Σε καιρούς σκοτεινούς θα τραγουδάμε…

0
152

 

 

Χανς Αϊντενάιερ. 

 

 

Για τα θέματα και τα ερωτήματα που μας απασχολούν απόψε έχει δώσει προ πολλού την απάντησή του ο Bertolt Brecht με ένα από τα ποιήματά του των Ελεγειών του Svedborg.

 

In den finsteren Zeiten

Wird da gesungen werden?

Ja, da wird gesungen werden

Von den finsteren Zeiten.

 

Σε καιρούς σκοτεινούς

Θα τραγουδάμε και τότε;

Ναι, θα τραγουδάμε και τότε

Για τους καιρούς τους σκοτεινούς.

 

Και συμπληρώνουμε με τα λόγια του Μανόλη Αναγνωστάκη:

 

Το θέμα είναι τώρα τι λες.

Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε

Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ

Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.

Το θέμα είναι τώρα τι λες!

 

Πρώτο κι αποφασιστικό:

Δεν θα ψάλλουμε μοιρολόγια, δεν θα βγάλουμε επικήδειους λόγους, γιατί δεν γνωρίζουμε ποιον θάβουμε, ποιον να θάψουμε, μα ούτε ποιος πέθανε, κι αν αυτός που τον θάβουμε θα άξιζε τα δάκρυά μας.

Μας φτάνει που τα ψέλνουν αρκετοί άλλοι. Θα κοιτάξουμε μπροστά, όχι πίσω.

Όλοι μας ξέρουμε τι μας έκαναν οι παλιοί πολιτικοί, δικοί μας και ξένοι. Όλοι μας ξέρουμε πώς δουλεύει ένας καπιταλισμός που τον ονομάζουμε ακραίο, παρόλο που ακόμη δεν φτάσαμε στον πάτο, για να μάθουμε πόσο πιο ακραίος μπορεί να αποδειχθεί ακόμα. Όλοι μας ξέρουμε τι έχουμε κάνει κι εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, ακούγοντας  τους γλυκυτάτους πειρασμούς των Σειρήνων περί μιας – υπερβολικής – κατανάλωσης σε μια κοινωνία της αφθονίας, μαζί με τη σχετική διαφήμιση που μας βεβαίωνε, πως δεν πρέπει να πληρώσουμε τώρα, αλλά κάποτε ή και ποτέ.

Όλοι μας δεν ξέρουμε πως, αν αποφασίσουμε να τους στείλουμε όλους (ποιους όλους δηλαδή;) στο φεγγάρι, ποιος θα απομείνει σε τούτη τη γη; Ακούμε  πως τότε θα είμαστε τουλάχιστον και επιτέλους ελεύθεροι ως ουδέτεροι. Ουδέτεροι κι ανεξάρτητοι από τράπεζες, χρέη, από μίζες κι ανάλογα;

Όλοι μας ξέρουμε πως οι προδότες του έθνους με τις μίζες και τα υπέρογκα ποσά στις τσέπες τους έφυγαν για να τα καταθέσουν στο εξωτερικό. Στην καλύτερη περίπτωση θα επιστρέψουν στην Ελλαδίτσα τους που την „λατρεύουν“, εφόσον οι εναπομείναντες την κράτησαν στη ζωή, έστω και με άδειες τσέπες.

Όλοι μας ξέρουμε πως δωροδοκίες αξίζουν μόνον αν πέσουν πολλά χρήματα, όπως π.χ. από τη βιομηχανία εξοπλισμού ή για το χτίσιμο αυτοκινητόδρομων κτλ.

Όλοι μας ξέρουμε ότι η εξόρυξη χρυσού ή η εκμετάλλευση των ήδη υπαρχουσών πετρελαιοπηγών εξασφαλίζει, πρώτα πρώτα και κυρίως, τα οφέλη και τα κέρδη των αλλοδαπών επιχειρήσεων που διοχετεύονται από το διεθνές κεφάλαιο.

Όλοι μας ξέρουμε ότι τα ενδεχομένως άφθονα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Μεσόγειο όχι μόνο δεν μπορούμε να τα εκμεταλλευτούμε εμείς οι ίδιοι λόγω έλλειψης κεφαλαίου, αλλά και αν τα εκμεταλλευτούν ξένες εταιρείες που διαθέτουν κεφάλαια, όχι μόνο θα πάνε τα κέρδη κατά το μεγαλύτερο μέρος στα δικά τους ταμεία, ενώ εμείς θα υποστούμε και όλους τους κινδύνους από την καταστροφή του φυσικού μας περιβάλλοντος.

Όλοι μας ξέρουμε πως οι άλλοι φυσικοί θησαυροί της Ελλάδας, όπως ο ήλιος και ο άνεμος, που θα εξασφάλιζαν με τα φωτοβολταϊκά συστήματα και τις ανεμογεννήτριες όχι μόνον τον εφοδιασμό ενέργειας για την Ελλάδα, αλλά θα ήταν κι ένα γενναίο  εξαγώγιμο προϊόν, δεν γίνονται επαρκώς αντικείμενο εκμετάλλευσης, επειδή δεν προβλέπονται γι’ αυτό αξιόλογες προμήθειες, κοινώς μίζες. Πρώτες πρωτοβουλίες  προοδευτικών δημάρχων στον τομέα αυτόν, συνάντησαν τρομερές δυσκολίες, επειδή το κράτος, αντί να τους επιδοτήσει, τους επέβαλε 40% φόρο!!!

Όλα αυτά, και άλλα πολλά, τα ξέρουμε όλοι μας, τα ξέρουμε καλά. Αλλά πώς αντιδρούμε;

Άρα η συγκεκριμένη ερώτηση που προκύπτει ειδικά για τούς συγγραφείς, τι μπορούν, τι μπορούμε να κάνουμε, θα μπορούσε να απαντηθεί, κατά ένα μέρος τουλάχιστον με ένα παράδειγμα δράσης, που ανήκει στις δυνατότητες ενός συλλογικού και τόσο σημαντικού οργάνου όπως είναι η Εταιρεία Συγγραφέων, στην οποία οφείλεται και η αποψινή διοργάνωση και την οποία ευχαριστώ από καρδιάς για την πρωτοβουλία.

Επειδή δηλαδή απέχω πολύ από το να κάνω συγκεκριμένες προτάσεις σε ανθρώπους, όπως εσάς, οι οποίοι έχετε καλλίτερες ιδέες και πιο πρακτικές λύσεις από μένα, θα περιοριστώ να κινήσω το ενδιαφέρον σας για μια πρωτοβουλία μιας ομάδας Γερμανών συγγραφέων, την οποία μερικοί από σας γνωρίζουν από πρώτο χέρι, εφόσον μάλιστα την έχουν προσυπογράψει: „Αμύνεσθαι περί Δημοκρατίας στους καιρούς της άκρατης ψηφοποίησης που διανύουμε“, ήταν το σύνθημα του μανιφέστου που κυκλοφόρησε παγκοσμίως κατά την ημέρα της Δημοκρατίας, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, και δημοσιεύτηκε σε πάνω από 30 εφημερίδες διεθνούς κύρους. Ετούτοι οι Writers against Mass Surveillance, θα μπορούσαν ίσως  να μας δώσουν μιαν άποψη για τον ρόλο του συγγραφέα σε περιβάλλον κρίσης, όπως αυτή που μας ήρθε κατακέφαλα και μας βρήκε απροετοίμαστους. Διαβάζω λίγες μόνο φράσεις από το μανιφέστο αυτό:

 

Ένας από τους στυλοβάτες της Δημοκρατίας είναι η ακεραιότητα του ατόμου. Αλλά η αξιοπρέπεια του ανθρώπου είναι υπεράνω των σωματικών του ορίων. Όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να παραμένουν ελεύθεροι και χωρίς επιτήρηση στις σκέψεις τους και στους ιδιωτικούς τους χώρους, στα γράμματά τους και στις συνομιλίες τους.

 

Το υπαρξιακό αυτό δικαίωμα έχει εντωμεταξύ καταπατηθεί κι εκμηδενιστεί ολοκληρωτικά, επειδή διάφορα κράτη και συγκροτήματα επιχειρήσεων καταχρώνται αγρίως τις τεχνολογικές προόδους με σκοπό την επιτήρηση.

 

Ένας άνθρωπος υπό επιτήρηση δεν είναι ποτέ ελεύθερος. Και μια κοινωνία που επιτηρείται διαρκώς δεν είναι πια Δημοκρατία. Γι’ αυτό τα βασικά μας δημοκρατικά δικαιώματα πρέπει να επικρατήσουν τόσο στην ιδεατή όσο και στην ρεαλιστική μας ζωή.

 

Η συγγραφέας Γιούλη Τσε και η ομάδα της αναρωτιούνται στην ουσία και μετά από τις αποκαλύψεις του Edward Snowden, πώς θα είναι αυτός ο κόσμος, όταν οι τωρινές κρίσεις θα έχουν ξεπεραστεί. Τι υπερασπιζόμαστε τελικά; Και τι κάνουμε εμείς, όταν οι πολιτικοί μας  δεν είναι σε θέση ούτε καν να πιστοποιήσουν αυτά τα υπαρξιακά προβλήματα, ή, κι αν ακόμη νομίζουν πως τα έχουν πιστοποιήσει, δεν είναι σε θέση να λάβουν κατάλληλα μέτρα;

Η Γιούλη Τσε και η ομάδα της  αποτελούν ένα ζωντανό παράδειγμα για μια προσπάθεια να εμποδιστεί η επικράτηση ανεπανόρθωτων κακών, όπως η κατάργηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η επίθεση κατά των βασικών προϋποθέσων της Δημοκρατίας. Αν εξασφαλισθεί αθρόα συμμετοχή θα επιδιώξουν να επιτευχθεί η κατασκευή ενός προμαχώνα ή ο καθορισμός συνόρων, μιας κόκκινης γραμμής δηλαδή, που με κανένα τρόπο δεν επιτρέπεται να καταπατηθεί.

 

Έχουμε ασφαλώς εύκολα κατανοήσει και μάλιστα από καιρό  ότι τα δήθεν συστήματα ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι παρά μια πρόφαση, ώστε να μπορούν να μάθουν όχι πόσο συμπαθούμε και συμπράττουμε με τους τρομοκράτες, αλλά για να συνθέτουν κάθε φορά το προφίλ ενός καταναλωτή αγαθών σε συνάρτηση με τις προσωπικές  του αγοραστικές συνήθειες, ο οποίος με την ανάλογη διαφήμιση να προσανατολίζεται προς την αγορά ορισμένων προϊόντων, ανεξάρτητα από το αν τα χρειάζεται ή όχι.

Άρα έχουμε γίνει όργανα χειραγώγησης και δεν είμαστε σε θέση να συλλάβουμε αυτόν που μας χειραγωγεί. Ή, για να εκφραστούμε με τα λόγια του δημάρχου του Παλέρμο, Leoluca Orlando: „Όταν τα χρήματα γίνονται ο ανώτατος θεός, τότε δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε ένα αγρόκτημα της Μαφίας στο Corleone και σε ένα κομψό σαλόνι στο Düsseldorf.

 

Η πρωτοβουλία αυτή των συγγραφέων οδήγησε στο ότι ούτε η γερμανική ομοσπονδιακή βουλή ούτε η γερμανική κυβέρνηση δέχτηκαν να θεωρήσουν το θέμα της παρακολούθησης λήξαν, παρά τα καθησυχαστικά σχόλια του Προέδρου Ομπάμα, με αποτέλεσμα  να μην συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία ελεύθερης διακίνησης του εμπορίου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών  και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Μπορώ να φανταστώ κάλλιστα μια ανάλογη πρωτοβουλία των Ελλήνων συγγραφέων με ένα ανάλογο μανιφέστο για το τι ζητάμε, ώστε να σωθεί ο λαός και το έθνος. Να ορίσουν δηλαδή αυτήν την κόκκινη γραμμή, ώστε να πούμε: Στοπ. Ως εδώ και μη παρέκει. Ένα τέτοιο μανιφέστο θα είχε την αμέριστη συμπαράσταση και αλληλεγγύη της Γερμανικής Εταιρείας Συγγραφέων από τον Günter Grass ως τον Günter Wallraff, αλλά και πολλών γερμανικών πόλεων και πανεπιστημίων που έχουν κλείσει συμφωνίες αδελφοποίησης με ελληνικές πόλεις και πανεπιστήμια.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα μιας ευρωπαϊκής αλληλεγγύης με την Ελλάδα θα αποδειχτεί πόσα κοινά σημεία υπάρχουν και πού θα αναζητήσουμε και θα βρούμε τους πραγματικούς μας φίλους. Αυτό που κατά τη γνώμη μου χρειάζεται ο τόπος είναι μια ενίσχυση της συνείδησης πως γύρω μας δεν υπάρχουν μόνον εχθροί, οι οποίοι φταίνε εξ άλλου κατά μεγάλο μέρος για την κρίση, αλλά και άνθρωποι, πραγματικοί φιλέλληνες, που είναι έτοιμοι να δώσουν το παρών με σύνθημα: „Για την Ελλάδα ρε … !“

Ποιος άλλος από τους ποιητές και πεζογράφους μας είναι σε θέση να προσφέρει λίγα ψίχουλα ελπίδας που θα φωτίσουν τον ορίζοντα της σημερινής καταχνιάς;

Για να πούμε στους Βαρβάρους που κατέφθασαν και δρουν ανάμεσά μας: ΄Οχι, „οι άνθρωποι αυτοί δεν ήσαν μία κάποια λύσις!“

 

Ευχαριστώ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροTα ναυάγια φτιάχνουν τις πυξίδες
Επόμενο άρθροΜια όαση στην Ηλιούπολη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ