Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος, “Ένας κατεργάρης μωρός σ’ έναν κόσμο (ακατ)ανόητο κι απατηλό” (της Πέρσας Αποστολή)

0
1446

.

 

Πέρσα Αποστολή.

 

Το μυθιστόρημα Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος κυκλοφόρησε ανώνυμα το 1668. Η ταυτότητα του συγγραφέα του παρέμεινε άγνωστη επί ενάμιση σχεδόν αιώνα, καθώς ο Hans Jakob Christoffel von Grimmelshausen δεν υπέγραφε σχεδόν κανένα από τα έργα του αλλά χρησιμοποιούσε ευφάνταστους αναγραμματισμούς του ονόματός του, και δεν διατηρούσε επαφές με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του. H επιτυχία και διάδοση του έργου υπήρξε, ωστόσο, μεγάλη: Γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις, διασκευές και μιμήσεις, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και ενέπνευσε σημαντικούς λογοτέχνες όπως ο ο Bertolt Brecht, ο Thomas Mann και ο Günther Grass.

Τριακόσια πενήντα χρόνια από την κυκλοφορία του ο εμβληματικός Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος συστήνεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό μέσα από την εξαιρετική μετάφραση του Γιάννη Κοιλή, καρπό επίμοχθης εργασίας που χρειάστηκε  περισσότερα από είκοσι χρόνια για να ολοκληρωθεί. Ο τόμος περιλαμβάνει τα πέντε πρώτα βιβλία της αρχικής έκδοσης, καθώς και τη «Συνέχεια» (Continuatio) που είχε προστεθεί στη β΄ έκδοση (άνοιξη του 1669). Συνοδεύεται από κατατοπιστικά σχόλια (σ. 815-831), κατάλογο με τα βασικά τοπωνύμια που αναφέρονται στο έργο και αναλυτικό επίμετρο του μεταφραστή για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, επίσης βασικές γραμματολογικές και ερμηνευτικές παραμέτρους του κειμένου και της εποχής που αποτυπώνει (σ. 835-861).

 

Ένας αντιφατικός ήρωας στο μεταίχμιο δυο εποχών

Ανώνυμος στην αρχή της ιστορίας και ο ήρωας του Grimmelshausen, ένας απλοϊκός νέος, που γι’ αυτό θα πάρει αργότερα το όνομα Σιμπλίκιος (από το λατινικό simplex), αφηγείται αναδρομικά τις περιπετειώδεις περιπλανήσεις του στην ταραγμένη περίοδο του Τριακονταετούς Πολέμου (1618-1648). Η παράλογη και ωμή βία αυτού του πολέμου περιγράφεται με τον πιο απερίφραστο τρόπο:

Η γης που συνήθειο το έχει να σκεπάζει τους νεκρούς, ήτανε σ’ αυτόν τον τόπο η ίδια καλυμμένη από νεκρούς σημαδεμένους με τρόπους διάφορους. Αλλού έβλεπες κεφάλια που τα είχανε χάσει οι φυσικοί τους κύρηδες, αλλού κορμιά που τους λείπανε τα κεφάλια. Φρίκη και θρήνος ήτανε να βλέπεις ανθρώπους με τα σωθικά βγαλμένα κι άλλους με το κεφάλι τσακισμένο και τα μυαλά σκόρπια. Εδώ χάνανε τα άψυχα κορμιά το αίμα τους, αλλού τα ζωντανά ήσανε πλημμυρισμένα με αίμα ξένο. Εκεί κειτόντανε χέρια κομμένα από κάποιο βόλι, όπου τα δάχτυλα ακόμα κουνιόνταν λες και θέλανε να ξαναμπούνε στο μακελειό, μα υπήρχανε και νοματαίοι που το βάνανε στα πόδια μόλο που δεν είχαν χύσει ακόμα μήτε μια στάλα αίμα. Εδώ κειτόντανε κομμένα μπούτια που, τι κι αν είχανε απαλλαχτεί απ’ του κορμιού το βάρος γενήκανε πολύ βαρύτερα από πριν. (σ. 259)

Αντιμέτωπος με αυτή την ιστορική συγκυρία, μετέωρος στο μεταίχμιο της εποχής του Μπαρόκ και της αυγής της Νεωτερικότητας, ο Σιμπλίκιος θα ξεκινήσει ως «tabula rasa», για να πάρει στη διάρκεια της περιπλάνησής του τα πιο σκληρά μαθήματα ζωής. Έρμαιο κάθε λογής καπρίτσιου της Τύχης, θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να επιβιώσει, όταν μετά από επιδρομή στρατιωτών χάνεται η οικογένεια χωρικών με την οποία έχει μεγαλώσει: Έτσι, από υπηρέτης και τζουτζές θα βρεθεί ληστής στα δάση, στρατιώτης και πλιατσικολόγος, θα παραστήσει τη νεαρή υπηρέτρια, θα γίνει, μεταξύ άλλων,  λαουτιέρης, θεατρίνος, φαρμακοτρίφτης και ψευτογιατρός, προσκυνητής και αναχωρητής.

Ειδολογικά υβριδικός, ο Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό (και όχι μόνο στα δύο πρώτα βιβλία του έργου, όπως αναφέρεται στο επίμετρο) το μοντέλο του ισπανικού πικαρικού μυθιστορήματος. Πρόκειται για ένα πεζογραφικό είδος με επεισοδιακή διάρθρωση της πλοκής, όπου μέσα από την ειρωνική αφήγηση των περιπετειών ενός αντιήρωα, ταπεινής συνήθως καταγωγής, που αλλάζει τόπους και επαγγέλματα και χρησιμοποιεί κάθε μέσο επιβίωσης και εξαπάτησης, σατιρίζονται και στηλιτεύονται κοινωνικές πρακτικές και ομάδες. Διαθέτει, επίσης, γνωρίσματα του Bildungsroman (μυθιστορήματος μαθητείας), ενώ αξιοποιεί στοιχεία από την ίδια τη βιογραφία του συγγραφέα. Συνδυάζει, ακόμα, το γκροτέσκο, την ειρωνεία και τη σάτιρα με τη ρεαλιστική καταγραφή των ηθών, όπως επίσης την ουτοπική αφήγηση και τη φανταστική περιπέτεια.

Ένα από τα βασικά θέματά του είναι το αίνιγμα της σαλότητας, που συμπυκνώνει την έννοια της άγνοιας, της ανοησίας και της τρέλας. Το γεγονός αυτό το εντάσσει στη λεγόμενη παράδοση της Narrenliteratur-Narrensatire / Fool’s Literature, δίπλα σε μια σειρά κειμένων του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης όπως το Till Eulenspiegel, το Πλοίο των τρελών (1494) του Sebastian Brant και το Μωρίας εγκώμιον (1509) του Εράσμου.

Μέσα από την αξιοποίηση του ευρήματος της μωρίας ενισχύεται η πολυφωνικότητα του κειμένου, καθώς εισάγεται η διπλή προοπτική του κόσμου όπως φαίνεται και όπως πραγματικά είναι. Αυτό που εντέλει προτείνεται είναι πως αν ο μωρός αδυνατεί να κατανοήσει τον κόσμο, ίσως αυτό να μην οφείλεται στη μωρία του αλλά στο γεγονός ότι η ίδια η κοινωνία και οι συμβάσεις της είναι ακατανόητες και μωρές και κάθε αξία αντεστραμμένη:

Αντίο κόσμε, καθότι εμπιστοσύνη δεν είναι να σου έχει κανείς, μήτε να ελπίζει από εσένα. Στην κατοικία σου έχουνε κιόλας χαθεί τα περασμένα, τα τωρινά σβήνουνε μέσα στα χέρια μας, τα μελλούμενα ποτέ δεν αρχινούνε, τα σταθερότερα γκρεμίζονται, τα δυνατότερα συντρίβονται και τα μονιμότερα παίρνουνε τέλος. […] Αντίο κόσμε, αφού στην οικία σου κανένας δεν λέγεται με το όνομά του. Τον θρασύ τονε λέγουνε θαρραλέο, τον σκιαγμένο προσεκτικό, τον άτσαλο φιλόπονο και τον αμελή φιλήσυχο. Τον σπάταλο τονε λέγουνε αρχοντάνθρωπο και τον τσιγκούνη οικονόμο. Τον ύπουλο φαφλατά και τον πολυλογά τονε λέγουνε εύγλωττο και τον σιωπηλό παλαβό ή φαντασιόπληκτο. Τον μοιχό κι εκείνον που χαλάει κορίτσια τονε λέγουνε εραστή μεγάλο. Τον βρομιάρη τονε λέγουνε άνθρωπο της αυλής, τον εκδικητικό τονε λέγουνε περήφανο και τον καλόκαρδο νεραϊδοπαρμένο, οπότε μας πουλάς την ευπρέπεια για απρέπεια και την απρέπεια για ευπρέπεια. (σ. 639-640)

Σε έναν τέτοιο αντεστραμμένο κι αντιφατικό κόσμο, πρωτεϊκός και αντιφατικός εμφανίζεται και ο ίδιος ο ήρωας, με διαρκείς μεταστροφές και εναλλαγές ρόλων, οι οποίες γκρεμίζουν κάθε βεβαιότητα του αναγνώστη. Έτσι, στο κείμενο του Grimmelshausen η μορφή του παλαβού, του μωρού, συχνά συμφύρεται με τη μορφή του γνωστικού αλλά και του κατεργάρη, υποδεικνύοντας ότι η μωρία ενδεχομένως κάποτε να αποτελεί ένα ακόμα τέχνασμα του ήρωα για την επιβίωσή του. Στα πρώτα του, λοιπόν, βήματα ο Σιμπλίκιος θεωρείται παλαβός επειδή κρίνει τον κόσμο με την αθωότητα και τις ανεδαφικές για τους περισσότερους χριστιανικές αρχές που του εμφύσησε ένας ερημίτης. Όταν, όμως, ο Κυβερνήτης του Χάναου του αναθέτει τον ρόλο του γελωτοποιού του για να διασκεδάζει μαζί του, ο Σιμπλίκιος στρέφει το παιχνίδι εναντίον όλων όσοι προσπαθούν να τον γελοιοποιήσουν (Βιβλ. 2, κεφ. 5 κ. εξής). Αρχίζει πλέον να καμώνεται επίτηδες τον παλαβό προκειμένου να μπορέσει να διατηρήσει τα λογικά του. Όταν γεμάτος τύψεις για τα κόλπα του σε βάρος των άλλων θα καταφύγει στον Εφημέριο της περιοχής, εκείνος θα τον καθησυχάσει λέγοντάς του να μη στενοχωριέται γιατί: «O μωρός κόσμος θέλει να τον εξαπατάνε» (σ. 170), φράση που αποκρυσταλλώνει ένα από τα κύρια νοήματα του έργου.

Ο Σιμπλίκιος λειτουργεί όπως ακριβώς ο Τρελός της μεσαιωνικής καρναβαλικής γιορτής των Τρελών ή των Mωρών (La Fête des Fous): Αυτός, ο τελευταίος της κοινωνικής ιεραρχίας, έρχεται να αναδειχθεί σε βασιλιά της γιορτής και σοφό, που θα φέρει στην επιφάνεια το ψέμα και τη μωρία της κοινωνίας και θα ξεσκεπάσει τα στραβά του κόσμου. Είναι όμως κι αυτός που θα γδύσουν, θα δείρουν και θα προπηλακίσουν. Έτσι, στο κείμενο του Grimmelshausen ενσωματώνονται άγριες γκροτέσκες σκηνές ξυλοδαρμού και εξευτελισμού του ήρωα όπως και κοπρολογικά επεισόδια, ενώ δίνεται, γενικότερα, ιδιαίτερη έμφαση στις φυσικές ανάγκες και λειτουργίες του ήρωα. Το γεγονός αυτό μετατοπίζει την προσοχή του αναγνώστη από την πνευματική στην υλική, φθαρτή υπόσταση του καθ’ ομοίωσιν του Θεού ανθρώπου. Μπορεί, λοιπόν, τη μια να παρακολουθούμε τον Σιμπλίκιο να συμμετέχει με ζήλο σε σοβαρές συζητήσεις, παραθέτοντας αποσπάσματα από τον Απόστολο Παύλο, τον Αριστοτέλη και τον Σενέκα, λίγο παρακάτω όμως τον βλέπουμε να πέρδεται ηχηρά στο μέσο μιας γιορτής που καταλήγει σε όργιο, να κατατροπώνει μια στρατιά από ψείρες και να μας περιγράφει την τεράστια ψυχική ανάταση που βίωσε όταν καταβρόχθισε τα λαχταριστά μάτια μιας βραστής μοσχαροκεφαλής.

 

Η πρώτη ελληνική μετάφραση ενός εμβληματικού μυθιστορήματος

Η αναμέτρηση ενός μεταφραστή με ένα τόσο ογκώδες, πολυεπίπεδο κείμενο, γραμμένο στη δυσπρόσιτη, ακόμα και για τον σημερινό γερμανό αναγνώστη, γλώσσα του 17ου αιώνα, δεν αποτελεί καθόλου εύκολο εγχείρημα. Το 2009 κυκλοφόρησε, μάλιστα, μια μεταφορά του κειμένου στη σύγχρονη γερμανική γλώσσα από τον Reinhard Kaiser, εκδ. Eichborn. Το μεγαλύτερο στοίχημα για τον μεταφραστή ενός τέτοιου έργου είναι, ωστόσο, η γλώσσα που θα χρησιμοποιήσει προκειμένου να υπηρετήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ιδιότυπο και πολυσχιδές ύφος του πρωτοτύπου. Το στοίχημα αυτό ο Γιάννης Κοιλής το κέρδισε αξιοποιώντας, καθώς εξηγεί ο ίδιος, παλαιότερα κείμενα όπως τα Πτωχοπροδρομικά ή τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, αλλά κυρίως τη γλωσσική μαγιά από τη σμυρνιά γιαγιά και τον αρβανίτη πατέρα του. Έτσι, η ελληνική μετάφραση του Σιμπλίκιου αποπνέει την ατμόσφαιρα της εποχής, χωρίς να ακούγεται άνευρη ή αποστεωμένη στ’ αυτιά του σύγχρονου αναγνώστη. Ελίσσεται με άνεση από τον πεζό στον έμμετρο λόγο, από τη «χαμηλή» γλώσσα των χωρικών, των στρατιωτών και της αγοράς στις «υψηλότερες» συζητήσεις που είναι διάστικτες με πλήθος θεολογικών, φιλοσοφικών και άλλων παραθεμάτων, κι από τη σπαρταριστή ελαφρότητα των κωμικών σκηνών στην ωμή βία των πολεμικών συμπλοκών.

Ο Σιμπλίκιος είναι ένα βιβλίο γλωσσικών, υφολογικών και αφηγηματικών αντιθέσεων, ακριβώς επειδή μιλά για τις αντιθέσεις του κόσμου και για τον άνθρωπο που έρχεται προς το τέλος της διαδρομής του να αναρωτηθεί τι κατάφερε παλεύοντας με αυτές τις αντιθέσεις:

Η ζωή σου δεν ήτανε ζωή αλλά θάνατος, οι μέρες σου σκιά βαριά, τα χρόνια σου όνειρο αφόρητο, οι πόθοι σου αμαρτίες αβάσταχτες, τα νιάτα σου μια φαντασιοπληξία και τα πλούτη σου ο θησαυρός του αλχημιστή που φεύγει μέσα από το φουγάρο και σ’ εγκαταλείπει πριν το πάρεις είδηση! Με κινδύνους πολλούς ακολούθησες τον πόλεμο κι έζησες σ’ αυτόν στιγμές τυχερές κι άτυχες. Πότε ήσουνα στα ψηλά και πότε στα χαμηλά, πότε αγαπητός και πότε μισημένος, πότε τιμημένος και πότε περιφρονημένος. Τώρα όμως, φτωχή ψυχή μου, τι κατάφερες μ’ όλο τούτο το ταξίδι;

 

INFO: H. J. C. von Grimmelshausen, Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος (1668), μετάφραση από τα γερμανικά του 17ου αιώνα: Γιάννης Κοιλής, εκδ. Εξάντας 2017, σελ. 864 σελίδες, τιμή 25 ευρώ.

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟι Κηφήνες (διήγημα της Αγγελίνας Κλαυδιανού)
Επόμενο άρθροΠέντε μαθήματα για τη σύγχρονη ποίηση στη Στοά του Βιβλίου  (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2017)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ