για τα βιβλιογραφικά στοιχεία και τις διαφορές της πρώτης (αυτο)έκδοσης (2009) από τη δεύτερη (2017) βλ. Κωστής Δανόπουλος, «Πρόλογος του επιμελητή», στον τόμο: Θανάσης Βαλτινός, Ημερολόγιο της Αλοννήσου, Ψηφιακό μυθιστόρημα, Φιλολογική επιμέλεια – επίμετρο: Κ. Δανόπουλος, Βιβλιοπωλείον της ‟Εστίας” 2017, σ. 11-16.

[2] Αλεξάνδρας Σαμουήλ Ο βυθός του καθρέφτη. Ο André Gide και η ημερολογιακή μυθοπλασία στην Ελλάδα, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 1998.

[3] Θανάσης Βαλτινός, «Agnès: Τριάντα καρέ», «Ιωάννης Σιδέρης», Εθισμός στη νικότινη, Διηγήματα, Βιβλιοπωλείον της ‟Εστίας” 22008, σ. 45-53, 115-124.

[4] Κωστής Δανόπουλος, «Το Ημερολόγιο της Αλοννήσου. Ένα ψηφιακό μυθιστόρημα», ό.π., Θ. Βαλτινός, Ημερολόγιο της Αλοννήσου, σ. 78-79 (υποσ. 11).

[5] Αλεξάνδρα Σαμουήλ, ό.π., σ. 221.

[6] Φίλιππος Η. Ηλιού, Προσθήκες στην Ελληνική Βιβλιογραφία. Α. Τα βιβλιογραφικά κατάλοιπα του É. Legrand και του H. Pernot (1515-1799), Αθήνα 1973, σ. 207-218.

[7] Λεύκιος Ζαφειρίου, «Χρονολόγιο Θανάση Βαλτινού», Νέα Εστία, 162, τχ. 1802 (Ιούλ.-Αύγ. 2007) 218-219. Ο Βαλτινός όμως σε μία συνέντευξή του έδωσε άλλα στοιχεία: «[…] το ʼ60-ʼ63 δούλευα σαν προμηθευτής σε μια κλινική, πήγαινα στη λαχαναγορά Ρέντη κι αγόραζα ντομάτες, φασολάκια, φρούτα, τα κουβάλαγα εκεί κι από κει και πέρα την κοπάναγα. Τώρα αναρωτιέμαι κι εγώ πραγματικά πώς έζησα. Δεν κάνω καλαμπούρι. Με δανεικά. Με μικροδανεικά από φίλους», Βαγγέλης Ραπτόπουλος, «Συναντήσεις: ‟Σημασία δεν έχει πόσο σπουδαία πράγματα σου είπανε, αλλά πόσο λειτούργησαν ως κέντρισμα”», Συνέντευξη, Αντί, τχ. 294 (5.7.1985) 38 [=«Στρατηγική της λιτότητας», Λίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη 2005, σ. 19-43].

[8]  Θανάσης Βαλτινός, Εθισμός στη νικοτίνη, ό.π., σ. 42.

 

[9] Walter J. Ong, Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη. Η εκτεχνολόγηση του λόγου, Μτφρ. Κώστας Χατζηκυριάκου, Επιμέλεια – εισαγωγή Θεόδωρος Παραδέλλης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 1987, σ. 81-83.

[10] Παραδέλλης, ό.π., σ. xv.

[11] Θ. Βαλτινός, «Πυρά», Κρασί και νύμφες. Μικρά κείμενα επί παντός, Βιβλιοπωλείον της ‟Εστίας” 2009, σ. 321-322. Το σημείωμα αυτό δημοσιεύεται το 1994, έτος έκδοσης του μυθιστορήματος Ορθοκωστά, το οποίο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις.

[12] Αντιστοίχως ο Γιάννης Παπαθεοδώρου θεωρεί ορθά ότι Ο τελευταίος Βαρλάμης είναι ένα «κείμενο-κλειδί, προκειμένου να κατανοήσει κανείς τα κύρια πεδία της ποιητικής του Βαλτινού, τη σκέψη του γύρω από την τέχνη της αφήγησης». Βλ. «Αναγκαστικά θα εμπιστευτούμε τη λογοτεχνία…», Τhe Booksʼ Journal, τχ. 5 (Μάρτ. 2011) 34.

[13] Δεν είναι τυχαίο ότι ο Βαλτινός κατά την είσοδό του στην Ακαδημία Αθηνών προτίμησε, αντί για ομιλία, την ανάγνωση του Τελευταίου Βαρλάμη, θέλοντας να δοκιμάσει την αξία του κειμένου μπροστά σε ένα πεπαιδευμένο ακροατήριο. Βλ. Κωστής Δανόπουλος, Βιβλιογραφία Θανάση Βαλτινού (1958-2004). Με συμπλήρωμα ώς το 2013 για τις αυτοτελείς εκδόσεις, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της ‟Εστίας” 2013, λήμμα Α41.4.

[14] Κυριακή Xρυσομάλλη-Henrich, «Tο ύφος της αμεσότητας, η αρμονία λόγου και περιεχομένων (Στοιχεία της ποιητικής του Θανάση Bαλτινού», Πόρφυρας, Κέρκυρας, τχ. 103 (Aπρ.- Iούν. 2002) 34.

[15] Κυριακή Xρυσομάλλη-Henrich, «Κάθοδος των εννιά και Ορθοκωστά, δύο δίδυμα αδέλφια (;) και ο μεθύστερος κρίκος, το Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη: Βιβλίο δεύτερο. Λόγος και αντίλογος στην τριλογία του πολέμου του Θανάση Βαλτινού», Πόρφυρας, τχ. 158 (Ιαν.- Μάρτ. 2016) 354-355.

[16] Ο νεολογισμός «τεκμηριοπλασία» έχει προταθεί από την Κ. Χρυσομάλλη-Henrich, ό.π., Πόρφυρας, τχ. 158, σ. 351-353.

[17]  Έναν λεπτομερή χάρτη της ελληνικής μεταμυθοπλασίας ή αλλιώς «ένα πολυφωνικό αφήγημα σε δοκιμιακή φόρμα» προσφέρει το βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη, Η μεταμυθοπλασία στη νεοελληνική πεζογραφία, Αθήνα, Βιβλιόραμα 2017. Για την εικόνα επίσης της ελληνικής πεζογραφίας μετά το 1974 βλ. Δημήτρης Τζιόβας, «Φυγόκεντρες τοπογραφίες, πολιτισμικές αλληγορίες και μεταμυθοπλαστικές στρατηγικές στην ελληνική πεζογραφία μετά το 1974», Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας. Από την ερμηνεία στην ηθική, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2017, σ. 499-571.

[18] Δημήτρης Παϊβανάς, Βία και αφήγηση. Ιστορία, ιδεολογία και εθνικός πολιτισμός στην πεζογραφία του Θανάση Βαλτινού, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2012, σ. 147-148, 160-165, 195-201, 213-216.

Προηγούμενο άρθροΤα τραγούδια της φυλακής από τον Δ. Φύσσα (της Άννας Λυδάκη)
Επόμενο άρθροΣκόμπι και Χόλε, στην καρδιά δυο αστυνόμων (της Μαρλένας Πολιτοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ