Στον ψυχεδελικό και προφητικό κόσμο του Φίλιπ Ντικ (της Νίκης Κώτσιου)

0
790

 

Της Νίκης Κώτσιου.

Η συνάρθρωση του πολιτικού με το μεταφυσικό επανέρχεται συχνά στο έργο του Φίλιπ Ντικ(1928-1982) προσδίδοντάς του έναν ανεπανάληπτο, πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα. Στα «Τρία Στίγματα του Πάλμερ Έλντριτς»(σε υποδειγματική μετάφραση του Δημήτρη Αρβανίτη, από τις εκδ.Κέδρος) ο πολιτικός προβληματισμός συναρτάται φιλοσοφικά με τη μεταφυσική διερώτηση μέσα από μία άκρως συναρπαστική πλοκή, που ξεδιπλώνεται καταιγιστικά. Δύο είναι οι άξονες του έργου : από τη μια οι παθογένειες του ύστερου, υπεραναπτυγμένου καπιταλισμού και οι υπαρξιακές επιπτώσεις πάνω στις συρρικνωμένες ζωές των αλλοτριωμένων ανθρώπων, και από την άλλη το μεταφυσικό ερώτημα της ύπαρξης και της φύσης του θεού μέσα στις παραπάνω συνθήκες μαζί με άφθονο θρησκευτικό και οντολογικό προβληματισμό.

Το έργο, που δικαίως συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της επιστημονικής φαντασίας, γράφτηκε το 1965 αλλά το παρόν της ιστορίας τοποθετείται γύρω στο 2016, εποχή συνταρακτικής κλιματικής αλλαγής και υπερθέρμανσης του πλανήτη, με αποτέλεσμα ο υδράργυρος να φτάνει τους ογδόντα βαθμούς Κελσίου. Στη σφαίρα της οικονομίας, κυριαρχεί ο λυσσαλέος ανταγωνισμός ανάμεσα στα καπιταλιστικά ολιγοπώλια, που αγωνίζονται να επικρατήσουν στις διαπλανητικές πλέον αγορές και στις γήινες αποικίες του Άρη. Οι άνθρωποι που έχουν αναγκαστικά αποικίσει τον Άρη ζουν μια εξαθλιωμένη ζωή και κάνουν εκτεταμένη χρήση του ναρκωτικού Καν-Ντι, που τους προσφέρει εφήμερη παραισθητική απόδραση από τη θλιβερή  καθημερινότητα. Το ναρκωτικό λειτουργεί σε συνδυασμό με τη χρήση της κούκλας Πέρκι Κατ και της κουκλίστικης οικοσκευής της τύπου Μπάρμπι (ρούχα πολυτελείας, έπιπλα και γκάτζετ σε μινιατούρες), ώστε οι χρήστες να ταυτίζονται με την Πέρκι Κατ και τον κούκλο-σύντροφό της συμμετέχοντας παραισθησιακά στο χλιδάτο βίο που διάγει, με κύριο γνώρισμα την υπερκατανάλωση και τη διασκέδαση. Αν και στις αρειανές αποικίες υπάρχουν κάποιες στοιχειώδεις παραγωγικές υποδομές, η όποια παραγωγική δραστηριότητα τελικά ατονεί και μηδενίζεται καταδικάζοντας τους αποίκους σε μια παρατεταμένη απραξία και σε ζωή φτώχιας και στέρησης, με μοναδική ανάπαυλα και διαφυγή το παραισθησιογόνο Καν-ντι, που υπόσχεται πρόσκαιρη ανακούφιση και ανάταση.

Η κατάσταση περιπλέκεται δραματικά όταν ο μεγαλοκεφαλαιούχος επιχειρηματίας Πάλμερ Έλντριτς έρχεται να λανσάρει ένα καινούριο ναρκωτικό, το Τσου-Ζεντ, πολύ πιο φτηνό και δραστικό από το Καν-Ντι, φέρνοντας τα πάνω κάτω στα δεδομένα της αγοράς. Ανάμεσα στις εμπλεκόμενες εταιρείες ξεσπάει ένας αδυσώπητος πόλεμος, ώστε να μην εξαπλωθεί το Τσου-ζεντ και να παραμείνει η κατάσταση όπως έχει. Στα έργα του Φίλιπ Ντικ, η σύγκρουση δεν αφορά συνήθως το  μικρό εναντίον του μεγάλου, αλλά το μεγάλο έναντι του ακόμη μεγαλύτερου και ισχυρότερου, όπως συμβαίνει με τη γιγαντομαχία που διεξάγεται ανάμεσα  στα καρτέλ-μαμούθ των Τριών Στιγμάτων.  Ο Πάλμερ Έλντριτς, που ενσαρκώνει με τρόπο χαρακτηριστικό την επιτομή και την πεμπτουσία του επιθετικού καπιταλισμού, είναι αποφασισμένος να παλέψει μέχρις εσχάτων, για να κερδίσει και να επικρατήσει. Ωστόσο,η εμφάνιση του Πάλμερ Έλντριτς   στην πλοκή, αντί να επιτείνει και να οξύνει την κριτική του συστήματος, σηματοδοτεί μια καίρια αλλαγή στο ύφος και το κλίμα του μυθιστορήματος και μια θεαματική στροφή από το πολιτικό στο μεταφυσικό.

Ο μυστηριώδης μεγαλοκεφαλαιούχος  έρχεται να αναστατώσει την αγορά με το απόλυτα  καινοτόμο, ανταγωνιστικό προϊόν του που υπόσχεται  εντονότερης και μεγαλύτερης διάρκειας παραισθήσεις- αποδράσεις από μια ζοφώδη πραγματικότητα θλίψης και στέρησης. Κανείς όμως δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος πράγματι είναι ο Πάλμερ Έλντριτς. Μέχρι το τέλος μένει αδιευκρίνιστο αν είναι αυθεντικός άνθρωπος ή άλλου είδους πλάσμα. Φέρεται να έχει επιστρέψει στη γη μετά από ένα δεκάχρονο ταξίδι στο μακρινό πλανήτη Πρόξιμα αλλά όλοι αμφιβάλλουν αν πρόκειται για τον ίδιο Πάλμερ Έλντριτς ή για κάποιον εξωγήινο, που ενδεχομένως έχει πάρει τη θέση του. Άλλωστε η επιβλητική μα και τρομακτική φυσική του παρουσία με τα ατσάλινα δόντια που λάμπουν και τα μηχανικά πρόσθετα μέλη παραπέμπει σε cyborg και γεννά πρόσθετες αμφιβολίες για την προέλευση, την ταυτότητα και το ποιόν του. Όσο για το περίφημο ναρκωτικό του, το Τσου-ζεντ, δεν αποτελεί ένα ακόμη παραιθησιογόνο αλλά καθιστά το χρήστη ικανό να ταξιδέψει μέσα στο χρόνο και στην παρελθούσα ζωή του και, αν επιθυμεί, να διορθώσει αστοχίες και ατοπήματα για τα οποία έχει μετανιώσει, ξαναζώντας από την αρχή τις φάσεις εκείνες του βίου του, κατά τις οποίες διέπραξε λάθη και ολισθήματα. Με άλλα λόγια, το Τσου-Ζεντ μπορεί, μέσα στο πλαίσιο των παραισθήσεων, να αλλάξει και να  ανακατασκευάσει το παρελθόν κάνοντάς το λιγότερο τραυματικό και επώδυνο, περισσότερο … φιλικό προς το χρήστη.

Ταυτίζεται άραγε με τον ίδιο το θεό ο Πάλμερ Έλντριτς; Σίγουρα όχι με το θεό της δυτικής θεολογικής σκέψης αλλά πάντως με μια οντότητα που φέρει θεϊκά χαρακτηριστικά. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου πια το κέντρο βάρους μετατοπίζεται αμετάκλητα στο μεταφυσικό, ο Έλντριτς αποκτά μια τελείως υπερφυσική υπόσταση και απομακρύνεται από ο,τιδήποτε τον έδενε μέχρι πρότινος με την έννοια του γήινου και του ανθρώπινου. Παντοδύναμος, παντογνώστης και παντεπόπτης, πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο Έλντριτς  εισβάλλει στο μυαλό των ανθρώπων, κατανικά το θάνατο και τη φθαρτότητα και απολαμβάνει μια αιώνια ύπαρξη που δεν υπόκειται σε κανέναν απολύτως χωροχρονικό ή άλλο περιορισμό. Όσοι υποκύπτουν στο ναρκωτικό του, μεταβάλλονται βαθμιαία σε ρέπλικες «κατ’ εικόνα και καθ’’ομοίωσίν» του αποκτώντας τα τρία χαρακτηριστικά «στίγματά» του: τα ατσάλινα δόντια, το μηχανικό χέρι και τα τεχνητά, φωτο-οπτικά οριζόντια μάτια. Ενσαρκώνοντας  συγχρόνως το καλό και το κακό, θεός και ταυτόχρονα δαίμονας, σούπερμαν και τέρας την ίδια στιγμή, ο Έλντριτς επεμβαίνει στις ανθρώπινες ζωές για να τις αναδημιουργήσει και συνηθέστερα  για να τις καταστρέψει. Άλλωστε το ναρκωτικό που λανσάρει λαμβάνεται στο πλαίσιο μιας τελετουργίας, που μοιάζει με μεταλλαγμένη θεία ευχαριστία. Οι  χρήστες που «κοινωνούν» το Τσου-Ζεντ, μεταλαμβάνουν την υπόσταση του νέου θεού, στο πλαίσιο μιας εκστατικής εμπειρίας θρησκευτικού τύπου, και μετατρέπονται σε προεκτάσεις του.

Γραμμένο το 1965, σε μια εποχή παραφοράς και ακρότητας, τα Τρία Στίγματα του Πάλμερ Έλντριτς περιέχουν τις αναγνωρίσιμες δονήσεις του καιρού εκείνου. Πολύ πλούσιο σε συμβολισμούς, ενίοτε παραφορτωμένο με σκοτεινές αμφισημίες, επιβάλλει στον αναγνώστη μια πυρετώδη εγρήγορση, που κάποτε γίνεται κουραστική. Έργο παροξυσμικό, παραισθησιακό, ιλιγγιώδες δεν μπορεί παρά να έχει επηρεαστεί από τις ουσίες(ιδίως το LSD) που δοκίμαζε κατά καιρούς ο Ντικ πειραματιζόμενος με τη διεύρυνση των ορίων του εαυτού και την επίτευξη μιας άλλης συνειδητότητας. Ακραιφνώς ψυχεδελικό, οραματικό, προφητικό  εξακολουθεί να διαβάζεται με ενδιαφέρον λόγω της αξεπέραστα  παλλόμενης, ευφάνταστης, νευρώδους, φρενήρους γραφής του, αλλά και της πολιτικής, παρεμβατικής ματιάς του. Όπως και να ‘χει, τα Τρία Στίγματα δεν παύουν να είναι ένα διαχρονικά δυνατό  μυθιστόρημα, που αφήνει ανεξάλειπτο το στίγμα του στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας και στη λογοτεχνία αξιώσεων.

INFO: Φίλιπ Ντικ : Τα Τρία Στίγματα του Πάλμερ Έλντριτς, μτφρ. Δημήτρης Αρβανίτης, σελ.296, εκδ. Κέδρος,2016

Προηγούμενο άρθροΓιάννης Η. Χάρης: ο “αντιλογοτεχνικός” Κούντερα (συνέντευξη στον Β. Χατζηβασιλείου)
Επόμενο άρθροΥπαρξισμός και γκόθικ στο όνομα της αθανασίας (της Ιφιγένειας Σιαφάκα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here